«Girl» του Λούκας Ντοντ
– Χρυσή Κάμερα –
Στο συναισθηματικό οδοιπορικό μιας διεμφυλικής έφηβης προς την ανάληψη της ταυτότητας και της επιθυμίας της, βρήκαμε το φιλμ που ανυπομονούσαμε να μας κερδίσει στις φετινές Κάννες. Και μαζί, δύο πρωτοεμφανιζόμενα ταλέντα που θα θυμόμαστε για καιρό. Και οι λόγοι είναι αρκετοί.
Πρώτον, γιατί μας συστήνει το σκηνοθετικό ταλέντο του Λούκας Ντοντ, για τον οποίο φαίνεται πως θα έχουμε πολλά ωραία να πούμε στα χρόνια που έρχονται. Δεύτερον, επειδή ο 27χρονος Φλαμανδός είναι αυτός που μας αποκάλυψε ένα εξίσου σπάνιο ταλέντο που μας άφησε με το στόμα ανοιχτό. Ακούει στο όνομα του 16χρονου Βικτόρ Πολστέρ και είναι αυτός πάνω στον οποίο χτίζεται η ταινία, καθώς δεν υποδύεται απλά, αλλά γίνεται η Λάρα, ένα 16χρονο κορίτσι που έχει γεννηθεί σε σώμα αγοριού και είναι αποφασισμένο να γίνει επαγγελματίας μπαλαρίνα. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Burning» του Λι Τσανγκ-Ντονγκ
H έκτη μεγάλου μήκους δημιουργία του Λι Τσανγκ-Ντονγκ παραμένει στη (νωπή ακόμη) μνήμη όσων την παρακολουθήσαμε εχτές το βράδυ ως ένα μαγευτικό και βραδυφλεγές μυστήριο, το οποίο χτίζεται γύρω από έναν επαρχιώτη νεαρό, μια όμορφη γνώριμη από το παρελθόν του, την οποία ξανασυναντά τυχαία και ερωτεύεται, και έναν ευκατάστατο άντρα που γίνεται το τρίτο σκέλος ενός αισθηματικού τριγώνου. Καθώς όμως η επιθυμία του νεαρού φουντώνει για το κορίτσι, μια ωραία πρωία εκείνο εξαφανίζεται και οι υποψίες ότι βασικός υπεύθυνος μπορεί να είναι ο πλούσιος φίλος της αρχίζουν να τον κυριεύουν. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Ψυχρός Πόλεμος» του Πάβελ Παβλικόφσκι
– Βραβείο Σκηνοθεσίας –
Στη βαθύτατα ρομαντική ταινία του Παβλικόφσκι, ο έρωτας είναι ένας πόλεμος, η έκβαση του οποίου κρίνεται στα πάσης φύσεως σύνορα: τα πραγματικά, εκείνα της καρδιάς και των αντοχών του εγωισμού, των προσδοκιών, των ωριμάνσεων και των αλλαγών που βιώνει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, αλλά και πλάι στον αγαπημένο του. Δεν είναι τυχαίο εκείνο το κάλεσμα της Ζούλα στον Βίκτορ για το καθοριστικό πέρασμα «στην άλλη πλευρά», με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει πλέον στο τέλος της διαδρομής τους και της ταινίας. Πριν από αυτό, ο Παβλικόφσκι έχει κατορθώσει να παντρέψει μουσική και πλοκή με τρόπο απόλυτα οργανικό και σχεδόν μεταφυσικό, δένοντάς τα με τη διαδρομή ενός μεγάλου – αν και όχι πάντα πρωτότυπα δοσμένου – κινηματογραφικού έρωτα, τον οποίο αφιερώνει στους γονείς του. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«BlacKkKlansman» του Σπάικ Λι
– Μέγα Βραβείο Επιτροπής –
Το «BlacKkKlansman» προσφέρει θυμωμένη ψυχαγωγία με καθαρά mainstream όρους και γι΄αυτό η επιτυχία του στις αίθουσες είναι εγγυημένη. Με κωμικό οίστρο, ο οποίος όμως στιγμή δεν κρύβει τους τρόμους που ουσιαστικά περιγράφει, ο Λι τοποθετεί τη φλογερή ρητορεία του στο μηχανισμό μιας αστυνομικής πλοκής η οποία αναπαριστά τα πραγματικά συμβάντα την ίδια ώρα που προσπαθεί να θίξει ένα σωρό κρίσιμα ζητήματα, είτε πρόκειται για την κληρονομιά μίσους και τις εύθραυστες ισορροπίες των φυλετικών σχέσεων στη σύγχρονη Αμερική, είτε για τους συζητήσιμους τρόπους με τους οποίους η μαύρη εμπειρία έχει εκπροσωπηθεί στον κινηματογράφο (ξεκινώντας από τη «Γέννηση ενός Έθνους» του Γκρίφιθ), είτε για την πικρή ψευδαίσθηση όσων ευελπιστούν κατά καιρούς ότι το διεφθαρμένο Σύστημα μπορεί να χτυπηθεί εκ των έσω. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Shoplifters» του Χιροκάζου Κόρε Έντα
– Χρυσός Φοίνικας –
Ο σημαντικός Ιάπωνας δημιουργός των «Κανείς Δεν Ξέρει» και «Πατέρας και Γιος», στοχάζεται πάνω στις έννοιες του δικαίου και της οικογένειας έχοντας σταθερά για πυξίδα του τον ανθρωπισμό, σε ένα φιλμ που ελπίζαμε να αγαπηθεί από την φετινή κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ όσο αγαπήθηκε και από εμάς. Και τελικά απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα!
Ο θεματικός άξονας που τον απασχόλησε και στο «Πατέρας Και Γιος» αναφορικά με το αν γονιός είναι εκείνος που γεννά ή αυτός που αγαπά τα παιδιά, επανέρχεται εδώ, με την χαρακτηριστικά στοργική ματιά του 55χρονου Ιάπωνα δημιουργού. Ταυτόχρονα, ο Κόρε Έντα εξετάζει με μειλιχιότητα τα όρια του δικαίου και της ηθικής, αντιμετωπίζοντας τη σχεδόν νομοτελειακή παραμονή των φτωχοδιάβολων ηρώων του στο κοινωνικό περιθώριο με όρους ήπιας τραγικότητας, αφού παρά τις αγαθές προθέσεις και ανεξάρτητα από τον αλτρουισμό τους, βρίσκονται πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υπόλογοι απέναντι στο γράμμα του νόμου. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Happy as Lazzaro» της Αλίτσε Ρορβάκερ
– Βραβείο Σεναρίου –
Η Ροβάρκερ πιστή στις ντοκιμενταρίστικες ρίζες της και στην ρεαλιστική παράδοση του ιταλικού σινεμά, επενδύει χρονικά σε μια λεπτομερή παρατήρηση του τοπίου αλλά κυρίως των ανθρώπων μιας κοινότητας ξεχασμένης από τον χρόνο και εντελώς αποκομμένης από την πραγματικότητα. Για αρκετή ώρα νιώθεις ότι παρακολουθείς μια χαμένη ταινία που γύρισε Παζολίνι, μια αίσθηση που ενισχύεται από το αρμονικά πλασαρισμένο ταξικό σχόλιο της δημιουργού πάνω στις εργασιακές συνθήκες που θυμίζουν φεουδαρχία και καθόλου τον 20ο αιώνα.
Αποτελεί πραγματική πρόκληση να μιλήσεις επαρκώς για την καινούρια ταινία της Αλίτσε Ρορβάκερ («Θαύματα», «Corpo Celeste») χωρίς να αποκαλύψεις το plot twist που κυριολεκτικά κόβει την ταινία στην μέση, δίνοντας στο φιλμ μια εντελώς αναπάντεχη τροπή. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Το Βιβλίο της Εικόνας» του Ζαν Λικ Γκοντάρ
– Ειδικός Χρυσός Φοίνικας –
Σε ένα «Βιβλίο της Εικόνας» φύσει και θέσει πειραματικό και εξ’ ορισμού προβοκατόρικο, η αφήγηση ξετυλίγεται μέσα από αποσπάσματα δεκάδων ταινιών (απ’ το «Τοπίο στην Ομίχλη» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου μέχρι τα «Σαγόνια του Καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ), έργων τέχνης, φωτογραφιών, βίντεο καταγραφής ιστορικών γεγονότων και ελάχιστου πρωτότυπου υλικού. Κυριολεκτικά, εδώ μιλάμε για ένα μονταζιακό όργιο διάρκειας 90 λεπτών κατά την διάρκεια του οποίου οι διαστάσεις του κάδρου αλλάζουν συνεχώς, το παιχνίδισμα με τον κορεσμό στα χρώματα είναι ασταμάτητο την ίδια ώρα που την ηχητική μπάντα καταλαμβάνει η επιβλητική φωνή ενός αφηγητή που εξαπολύει συνεχώς δυσοίωνες προφητείες και εμπρηστικά τσιτάτα. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Σταχτή είναι το Καθαρότερο Λευκό» του Ζία Ζάνγκε
Με φόντο την μεταμόρφωση της σύγχρονης Κίνας, ο δημιουργός των «Still Life» (Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, 2006) και «A Touch of Sin» (Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Καννών, 2013) με τη νέα του ταινία βάζει ένα τολμηρό σκηνοθετικό στοίχημα και εν τέλει το κερδίζει πανηγυρικά. Στο «Ash Is Purest White» καταφέρνει να συνοψίσει κατά κάποιο τρόπο την ύστερη φιλμογραφία του μέσα σε μια ταινία, υπογράφοντας ένα ακόμη διεγερτικό -για τις αισθήσεις και το μυαλό- κινηματογραφικό έργο. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Dogman» του Ματέο Γκαρόνε
– Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας στον Μαρτσέλο Φόντε –
Στην τέταρτη παρουσία του στο διαγωνιστικό των Καννών, ο δις βραβευμένος με το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής για τα «Reality» (2012) και «Γόμορρα» (2008), Ματέο Γκαρόνε, επιστρέφει στη θεματική που ακριβώς μία δεκαετία πριν τον έκανε ευρέως γνωστό. Τότε με τα «Γόμορρα» η κλίμακα του εγχειρήματος ήταν σαφώς μεγαλύτερη, καθώς έχτιζε μια ανατριχιαστικά ρεαλιστική παλέτα της ιταλικής μαφίας. Τώρα με τον «Dogman» στρέφει το ενδιαφέρον του σε ακόμα μία αληθινή ιστορία εγκλήματος, που παρότι δε συγκρίνεται με τα έργα και τις ημέρες της διαβόητης Καμόρα, είχε καταφέρει εν έτει 1988 να σοκάρει με την αγριότητά της την ιταλική κοινή γνώμη. (Διαβάστε περισσότερα εδώ)
«Leave No Trace» της Ντέμπρα Γκράνικ
Ένας πατέρας ζει μαζί με τη 13χρονη κόρη του σε ένα ειδυλλιακό πάρκο κοντά στο Όρεγκον, όταν ένα μικρό λάθος θα ανατρέψει τη ζωή τους για πάντα. Η Ντέμπρα Γκράνικ, η σκηνοθέτιδα του ατίθασου «Winter’s Bone», που μας σύστησε το 2010 τη Τζένιφερ Λόρενς, μετά τις εξαιρετικές κριτικές που απέσπασε στο Φεστιβάλ του Sundance με το «Leave No Trace», άφησε αντίστοιχο αποτύπωμα και στο Φεστιβάλ Καννών.






