Το 2008, τη χρονιά που την απονομή των ‘Όσκαρ παρουσίαζε για δεύτερη φορά ο Τζον Στιούαρτ και τα χρυσά αγαλματίδια καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας κατέληγαν δικαίως στο «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν, τα αποτελέσματα της τηλεθέασης στάθηκαν αποκαρδιωτικά: 30 εκατομμύρια θεατές παρακολούθησαν σε ολόκληρο τον κόσμο την τελετή, το μικρότερο κοινό που σημειώθηκε στα χρονικά του θεσμού από το 1974 όπου και άρχισαν να καταγράφονται οι επιδόσεις του σε νούμερα τηλεθέασης.
Και επειδή σε κάποιον έπρεπε να πέσει το φταίξιμο, οι περισσότεροι αναλυτές είχαν τότε υποθέσει ότι για το χαμηλό ενδιαφέρον του κοινού κύριες υπεύθυνες ήταν οι υποψήφιες ταινίες και μόνο, απλούστατα επειδή καμία από αυτές που διεκδίκησαν τα μεγάλα βραβεία (ανάμεσά τους το «Μάικλ Κλέιτον», το «Θα Χυθεί Αίμα», το «Juno» και η «Εξιλέωση») δεν είχε κατορθώσει εκείνη τη χρονιά να ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, άρα το ευρύ κοινό ήταν λογικό να δείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για φιλμ που δεν είχε σπεύσει καν να δει στις αίθουσες.

Τι λάμψη περίμενε κανείς να συναντήσει σε μια απονομή την οποία μονοπωλούσαν σε μεγάλο βαθμό δευτεροκλασάτοι αστέρες;
Ακριβώς δέκα χρόνια μετά, και καθώς τα Όσκαρ γιόρταζαν φέτος τα πολυδιαφημισμένα 90ά τους γενέθλια με βασικές υποψήφιες ταινίες όπως το «Η Μορφή του Νερού» (126,4 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως μέχρι στιγμής), το «Τρέξε!» (255 εκατ.), τη «Δουνκέρκη» (525, 6 εκατ.) και το «The Post» (153,8 εκατ.), τα νούμερα τηλεθέασης πραγματοποίησαν μια άνευ προηγουμένου βουτιά, όχι απλά σημειώνοντας πτώση της τάξεως του 19% από τις περσινές, εξίσου προβληματικές επιδόσεις (32, 9 εκατ.) αλλά φρενάροντας στους 26,5 εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Μάλλον δεν ήταν η εμπορικότητα και η δημοφιλία των ταινιών, λοιπόν, που λειτούργησε αποτρεπτικά στη συνολική τηλεθέαση, ούτε η ραγδαία αλλαγή στο τηλεοπτικό τοπίο (που φέτος φάνηκε να μην ευνοεί ούτε ισχυρούς αθλητικούς κράχτες όπως τον αγώνα του Super Bowl), αλλά μερικοί στοιχειώδεις παράγοντες που πιθανόν δικαιολογούν επαρκώς το αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα. Ο πρώτος ήταν η πλήρης προβλεψιμότητα στις βραβεύσεις: από τη στιγμή που κέρδισαν ακριβώς όσοι αναμενόταν, και όχι πάντα αυτοί που έπρεπε, μηδαμινό περιθώριο για ανατροπές και εκπλήξεις απέμεινε στη διαρκείας τεσσάρων ωρών αναμετάδοση της τελετής.

Ένας ακόμη πιο σημαντικός παράγοντας ήταν ο χαρακτήρας της ίδιας της τελετής, ένας μάλλον βαρύγδουπος και υπολογισμένος στην εντέλεια συνδυασμός πολιτικής ευσυνειδησίας (που ερχόταν με καθυστέρηση δεκαετιών), απολογητικής διάθεσης (προκειμένου να διορθωθούν συνοπτικά παραλείψεις και αδικίες του παρελθόντος), επίκαιρης κοινωνικής ατζέντας (γυναίκες, μειονότητες, μετανάστες-να προλάβουν όλοι να εκπροσωπηθούν!) και χολιγουντιανής συγκατάβασης (ένα τρυφερό χτύπημα στον ώμο για τους λιγότερο προνομιούχους της ζωής) που δεν ξέρω πόσους νοήμονες ανθρώπους μπόρεσε να πείσει.
Στην πορεία, ανάμεσα στις σκοπιμότητες και το κλίμα πολιτικής ορθότητας που έπρεπε κατά γράμμα να τηρηθεί, την αγαρμποσύνη με την οποία οι ισχυροί της κινηματογραφικής βιομηχανίας προσπάθησαν για λίγο να φανούν αλληλέγγυοι με τον…απλό άνθρωπο και κάθε αυτοεπαινούμενο στιγμιότυπο που συνέλαβαν οι κάμερες, αν κάτι χάθηκε ολοσχερώς ήταν το γνήσιο αίσθημα λάμψης και ψυχαγωγίας στο οποίο κάποτε τα Όσκαρ πρωτοστατούσαν.

Τι λάμψη περίμενε κανείς να συναντήσει, ωστόσο, από μια απονομή στην οποία την ομολογουμένως εντυπωσιακά διακοσμημένη σκηνή μονοπωλούσαν σε μεγάλο βαθμό δευτεροκλασάτοι αστέρες, η Μέριλ Στριπ ήταν η μόνη που είχε απομείνει για να θυμίζει ότι κάποτε, όχι πολλά χρόνια πριν, περιστοιχιζόταν από την αφρόκρεμα των μεγάλων πρωταγωνιστών (και τον Τζακ Νίκολσον σε μόνιμα κρατημένο…πρώτο τραπέζι πίστα) και ο εορτασμός των 90 οσκαρικών χρόνων χρειάστηκε να συμβιβαστεί με τη νοσταλγική παρουσία της Ρίτα Μορένο, της Εύα Μαρί Σεντ και του Κρίστοφερ Γουόκεν, οι οποίοι, φυσικά, ήταν απείρως πιο ενδιαφέροντες από όλες τις Έμα Στόουν, τις Τζίνα Ροντρίγκεζ (!) και τους Άνσελ Έλγκορτ της βραδιάς;






