• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

The big pιcture

28 Μαρ 2007 | Θέματα | 0 comments

Μια τέχνη περιαυτολογεί ή η βιομηχανία του θεάματος βγάζει τα άπλυτά της στη φόρα;Το Hollywoodland δεν χάρισε απλώς στο Μπεν Αφλεκ το βραβείο ερμηνείας στη Βενετία, αλλά μας θύμισε μια από τις πιο γοητευτικές πτυχές του σινεμά: εκείνη όπου δεν ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μια τέχνη περιαυτολογεί ή η βιομηχανία του θεάματος βγάζει τα άπλυτά της στη φόρα;Το Hollywoodland δεν χάρισε απλώς στο Μπεν Αφλεκ το βραβείο ερμηνείας στη Βενετία, αλλά μας θύμισε μια από τις πιο γοητευτικές πτυχές του σινεμά: εκείνη όπου δεν ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό.


Από τους Κωνσταντίνο Σαμαρά και Λουκά Κατσίκα


Tο σινεμά πηγαίνει σινεμά


Sullivans Travels (1941) του Πρέστον Στάρτζες


«Γνωρίζετε ότι το γέλιο είναι το μοναδικό πράγμα που απομένει σε κάποιους ανθρώπους; Μπορεί να μην είναι πολύ, είναι όμως καλύτερο από το τίποτα...».


Από τη μια ο προνομιακός, μακάρια εφησυχασμένος κόσμος του θεάματος. Από την άλλη η ρεαλιστική, ρημαγμένη Αμερική του οικονομικού κραχ. Στη μέση, ένας νεαρός σκηνοθέτης έτοιμος να βουτήξει στα κατάβαθα της κοινωνικής εξαθλίωσης, προκειμένου να ανταλλάξει τα ανούσια φιλμ στα οποία έχει ειδικευτεί με μια ταινία που «θα αντανακλά τον ανθρώπινο πόνο». Ο Στάρτζες από τη μια σαρκάζει το Χόλιγουντ ως μια ψυχρή βιομηχανία, για την οποία τέχνη σημαίνει να γυρίζεις ταινίες «με λίγο σεξ». Από την άλλη εξομολογείται ότι η πραγματική τέχνη συντελείται τη στιγμή που θα κάνεις έναν θεατή να κλάψει ή να γελάσει. Μην κρύβοντας την προτίμησή του στο δεύτερο, ο σκηνοθέτης υπογράφει έναν ύμνο στην απελευθερωτική, λυτρωτική δύναμη της κωμωδίας και μαζί ολόκληρου του σινεμά. Το κάνει μάλιστα με μια συγκινητική εμπιστοσύνη στη ζωογόνο ισχύ του χιούμορ, σε έναν κόσμο που θα ήταν πολύ φτωχότερος αν αναγκαζόταν να ζήσει χωρίς αυτό.


Η Λεωφόρος Της Δύσης (Sunset Boulevard / 1950) του Μπίλι Γουάιλντερ


«- Είσαι η Νόρμα Ντέσμοντ. Ησουν κάποτε μεγάλη.
– Ακόμη είμαι μεγάλη. Οι ταινίες είναι που έχουν γίνει μικρές!»


«Ο κινηματογράφος είναι η μόνη τέχνη που φιλμάρει τον θάνατο επί τω έργω», είχε πει ο Κοκτό. Στην περίπτωση της ταινίας του Γουάιλντερ, ο παραπάνω ορισμός μοιάζει ανατριχιαστικά ακριβής: ολόκληρη η Λεωφόρος Της Δύσης προκύπτει από την υποκειμενική αφήγηση ενός νεκρού. Θέμα της, η θεαματική πτώση της Νόρμα Ντέσμοντ, μιας διάσημης σταρ του βωβού σινεμά. Τώρα πια ζει αυτοεξόριστη σε μια γοτθική έπαυλη της Πόλης των Αγγέλων, παρέα με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η ίντριγκα του νουάρ και η μεγαλοπρέπεια του μελοδράματος σμίγουν, συνθέτοντας ένα ρέκβιεμ για μια ολόκληρη εποχή κι έναν κινηματογράφο που «έφυγαν» ανεπιστρεπτί. Λίγο πριν η αυλαία πέσει οριστικά, η Γκλόρια Σουάνσον γυρίζει την πλάτη στα πλάνα παλιών επιτυχιών που την κοιτούν περιπαικτικά για να δώσει την ερμηνεία της ζωής της. Ετοιμη από πάντα για το ύστατο close up της…


Τhe Bad And The Beautiful (1952) του Βιντσέντε Μινέλι


«Μερικές από τις καλύτερες ταινίες έχουν γίνει από ανθρώπους που μισούσαν ο ένας τον άλλο».


Το πορτρέτο ενός μεγαλομανούς και δολοπλόκου παραγωγού σκιαγραφείται από τρεις στενούς συνεργάτες του, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον να τον δουν ούτε ζωγραφιστό. Χαρακτήρες παραπέμπουν σε υπαρκτά πρόσωπα, ενώ καταστάσεις αντανακλούν άγνωστα showbiz συμβάντα. Παρέα με ένα καυστικό σενάριο, βοηθούν τον Μινέλι να καταφύγει σε μια πικρόχολη παραδοχή, που πιθανόν αφορά και τον ίδιο: το κόστος που πρέπει να πληρώσεις σε προσωπικό επίπεδο για μια θέση κάτω από τους δυνατούς προβολείς είναι μεγάλο. Η ταινία του στάθηκε από τις πρώτες που έδειξαν στον θεατή ότι πίσω από τα αστραφτερά δρώμενα στην οθόνη κρύβεται ένας αδηφάγος μηχανισμός. Μια μηχανή που ανταλλάσσει τα όνειρα για φήμη και επιτυχία με ένα παζάρι με τον διάβολο. Στον ρόλο του ανελέητου παραγωγού, ο Κερκ Ντάγκλας είναι από τους πρώτους που πουλάνε την ψυχή τους…


Τραγουδώντας Στη Βροχή


(Singing In The Rain / 1952) των Στάνλεϊ Ντόνεν και Τζιν Κέλι


«Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ένας ηθοποιός; Οτι η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί. Βρέξει, χιονίσει, το σόου πρέπει να συνεχιστεί».


Την ίδια χρονιά που το The Bad And The Beautiful κατέθετε μια όχι ιδιαίτερα κολακευτική εικόνα για τη βιομηχανία των ονείρων, το δίδυμο Ντόνεν και Κέλι μετέτρεπαν τη θερμή αγάπη τους για το φιλμ σε τραγούδι, χορό, ρομάντζο, κωμωδία. Τοποθετημένο στη γεμάτη αβεβαιότητα εποχή όπου ο κινηματογράφος πρωτοδέχεται τον ήχο, το φιλμ συντάσσει μια τεχνικολόρ ερωτική εξομολόγηση στη μαγεία της κάμερας και των ανθρώπων του σινεμά. Διαποτισμένη από τον ίδιο παιδικό ενθουσιασμό με τον οποίο ο Κέλι χορεύει στην αξέχαστη σκηνή της βροχής, η ταινία αντιλαμβάνεται το καθήκον της ως θέαμα και συναίσθημα. Πράγματι, προσφέρει και τα δυο στον θεατή με μια γενναιοδωρία που σπάνια συναντά κανείς πια στο Αμερικανικό σινεμά. Ισως επειδή το Τραγουδώντας Στη Βροχή ανήκει στη μακρινή εποχή όπου το Χόλιγουντ διένυε ακόμη την σύντομη αθωότητά του. Ή την πιο ιδανική της επίφαση…


8 1/2 (1963) και Συνέντευξη (Intervista / 1987) του Φεντερίκο Φελίνι


«Ολη η σύγχυση στη ζωή μου υπήρξε τελικά μια αντανάκλαση του εαυτού μου…».


Οταν ο θρίαμβος του Dolce Vita πήρε διαστάσεις παγκόσμιου φαινομένου και άρχισε να προκαλεί ίλιγγο στον ίδιο το σκηνοθέτη. Ο Φεντερίκο Φελίνι, ο τελευταίος αντέδρασε μεταφέροντας αυτούσιο το δημιουργικό του μπλακ άουτ στην οθόνη. Κάπως έτσι προέκυψε το μεγαλούργημα με τον τίτλο 8 , το οποίο κατ ουσία αποτελεί απάτη πέντε αστέρων, σταθερή αναφορά των εικόνων… στις εικόνες και του σκηνοθέτη… στην αδυναμία του να σκηνοθετήσει.


Εκτοτε, κάθε auteur που δυσπιστεί για τον εαυτό του θα ένιωθε υποχρεωμένος να γυρίσει το δικό του 8: μεταξύ αυτών και ο Τριφό της Αμερικάνικης Νύχτας, στην οποία με τη σειρά του ο Φελίνι μοιάζει να αναφέρεται με την υπερ-τρυφερή του Συνέντευξη. Εξι χρόνια πριν από το θάνατο του maestro, η προτελευταία ταινία του διαλέγει να περιπλανηθεί σε μια μυθική Τσινετσιτά για να σκορπίσει έναν θλιμμένο και ελεγειακό αέρα σε μια πόλη, μια καριέρα, έναν κινηματογραφικό κόσμο, μια ολόκληρη εποχή…


Η Περιφρόνηση (Le Mepris / 1963) του Ζαν Λικ Γκοντάρ


«Οποτε ακούω τη λέξη κουλτούρα, βγάζω το τσεκ των επιταγών μου».


Ο Πάπας του γαλλικού νέου κύματος μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι το κατεξοχήν θέμα του κινηματογράφου πρέπει να είναι ο ίδιος ο κινηματογράφος και η ικανότητά του να συλλαμβάνει «αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα πράγματα». Στην Περιφρόνηση ξεκινά από ένα «αντονιονικό» μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια για να στοχαστεί πάνω σε μια ρήση του Μπαζέν: «Ο κινηματογράφος υποκαθιστά στο βλέμμα μας τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες μας». Πώς να ορίσουμε τις τελευταίες, όμως; Ανάμεσα στον σεναριογράφο Πολ και τη σύζυγό του Καμίλ, βλέπετε, παρεμβάλλεται η ήρεμη δύναμη του Φριτζ Λανγκ (αυτοπροσώπως), αλλά και η αυτοκρατορική μεγαλομανία του παραγωγού Τζέρεμι Πρόκος. Η αδυναμία επικοινωνίας και η προδοσία κόβουν οριστικά τους συνεκτικούς ιστούς ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Η τέχνη και η ζωή του ίδιου του Γκοντάρ, αντίθετα, θα περνούσαν χέρι χέρι από χίλια κύματα και θα επέμεναν στην άμεση ενδοσκόπηση: αρκεί να δει κανείς το αυτοσαρκαστικά απελπισμένο φινάλε του Ο Σώζων Εαυτόν Σωθήτω για να καταλάβει.


Οδός Μαλχόλαντ (Mulholland Drive / 2002) και Ιnland Empire (2006) του Ντέιβιντ Λιντς


«Καλώς ορίσατε στο Χόλιγουντ. Το μέρος όπου τα αστέρια μετατρέπονται σε όνειρα και τα όνειρα μετατρέπονται σε αστέρια»!


Τι είναι ο μαγευτικός γρίφος της Οδού Μαλχόλαντ παρά η εξιστόρηση ενός εφιάλτη που ξεδιπλώνεται στη σκιά των λόφων του Χόλιγουντ; Και τι άλλο είναι το φετινό Inland Empire από ένα σατανικό και δύστροπο αδελφάκι της προηγούμενης ταινίας; Νυχτοπερπατήματα στην λεωφόρο των τσακισμένων ονείρων, τηλεγραφήματα από μια στοιχειωμένη χώρα που ονομάζεται σινεμά, οι δυο ταινίες απαρτίζουν έναν ιδιόρρυθμο αλλά ευφυή στοχασμό επάνω στην ψευδαισθητική δύναμη και την αιμονική ισχύ του κινηματογραφικού εργαλείου. Ο Λιντς παρουσιάζει την οθόνη ως ένα ανησυχητικό καταφύγιο υποσυνείδητων εκδηλώσεων και ανεκδήλωτων φόβων. Αντιμετωπίζει ήρωες και πλοκή (;) ως θραύσματα ενός ραγισμένου καθρέφτη που αντανακλά παραμορφωτικά έναν ολόκληρο κόσμο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνει από τη στιγμή της γέννησής του ο κινηματογράφος…


Ο Παίκτης (The Player / 1992) του Ρόμπερτ Αλτμαν


«Μπορούμε για μια φορά να μιλήσουμε για κάτι άλλο εκτός από το Χόλιγουντ; Μορφωμένοι άνθρωποι είμαστε…» (στο δωμάτιο πέφτει άκρα σιωπή).


Δυο δεκαετίες εξοστρακισμού από το Χόλιγουντ έπεισαν τον 67χρονο Αλτμαν να μετατρέψει το θρίλερ μυθιστόρημα του Μάικλ Τόλκιν σε ένα δηλητηριώδες γράμμα ενάντια στη μακροχρόνια νέμεσή του. Ο Παίκτης είναι γεμάτος inside jokes και φαρμακερή ειρωνεία που δεν χαρίζεται σε κανέναν και τίποτα. Αυτό που κάνει τούτο το ηδονικά σαρδόνιο φιλμ σπουδαίο, ωστόσο, είναι η εκπληκτική οξυδέρκειά του στη σκιαγράφηση της βιομηχανίας του θεάματος. Ενας ολόκληρος κόσμος παρουσιάζεται σαν ένα πελώριο και αυτιστικό τσίρκο όπου τα πάντα είναι μπίζνες, η δημιουργικότητα και η καλλιτεχνία ισοδυναμούν με βλαβερό ιό, καμιά ταινία δεν γυρίζεται αν η σύνοψή της δεν χωρά σε 25 λέξεις και οι κανόνες της ηθικής ξαναγράφονται: Μπορείς άνετα να δολοφονήσεις κάποιον και να τη γλιτώσεις. Δεν επιτρέπεται, όμως, σε καμιά περίπτωση να κάνεις μια ταινία που δεν βγάζει λεφτά…


Η Κατάσταση Των Πραγμάτων (Der Stand Der Dinge / 1982) του Βιμ Βέντερς


«Μπορεί η ζωή να είναι έγχρωμη, το ασπρόμαυρο τού φιλμ όμως είναι πιο ρεαλιστικό».


Παρ όλο που ο τίτλος της ταινίας του Βέντερς παραπέμπει περισσότερο σε υπαρξιστικό δοκίμιο, υπό μία έννοια είναι απολύτως ρεαλιστικός: εγκλωβισμένος σε αλλεπάλληλα αδιέξοδα γύρω από την ολοκλήρωση του Χάμετ, ο Γερμανός σκηνοθέτης αποτύπωσε αλληγορικά την προσωπική του αμερικανική περιπέτεια. Ομοεθνής και συνάδελφος του Βέντερς, ο ήρωάς του Φρίντριχ Μονρό βλέπει τα γυρίσματα της ασπρόμαυρης ταινίας επιστημονικής φαντασίας The Survivors να σταματούν λόγω έλλειψης χρημάτων και το συνεργείο του να συντρίβεται από την αδράνεια. Κατάμαυρο νουάρ, συσχετισμός αμερικανικού και ευρωπαϊκού κινηματογράφου ή μια βουτιά στα υπαρξιακά αδιέξοδα των ανθρώπων του σινεμά; Μάλλον όλα τα παραπάνω και τελικά μια ιδιοφυής σύνδεση μεταξύ κάμερας και όπλου, μέσα από ένα φινάλε που… θα ξαναβλέπαμε στο Blair Witch Project.


Δον Κιχώτης Χωρίς Τέλος (Lost In La Mancha / 2002)των Κιθ Φούλτον και Λούις Πέπε


«Αν πρόκειται να γυρίσεις τον Δον Κιχώτη, πρέπει να γίνεις κι εσύ ο ίδιος Κιχώτης».


Οταν ο Τέρι Γκίλιαμ έφτανε στην Ισπανία το 2000 προκειμένου να σκηνοθετήσει τo The Man Who Killed Don Quixote, μάλλον δεν φανταζόταν ότι άρχιζε μια άνιση μάχη με τη μοίρα, την ίδια που δεν επέτρεψε στον Ορσον Γουέλς να μεταφέρει τον ήρωα του Θερβάντες στην οθόνη. Οι Φούλτον και Πέπε πήραν πάντως από τον Γκίλιαμ την άδεια για ένα making of και οι αναποδιές τους οδήγησαν στην κινηματογράφηση «του χειρότερου φόβου κάθε σκηνοθέτη». Ισως ο Ζαν Ροσφόρ να μην υποδύθηκε ποτέ τον Δον Κιχώτη, σε τέτοιον μεταμορφώνεται όμως ο ίδιος ο Γκίλιαμ: παλεύει με θεούς και δαίμονες, κυνηγώντας μέχρι τέλους τους δικούς του, προσωπικούς ανεμόμυλους.


Ρulp ναι, fiction… μάλλον όχι


Οταν ομοιότητες με πρόσωπα και γεγονότα του κινηματογραφικού χώρου δεν είναι και τόσο συμπτωματικές, η ταινία που βλέπετε βαδίζει στο τεντωμένο σχοινί της καταγραφής της Ιστορίας. Αδυνατώντας να τινάξουν την περιττή χρυσόσκονη και να αδιαφορήσουν για μια βιογραφία-κουτσομπολιό, τα περισσότερα φιλμ της κατηγορίας φτάνουν απλώς στο ύψος μιας αξιοπρεπούς τηλεταινίας. Εξάλλου, ποιο το νόημα να παρακολουθήσεις το Τσάρλι, όταν και μόνο η συνύπαρξη του πρώην Σαρλό με τον Μπάστερ Κίτον στα Φώτα Της Ράμπας ξεπερνά τα όρια της μυθοπλασίας και βιώνεται ως νοσταλγικό ντοκουμέντο; Από την άλλη, το Εντ Γουντ του Μπάρτον επιβάλλει την αισθητική του στον άνθρωπο που σκηνοθέτησε το Plan 9 From Outer Space και μετατρέπεται σε έναν ανεπανάληπτα σινεφιλικό φόρο τιμής. Ωστόσο, η ταυτότητα του βιογραφούμενου συνεχίζει να έχει σημασία, γι αυτό και η αντίστοιχη νοσταλγία του Σκορσέζε στο Aviator (βλ. Χάουαρντ Χιουζ) μοιάζει κομματάκι αφελής. Στον αντίποδα των ορθόδοξων βιογραφιών, στέκεται το συνταρακτικό Nicks Movie του Βέντερς, sui generis περίπτωση ταινίας αποχαιρετισμού ή αλλιώς κάτι σαν καλλιτεχνική ευθανασία στον Νίκολας Ρέι. Εάν θέλουμε να εντοπίσουμε εντονότερες πολιτικές αποχρώσεις, η πρόσθεση του… προ Πολίτη Κέιν Ορσον Γουέλς και άλλων αστεριών της εποχής στο ψηφιδωτό των Ανταρτών Του Μπρόντγουεϊ εξυπηρετεί τον παθιασμένο αλλά επιπόλαιο αγωνιστικό θούριο του Τιμ Ρόμπινς. Επίσης, προκειμένου να τροφοδοτήσουν τη μαρξιστική τους προβληματική, οι αδερφοί Ταβιάνι τρυπώνουν στα παρασκήνια της Μισαλλοδοξίας του Γκρίφιθ, με όχημα τους πρωταγωνιστές του Καλημέρα Βαβυλωνία.


5 κινηματογραφικοί τρόποι για να πεις «Χόλιγουντ Σε Μισώ!»


Ενα Αστέρι Γεννιέται. Ο Τζορτζ Μέισον και η Τζούντι Γκάρλαντ βλέπουν την προσωπική τους ζωή να συνθλίβεται κάτω από το βάρος της επιτυχίας.


Η Ξυπόλητη Κόμισσα. Η διόλου κολακευτική άποψη του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς για τον κόσμο του θεάματος περνάει στο πάνθεο με τα μελοδράματα του αμερικανικού σινεμά.


The Big Knife. Ο Ρόμπερτ Ολντριτζ σκορπά βιτριόλι σε αυτό τον συνδυασμό σφιχτοδεμένου νουάρ και αμείλικτης κριτικής του σταρ σίστεμ.


Τhe Day Of Τhe Locust. Ο Τζον Σλέσινγκερ σκηνοθετεί ένα βαθιά πεσιμιστικό έπος για την Αμερική, όπως το καθρεφτίζουν τα προσωπικά αδιέξοδα των ανθρώπων του θεάματος.


Μπάρτον Φινκ. Η μεφιστοφελική φάρσα των Κοέν βάζει τον σεναριογράφο ήρωά της να περιπλανηθεί στους διαδρόμους ενός στοιχειωμένου, θαρρείς, ξενοδοχείου που θα μπορούσε να ονομάζεται Χόλιγουντ.


 


Φώτα, κάμερα, πάμε!


Πέρα από τις θεωρητικές διαμάχες περί κάμερας-στυλό ή κάμερας-ματιού, η μηχανή λήψης έχει γίνει επανειλημμένα πρωταγωνίστρια η ίδια. Παιδικό παιχνίδι ανοιχτό σε πειραματισμούς στα γεννοφάσκια του σινεμά, όπως στον Κινηματογραφιστή του Μπάστερ Κίτον και μπλεγμένο σε έναν απεχθή επαγγελματισμό αργότερα, στον Ερασιτέχνη Κινηματογραφιστή του Κισλόφσκι. Ιδανικός μάρτυρας για το διαχωρισμό ανάμεσα στην αλήθεια και την παραίσθηση στα Χρώματα Της Ιριδος, ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη στο Σημασία Εχει Ν Αγαπάς. Εργαλείο σκηνοθετικού αυνανισμού στο Τελευταίο Τανγκό Στο Παρίσι και θαυμαστής σοφίας στο ανοιχτό φινάλε της Γεύσης Του Κερασιού. Και, πάνω απ όλα κιβωτός της μνήμης των νεκρών: το πρόσφατο Grizzly Man μας το υπενθύμισε με τον καλύτερο τρόπο.


 


Oταν τα φώτα χαμηλώνουν… περιπέτειες στη σκοτεινή αίθουσα


Ο συνδυασμός ταινία και σκοτεινή αίθουσα κρύβει οπωσδήποτε κάτι ερωτικό μέσα του. Θα συμφωνήσουν με αυτό και οι τρεις Ονειροπόλοι του Μπερτολούτσι, οι οποίοι αφομοιώνουν τις προβολές της παρισινής ταινιοθήκης με το ίδιο πάθος που ενδίδουν στις γνωριμίες της σάρκας. Σε τσοντάδικο προσκαλεί τον Ντέιβιντ Νότον τού Ενας Λυκάνθρωπος Στο Λονδίνο ο… μακαρίτης φίλος του Γκρίφιν Νταν, για να τον παρακαλέσει να αυτοκτονήσει, μήπως και του κάνει έτσι παρέα στον μοναχικό άλλο κόσμο. Μια πορνοταινία επιλέγει ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο του Ταξιτζή στο πρώτο του ραντεβού με την Σίμπιλ Σέπερντ, η οποία όμως δεν βλέπει με καλό μάτι τα σινεφίλ γούστα του καβαλιέρου της. Ο Ντε Νίρο επισκέπτεται ξανά σκοτεινή αίθουσα στο Ακρωτήρι Του Φόβου, όπου με αναμμένο πούρο και ενοχλητικά χαχανητά εμποδίζει την οικογένεια του Νικ Νόλτε να δει την ταινία με την ησυχία της. Τα ηχηρά γέλια του Ντε Νίρο ωχριούν, εντούτοις, μπροστά στην επέλαση των αφηνιασμένων Γκρέμλινς που… κάνουν κατάληψη σε μια προβολή του Η Χιονάτη Και Οι Εφτά Νάνοι, έχοντας τρέψει σε άτακτη φυγή θεατές και προβολατζή. Οπου φύγει φύγει οδηγούνται και οι πελάτες ενός drive in σινεμά στο Targets του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, όταν ελεύθερος σκοπευτής αρχίζει να πυροβολεί εναντίον τους.


Λιγότερο τυχερή αποδεικνύεται η Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, μιας και στο ξεκίνημα του Scream 2 καταλήγει μαχαιρωμένη από τον… serial killer διπλανό της στην αίθουσα. Για να σκοτώσουν την πλήξη τους, οι Βλάσης Μπονάτσος, Χρήστος Βαλαβανίδης και Πάνος Χατζηκουτσέλης του Πατρίς, Ληστεία, Οικογένεια βγάζουν εισιτήριο για το αγγελοπουλικών απόηχων έπος Ο Θίασος Των Κυνηγών Του Μεγαλέξανδρου, φεύγουν όμως λίγο αργότερα γιατί η ταινία τους φάνηκε «πολύ μαλακία»! Στο Goodbye Dragon Inn του Τσάι Μινγκ Λιάνγκ οι ελάχιστοι θαμώνες μιας παρακμασμένης αίθουσας ασχολούνται όχι με την περιπέτεια πολεμικών τεχνών στην οθόνη, αλλά με το να «ψωνίσουν» κανέναν από τους πιο «διαθέσιμους» πελάτες του σινεμά. Περισσότερο απασχολημένη με τα επί οθόνης δρώμενα, η μοναχική Μία Φάροου στο Πορφυρό Ρόδο Του Καϊρου βλέπει τον πρωταγωνιστή της αγαπημένης της ταινίας να αποδρά από το φιλμ στην κανονική ζωή. Συνεπαρμένη μπροστά σε ένα πανί, μια ολόκληρη επαρχιακή κωμόπολη της Ιταλίας ξεσπά σε γέλια και κλάματα, αναλόγως της ταινίας που προβάλλει κάθε βραδιά το Σινεμά Ο Παράδεισος. Κάτοικος ισπανικού χωριού, η ανήλικη Ανα Τόρεντ αφήνει το τέρας του Φρανκενστάιν να εισβάλλει στα παιδικά όνειρά της, από τη στιγμή που το αντικρίζει στην μεγάλη οθόνη (Το Πνεύμα Του Μελισσιού). Κομμάτι μιας σκονισμένης αμερικανικής επαρχίας που σιγοσβήνει, το μοναδικό τοπικό σινεμά της κωμόπολης Αναριν κατεβάζει οριστικά ρολά, με τον παλαίμαχο ιδιοκτήτη του Βαν Τζόνσον να το αποχαιρετά με μια συγκινητική Τελευταία Παράσταση. Εξω από μια arthouse σάλα που παίζει το Πρόσωπο Με Πρόσωπο του Μπέργκμαν, ο Γούντι Αλεν βιώνει τη δική του αγωνία στον Νευρικό Εραστή επειδή η αργοπορημένη Νταιάν Κίτον του στέρησε τα εναρκτήρια λεπτά του φιλμ. Αμέσως μετά στήνονται στην ουρά για να ξαναδούν το τετράωρο ντοκιμαντέρ The Sorrow And The Pity του Μαρσέλ Καρνέ! Προβολατζής με το όραμα να γίνει ντετέκτιβ, ο Μπάστερ Κίτον του Sherlock Jr αποκοιμιέται εν ώρα εργασίας και μεταφέρεται στην ταινία που προβάλλεται εκείνη τη στιγμή επί οθόνης. Επειτα ξυπνάει, το όνειρο τελειώνει και τα φώτα της αίθουσας ανάβουν…

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ