• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Το Κατά Μάρτιν Ευαγγέλιο …σε 10 «αποκαλυπτικά» κεφάλαια

29 Μαρ 2007 | Θέματα | 0 comments

Οσο παρακολουθούμε το «καλό» με το «κακό» να κυνηγούν τη σκιά τους στον Πληροφοριοδότη, σκεφτόμαστε ότι όλα έχουν ειπωθεί για τον κορυφαίο Αμερικανό σκηνοθέτη και τις εμμονές του: τα άσωτα αρσενικά, οι κακόφημοι νεοϋρκέζικοι δρόμοι, το αίμα, οι ενοχές του καθολικισμού, η κάθαρση, το ηλεκτρισμένο μοντάζ, τα φευγάτα σάουντρακ. Γι αυτό, επιλέγουμε από το σκορσεζικό σύμπαν 10 σκηνές που μιλάνε από μόνες τους. Από την Πόλυ Λυκούργου
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Οσο παρακολουθούμε το «καλό» με το «κακό» να κυνηγούν τη σκιά τους στον Πληροφοριοδότη, σκεφτόμαστε ότι όλα έχουν ειπωθεί για τον κορυφαίο Αμερικανό σκηνοθέτη και τις εμμονές του: τα άσωτα αρσενικά, οι κακόφημοι νεοϋρκέζικοι δρόμοι, το αίμα, οι ενοχές του καθολικισμού, η κάθαρση, το ηλεκτρισμένο μοντάζ, τα φευγάτα σάουντρακ. Γι αυτό, επιλέγουμε από το σκορσεζικό σύμπαν 10 σκηνές που μιλάνε από μόνες τους. Από την Πόλυ Λυκούργου


1. «Βe My Βaby» (Κακόφημοι Δρόμοι / Mean Streets, 1973)


«Δεν εξαγνίζεις τις αμαρτίες σου στην εκκλησία. Το κάνεις στους δρόμους. Τα υπόλοιπα είναι μαλακίες – και το ξέρεις!». Σε μαύρη οθόνη, το voice over αποκαλύπτει την αλήθεια που θα κυριαρχήσει στη συνείδηση των αιματοβαμμένων φιλμ του. Ο Τσάρλι (Χάρβεϊ Καϊτέλ) ανοίγει τα μάτια, οι Ronettes ξεγελάνε τις αισθήσεις με την ποπ ελαφρότητα του αιτήματός τους («Βe My Βaby») και το ίδιο κάνει και η εικόνα, με το home video που ακολουθεί και μας συστήνει με υπότιτλους τους ήρωες: η νοσταλγική αθωότητα που είναι συνυφασμένη με το Super 8 παλεύει με τον κυνισμό της πραγματικότητας (ο Τζόνι Μπόι του Ντε Νίρο να βάζει φωτιά σ’ ένα γραμματοκιβώτιο). Στην αρχή της ταινίας, στην αρχή μιας καριέρας, έχει ήδη αποκωδικοποιηθεί το γλωσσάρι ανάγνωσής της: βία υπό τους ήχους αγαπημένων τραγουδιών, θρησκευτική ενοχή, καταραμένοι ήρωες μάταιων αγώνων – ίσως έτσι εξηγείται γιατί πυροβολούν μ ένα 38άρι τα φώτα του Empire State Building- και μία αδιόρατη θλίψη. Στην αρχή της ταινίας, στην αρχή μιας καριέρας, όλα μοιάζουν με ελεγειακό φινάλε: τέλος του ρομαντισμού, τέλος της πλάνης, τέλος της ασφάλειας. Οταν, 33 χρόνια μετά, ο Πληροφοριοδότης ξεκινά με παρόμοιο τρόπο, είμαστε πλέον σίγουροι: το έγκλημα ήταν πάντα προμελετημένο.


2. Ταξί, (Μετά Τα Μεσάνυχτα / After Hours, 1985)


Η φιλμική κατάθεση αγάπης του Σκορσέζε για τη γενέτειρά του Νέα Υόρκη είναι μαύρη σαν νύχτα που δεν τελειώνει ποτέ και σαν κωμωδία που δεν ξεχωρίζει από εφιάλτη. Η ξενάγηση στην πόλη που ποτέ δεν κοιμάται και παγιδεύει τους κατοίκους της σ’ ένα λαβύρινθο χωρίς έξοδο κινδύνου ξεκινάει, ειρωνικότατα, με την αυτοσαρκαστική σχεδόν σκηνή του ταξί: ο Πολ (Γκρίφιν Νταν) δηλώνει στον Νεοϋρκέζο ταξιτζή ότι δεν βιάζεται, αλλά εκείνος επιμένει να τρέχει δαιμονισμένα στους δρόμους του Σόχο. Οσο ο Πολ γλιστράει στο πίσω κάθισμα και χάνει και το μοναδικό του 20δόλαρο από το ανοιχτό παράθυρο, βιώνουμε την παράνοια, την ένταση και την κωμικοτραγική διάσταση της μητρόπολης που μοιάζει με λούνα παρκ ενηλίκων. Μια επικίνδυνη, μα τόσο σαγηνευτικά λαμπερή βόλτα στα αξημέρωτα σκοτάδια της…


3. «Ηelpless» (The Last Waltz, 1978)


Για τον περισσότερο κόσμο, αριστούργημα. Για κάποιους, άδικος ύμνος στον Ρόμπι Ρόμπερτσον, ο οποίος κλέβει και τα περισσότερα κοντινά. Στην πραγματικότητα, απόδειξη ότι ο ασθματικός Σκορσέζε αναπνέει φιλμ και rock n roll. Μαζί. Γιατί δεν είναι ότι ως νεαρός κινηματογραφιστής βρέθηκε στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή (την τελευταία συναυλία των Band τον Νοέμβριο του 1976), με ένα απρόσμενο «καστ» μυθικών μορφών της ροκ σκηνής (από τον Βαν Μόρισον και τον Ερικ Κλάπτον μέχρι τον Dr. John και τον Ρίνγκο Σταρ). Είναι πώς τους κινηματογράφησε. Πώς έπιασε τη «θλίψη» του Λέβον Χελμ, τη σπασμένη ζώνη της κιθάρας του Κλάπτον, το λευκό καπέλο του Μπομπ Ντίλαν. Μία είναι η σκηνή όμως που αποδεικνύει προσωπικό πάθος, πέρα από επαγγελματική μαεστρία. Ο Νιλ Γιανγκ τραγουδάει το «Ηelpless» και η σκοτεινή φιγούρα της Τζόνι Μίτσελ κάνει μόνη της, κρυφά, δεύτερη φωνή από τα παρασκήνια. Η λαχτάρα της ερμηνείας συναντά την λαχτάρα της κάμερας. Helplessly…


4. «Τετέλεσται» (Ο Τελευταίος Πειρασμός / The Last Temptation Of Christ, 1988)


Πολύ πριν ένας κώδικας κρυμμένος στο χαμόγελο της Μόνα Λίζα σκανδαλίσει τη χριστιανική ηθική, ο Σκορσέζε είχε μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το βιβλίο του Καζαντζάκη, που τόλμησε να εκφράσει την ίδια «φαντασίωση»: τον Ιησού ως άντρα. Μία ταινία – δοκιμαστήριο για τον δημιουργό της, πάλαι ποτέ παιδί του κατηχητικού και νυν δηλωμένο αγνωστικιστή, ο οποίος πάλεψε με όλα τα φαντάσματα της πίστης του στη δημόσια αρένα της μεγάλης οθόνης. Χρησιμοποιώντας τη σήμα κατατεθέν slow motion τεχνική του, την επίτηδες «στραβή» κινηματογράφηση της σταύρωσης, την ανεπανάληπτη μουσική του Πίτερ Γκάμπριελ και την αμεσότητα της ερμηνείας των ηθοποιών του, ο Σκορσέζε προσκύνησε, δεν εκμαύλισε, την ιερότητα της ιστορίας. Κι αν στη μνήμη παραμένει η σεκάνς του πειρασμού (με τον Χριστό του Γουίλεμ Νταφόε να ονειρεύεται από τον σταυρό τη ζωή του ως άνθρωπος παντρεμένος με τη Μαγδαληνή), η πραγματικά μεγάλη σκηνή του φιλμ είναι η κραυγή του τέλους του Θεανθρώπου: «Τετέλεσται» και το φιλμ παίρνει φως και καίγεται – μια υπέρτατη ανιδιοτελής παραχώρηση για τον σκηνοθέτη, που, στη σύγκρουση μεταξύ θρησκευτικού μύθου και πίστης, επιλέγει τη θυσία.


5. Μονόπλανο εισόδου από την κουζίνα (Καλά Παιδιά / Goodfellas, 1991)


Η κάμερα του Σκορσέζε ποτέ δεν μένει στατική. Πάντα κινείται – έστω ανεπαίσθητα. Είναι η φιλοσοφία του για την υποκειμενική άποψη στο σινεμά: δεν παρατηρεί, «παρατηρούμε». Είμαστε κι εμείς στο πλάνο, όταν ο Χένρι χαζεύει από το παράθυρό του τον μικρόκοσμο του οργανωμένου εγκλήματος στην Μικρή Ιταλία. Περπατάμε πίσω του όταν μπαίνει στο κλαμπ και το voice over του μας συστήνει τους «παίκτες». Στην πιο διάσημη σκηνή της ταινίας, όμως, η κάμερα μάς έχει πιάσει από το χέρι στην υπέρτατη απόπειρα αποπλάνησης. Ο Χένρι οδηγεί την Κάρεν στην πίστα του Copacabana από τους δαιδαλώδεις διαδρόμους της κουζίνας. Στο μονόπλανο, που διαρκεί 148 δευτερόλεπτα, ο ήρωας γλιστρά ανενόχλητος σ’ έναν χώρο όπου λίγοι έχουν πρόσβαση: έχει το κορίτσι, έχει τη δύναμη, έχει και το πρώτο τραπέζι στο αμερικανικό όνειρο. Κι ας μπήκε από την πίσω πόρτα.


6. Τίτλοι αρχής (Καζίνο / Casino, 1995)


Μία από τις πιο εντυπωσιακές ενάρξεις στην ιστορία του σινεμά. Ο «Ασος» Σαμ Ρόθσταϊν (Ντε Νίρο) περπατάει προς το αυτοκίνητό του και ξεκινάει το κλασικό σκορσεζικό voice over που μας τον συστήνει. Μπαίνει, γυρίζει το κλειδί και… Πάνω στις φλόγες της έκρηξης (το πυρ το εξώτερον;) ο αμαρτωλός ήρωας βρίσκει την κάθαρση, ο Σκορσέζε την Αποκαλυπτικά συμβολική αρχή/φινάλε του κι ο Σολ Μπας τον ιδανικό καμβά για να δέσει τους αριστουργηματικούς του τίτλους: όσο η πτώση του ήρωα από τον Χαμένο επίγειο Παράδεισο συνοδεύεται από τους ελεγειακούς ήχους του «Τα Κατά Ματθαίων Πάθη», τα credits φωτίζονται από τις νέον μαρκίζες της αμαρτωλής πόλης του Βέγκας. Μας είχε προδιαθέσει με τους Κακόφημους Δρόμους και τα Καλά Παιδιά, εδώ μας το λέει ξεκάθαρα: δεν κινηματογραφεί γκανγκστερικές ιστορίες, αλλά σύγχρονες τραγωδίες επικών διαστάσεων.


7. Ζωγραφίζοντας το αριστούργημα (Ιστορίες Της Νέας Υόρκης – «Μαθήματα Ζωής» / New York Stories – «Life Lessons», 1989)


Το πορτρέτο του καλλιτέχνη. Αυτό σχηματίζει με παθιασμένες αυτοκαταστροφικές σκιαγραφήσεις ο αρτίστας Σκορσέζε – ευλογημένος στην τέχνη του, καταραμένος στην προσωπική του ζωή. Το φλογισμένο πνεύμα του Λάινελ (Νικ Νόλτε) στην σκηνή που, όταν εκείνη φεύγει, εκείνος ζωγραφίζει επιτέλους το αριστούργημά του, είναι σχεδόν επώδυνο να το παρακολουθείς. Χαμένοι πόθοι, ανασφάλειες, αγωνίες, κραυγές, ψίθυροι, δάκρυα, παραδοχή ανικανότητας, έρωτας που δε θα εκφραστεί ποτέ… όλα απέχουν μερικές ευφυείς πινελιές από το να ονομαστούν «τέχνη» και να προσφερθούν προς δημόσιο ανάγνωσμα και θαυμασμό. Ο αφανής στην προσωπική του ζωή Μάρτιν δε χαρίζεται στο είδωλο στον καθρέφτη: το απογυμνώνει ολοκληρωτικά. Για να είναι «άξιος» επόμενης δημιουργίας, ξέρει ότι πρέπει να βρει και να χάσει την επόμενη μούσα. Ο πόνος γεννά τέχνη, η χαρά ζωή. Κι ο καλλιτέχνης είναι πολύ εγωπαθής για να ζήσει.


8. Το παγκάκι και το φινάλε (Τα Χρόνια Της Αθωότητας / The Age Of Innocence, 1992)


Στο μοναδικό επικό του δράμα εποχής, ο Σκορσέζε αφήνει τον ηλικιωμένο ήρωά του μόνο σ’ ένα παγκάκι, να κοιτά ψηλά, προς ένα κλειστό παράθυρο. Πίσω από τις γρίλιες του κρύβεται η ζωή που δεν τόλμησε να ζήσει. Αν κανείς απόρησε γιατί ο δημιουργός βίαιων πορτρέτων ασχολήθηκε με ένα τέτοιο βιβλίο κι ένα τέτοιο θέμα, τότε μάλλον δεν τον ξέρει καλά. Αθεράπευτα ρομαντικός, με αυτή την ταινία ο Σκορσέζε αποδίδει στον όρο την πραγματική του έννοια: τον απάνθρωπο πόνο του έρωτα, τον σπαραγμό που γιατρεύεται μόνο όταν τη δεις ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα ενός πάρτι, μόνο όταν φιλήσεις έστω την παλάμη του χεριού της. Η τελευταία σκηνή παραδέχεται την ήττα και τον αποπροσανατολισμό του άντρα ο οποίος έχασε τη μία φευγαλέα ευκαιρία ευτυχίας. Ο Νιούλαντ Αρτσερ (Ντάνιελ Ντέι Λιούις) είναι για τον Σκορσέζε ο χειρότερος από τους «εγκληματίες» του. Ο μοναδικός του ήρωας που δεν αξίζει κάθαρση, μόνο να κάτσει ανήμπορος στο παγκάκι της μεταμέλειάς του.


9. Μπανγκ-Μπανγκ-Μπανγκ (Ο Ταξιτζής / Taxi Driver, 1976)


Αναμφίβολα η σκηνή που έχει γνωρίσει τη μεγαλύτερη δόξα από τον άγρυπνο Ταξιτζή και τις νοσηρές περιηγήσεις του στην μπόχα της Νέας Υόρκης είναι το «Αre you talking to me?» ντελίριο αυτοσχεδιασμών του Ντε Νίρο μπροστά από τον καθρέφτη. Η σκηνή όμως που αποτυπώνει τις πραγματικές διαστάσεις του κλειστοφοβικού αδιέξοδου του καταραμένου Τράβις Μπινκλ είναι εκείνη που ακολουθεί το εξπρεσιονιστικό μακελειό. Μια άλλη ταινία θα είχε χαρίσει στον αντιήρωα μία διέξοδο – μέσα από την εκτέλεσή του ή την αυτοκτονία του. Το δικό του όπλο όμως δεν έχει άλλες σφαίρες. Κι εκείνος σηκώνει το ματωμένο του δάχτυλο και «πυροβολεί» τον κρόταφό του. Το σαρκαστικό μειδίαμα του Ντε Νίρο, η slow motion υποχώρηση της κάμερας στην ιχνηλασία του λουτρού αίματος, όλα «ανοίγουν» πέρα από τα πτώματα, τις κηλίδες αίματος, τους συγκεντρωμένους απ έξω περαστικούς. Πέρα και εκτός της οθόνης, αλλά ταυτόχρονα και γύρω από το λαιμό μας, στερώντας το οξυγόνο. Yes, he was talking to us.


10. «Δεν με έριξες ποτέ κάτω, Ρέι» (Οργισμένο Είδωλο / Raging Bull, 1980)


Σκηνές πυγμαχίας σ’ ένα ρινγκ το οποίο η κάμερα- δηλαδή εμείς- δεν εγκαταλείπουμε ποτέ. Δεν παρακολουθούμε ηδονοβλεπτικά, αλλά δεχόμαστε την κάθε γροθιά, φτύνουμε το αίμα, αλλά δεν επιτρέπουμε ποτέ στον εαυτό μας να πέσει. Ως ένας σύγχρονος Οθέλλος, ο τραγικός ήρωας του Σκορσέζε δεν πέφτει – δεν επιτρέπει στον πόνο να σταματήσει. Είναι ο εξαγνισμός του, η κάθαρσή του από την προσωπική του ατέλεια. Οσο ο Ντε Νίρο/Τζέικ ΛαΜότα δεν παλεύει, νικούν οι δαίμονες. Μέσα στο ρινγκ μπορεί να τους ξορκίσει. Ο Σκορσέζε κινηματογραφεί αυτή τη συμβολική παλαίστρα επί δέκα εβδομάδες, πειραματίζεται με τους φακούς, την ταχύτητα και το μέγεθος των σχοινιών που αλλάζουν ανάλογα με το στάδιο της ψυχολογικής φθοράς του ΛαΜότα. Στο σάουντρακ μιξάρει το βουητό του όχλου με κραυγές ζώων και σπάσιμο γυαλιών. Ο φακός του σταματάει πόντους πριν τις ματωμένες γροθιές. Ολα όμως αποτυπώνονται σε ασπρόμαυρο φιλμ, ενώ, όπως και ο ήρωας βλέπει τα πάντα με αντίληψη παγιδευμένου ζώου: σε άσπρο-μαύρο, σε φίλους και εχθρούς. Η σκηνή του τελευταίου αγώνα, με τον ΛαΜότα να φωνάζει και το πλάνο των ματωμένων σχοινιών που πάλλονται σε αργή κίνηση αποτελεί κινηματογραφική ανάμνηση με την οποία θα παλεύουμε για πάντα.


Υou Talkin To Me?
10 ατάκες που έγραψαν ιστορία


1. «Ο Θεός μ αγαπάει. Το ξέρω ότι μ αγαπάει. Θέλω να σταματήσει».
(Ιησούς, Τελευταίος Πειρασμός)


2. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω γκάνγκστερ. Ηταν σημαντικότερο και από το να γίνω ο Πρόεδρος της Αμερικής».
(Χένρι, Τα Καλά Παιδιά)


3. «Θα μπορούσα να είχα γίνει κάποιος».
(Τζέικ, Οργισμένο Είδωλο)


4. «Το μόνο που ήθελα ήταν να βγω για λίγο από το σπίτι…».
(Πολ, Μετά Τα Μεσάνυχτα)


5. «Κάποια μέρα, μια αληθινή βροχή θα ξεπλύνει τους δρόμους από όλη αυτή τη σαπίλα».
(Τράβις, Ο Ταξιτζής)


6. «Οταν αγαπάς κάποιον πρέπει να τον εμπιστεύεσαι. Διαφορετικά, ποιος ο λόγος να τον αγαπάς;».
(Σαμ «ο Ασος», Καζίνο)


7. «Καλύτερα βασιλιάς για μια νύχτα, παρά μαλάκας για μια ζωή».
(Ρούπερτ, Ο Βασιλιάς Της Κωμωδίας)


8. «Εγώ είμαι mook; Ποιον είπες ρε mook; Κανείς δεν με λέει mook! (παύση)… Τι είναι mook;».
(Τζόνι Μπόι, Κακόφημοι Δρόμοι)


9. «Πώς σε λένε είπαμε; Αμστερνταμ; Εγώ είμαι η Νέα Υόρκη».
(Χασάπης Μπιλ, Συμμορίες Της Νέας Υόρκης)


10. «Αν ξέρω ένα πράγμα για τον εαυτό μου, είναι αυτό: το χέρι μου δεν τρέμει».
(Μπίλι, Ο Πληροφοριοδότης)


Like a Rolling Stone…
10 τραγούδια θα μας πει


1. «Ρlease Mr. Ρostman» – The Marvelettes
(Καυγάς στο μπιλιαρδάδικο, Κακόφημοι Δρόμοι)


2. «Gimme Shelter» – The Rolling Stones
(Χρησιμοποιείται σε τρεις ταινίες του: Τα Καλά Παιδιά, Καζίνο, Πληροφοριοδότης)


3. «Whiter Shade Of Ρale» – Procol Harum
(O ζωγράφος μένει με το αριστούργημά του, Ιστορίες Της Νέας Υόρκης)


4. «Layla» – Ερικ Κλάπτον
(Ο Χένρι σε ντελίριο από την κόκα Τα Καλά Παιδιά)


5. «Love Is Strange» – Mickey And Sylvia
(H Τζίντζερ κερδίζει στη ρουλέτα και πετάει τις μάρκες στον αέρα. Ο Σαμ ερωτεύεται. Καζίνο)


6. «Come Rain Or Come Shine» – Ρέι Τσαρλς
(Τίτλοι αρχής, Ο Βασιλιάς Της Κωμωδίας)


7. «Late For The Sky» – Τζάκσον Μπράουν
(Ο Τράβις κλοτσάει την τηλεόρασή του, Ο Ταξιτζής)


8. «Ιts In The Way That You Use Ιt» – Ερικ Κλάπτον / Ρόμπι Ρόμπερτσον
(Ο Βίνσεντ παίζει μπιλιάρδο με αλαζονεία και τραγουδάει, Το Χρώμα Του Χρήματος)


9. «Comfortably Νumb» – Βαν Μόρισον / Ρότζερ Γουότερς / The Βand
(Οι μάσκες πέφτουν, Ο Πληροφοριοδότης)


10. «Like Α Rolling Stone» – Μπομπ Ντίλαν
(Ο Ντίλαν βάζει το βίσμα στην κιθάρα, No Direction Home)

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ