Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος υπογράφει τον Γιο Του Φύλακα, την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και μοιράζεται μαζί μας το περιπετειώδες κινηματογραφικό του ταξίδι. Ενα ταξίδι που ξεκινάει από ένα ξεχασμένο θαρρείς παρελθόν και συνεχίζει ακολουθώντας απρόοπτες διαδρομές στη χειμωνιάτικη σύγχρονη Πίνδο, πριν επιταχύνει ίσια προς το μέλλον του ελληνικού σινεμά.
Στα ίχνη του γιου
Πρέπει να πω εξαρχής πως δεν θεωρώ πως η ιστορία και η αφήγηση στον κινηματογράφο έχουν πια ξεπεραστεί, ότι αποτελούν «αντιγραφές» από τη λογοτεχνία και το θέατρο και γι αυτό είναι ξένες προς την «αληθινή» του φύση. Αντίθετα, πιστεύω πως οι ιστορίες είναι ένας ουσιαστικός και απέραντα γοητευτικός τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και να προσεγγίζουμε τον εαυτό μας.
Και βέβαια, δεν υπάρχουν ιστορίες δίχως συγκρούσεις. Λέγεται, μάλιστα, πως υπάρχουν τρία βασικά είδη δραματικής σύγκρουσης.
Ο άνθρωπος ενάντια στη φύση (ή το αντίστροφο).
Ο άνθρωπος ενάντια στον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος ενάντια στον εαυτό του.
Οταν όμως γράφεις ένα σενάριο, ξεχνάς ότι έχεις μάθει για τους κανόνες του, κι έτσι μαζί με τον Βασίλη Ραϊση (με τον οποίο γράψαμε τα δυο τελευταία ντραφτ) προσπαθήσαμε, μέσα από την ιστορία μας, να δούμε πώς αντικατοπτριζόμαστε σε μια ορεινή κοινότητα, σε ένα αντιπροσωπευτικό ελληνικό χωριό -αν μπορούμε βέβαια σήμερα να μιλάμε για κάτι τέτοιο- και πώς αυτό οδηγεί τον βασικό μας χαρακτήρα στην αυτοσυνειδησία. Τώρα που το σκέφτομαι διαπιστώνω πως η ιστορία μας, πράγμα που δεν είναι καθόλου σπάνιο, έχει στοιχεία κι από τα τρία παραπάνω είδη δραματικής σύγκρουσης.
Το επόμενο μέλημά μας ήταν να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο του φολκλόρ και της ηθογραφίας τόσο στο επίπεδο της αφήγησης όσο και στον τρόπο κινηματογράφησης της ιστορίας. Τα καταφέραμε; Εσείς θα το κρίνετε.
Σκεφτήκαμε πως μια «ελεύθερη» κινηματογράφηση, με την κάμερα σε κίνηση, να ακολουθεί συνεχώς τα πρόσωπα, δίχως προσπάθεια «καλλιέπειας» και «εξωραϊσμού» του τοπίου, θα αναδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία που θέλαμε να αφηγηθούμε. Οχι μόνο γιατί τόνιζε την «ντοκιμαντερίστικη» πλευρά της αλλά κυρίως γιατί είναι ο τρόπος που «βλέπει» τον κόσμο ο κύριος χαρακτήρας της – ένας νεαρός δημοσιογράφος που προέρχεται από το χώρο της τηλεόρασης. Εντούτοις θέλαμε η χρήση της κάμερας στο χέρι να είναι διακριτική και να μην αποτελεί «φιγούρα» ή αυτοσκοπό.
Αυτό ισχύει και για τον ηχητικό σχεδιασμό της ταινίας ήχοι καθαροί, δυνατοί, κάποιες στιγμές επιθετικοί.
Αντιμέτωποι με την Πίνδο
Αν κάποιος μου ζητούσε να περιγράψω με τι μοιάζει το γύρισμα μιας ταινία θα έλεγα το εξής: Είναι σα να έχεις φτιάξει ένα ιδανικό κτίριο. Ας πούμε ένα σπίτι. Το έφτιαξες όπως ακριβώς το ήθελες, το διακόσμησες με ό,τι πιο γουστόζικο και προσωπικό. Σου πήρε πολύ καιρό να το προετοιμάσεις. Μπορεί και χρόνια. Το γύρισμα είναι η πυρκαγιά που ξεσπάει! Το σπίτι αρχίζει να καίγεται. Να καίγεται για περίπου έξι βδομάδες, τόσο όσο κρατάνε τα γυρίσματα. Η δουλειά σου ως σκηνοθέτης συνίσταται στο να μπορέσεις με τη βοήθεια των συνεργατών σου να σβήσεις την πυρκαγιά και να σώσεις όσα περισσότερα μπορείς. Αν δεν μπορείς να σβήσεις όλες τις εστίες φωτιάς, τότε πρέπει κάπως να επωφεληθείς από αυτές. Οσο καλά κι αν δουλέψεις, το σπίτι θα υποστεί ζημιές. Λίγες είναι οι φορές που το σπίτι παραμένει εξίσου όμορφο και οι ζημιές σχεδόν δεν φαίνονται.
Στη δική μας περίπτωση, η πυρκαγιά ήταν μεγάλη και απροσδόκητη. Στα βουνά της Πίνδου, ο χειμώνας ξεκίνησε πολύ νωρίς -παρά τα προγνωστικά και τις στατιστικές- και ήταν πολύ άγριος. Το πρόγραμμα των γυρισμάτων πήγε κατά διαόλου, οι μετακινήσεις ήταν εξαιρετικά δύσκολες και επικίνδυνες. Ηταν αδύνατο να αντισταθείς σε τέτοια καιρικά φαινόμενα. Οπότε δεν υπήρχε άλλη λύση από το να προσαρμόσεις την ταινία στις συνθήκες ή καλύτερα να συνεργαστείς με έναν καινούριο σεναριογράφο: τον χειμώνα της Πίνδου.
Ενα άλλο πρόβλημα ήταν ότι στην ταινία είχαμε αρκετές σκηνές με ζώα. Επαιζε ένα μαύρο… αρνί (ο Περικλής), μια πέρδικα κι ένα ζαρκάδι. Οπως γνωρίζετε, τα ζώα, παρόλο που εκπαιδεύονται, δεν πάνε σε δραματική σχολή, δεν γνωρίζουν από Στανισλάφσκι και είναι λιγάκι δύσκολο να συνεννοηθείς μαζί τους. Και επιπλέον τα κουτιά φιλμ που είχαμε στη διάθεσή μας ήταν λίγα…
Εκεί που πάλι δεινοπαθήσαμε ήταν στο στήσιμο μιας ιδιαίτερα δύσκολης σκηνής, μια διάσωση σε γκρεμό. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ομάδα κασκαντέρ για την εκτέλεση τέτοιων σκηνών, όχι γιατί δεν υπάρχει ζήτηση, αλλά γιατί οι περισσότερες ελληνικές ταινίες, όπως και εμείς, δεν έχουν χρήματα για κάτι τέτοιο (όπως και για πολλά άλλα). Πάνω στην απελπισία μας, ως από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο φίλος Χρήστος Δροσόπουλος, εξαιρετικός δάσκαλος πολεμικών τεχνών και δεινός ορειβάτης κι έδωσε τη λύση. Ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω τις στιγμές που ήταν κρεμασμένος στον γκρεμό φορτωμένος με τον Γιώργο τον Σπάνια – τι στιγμές… ήταν για ώρες- κι εγώ του φώναζα «Συγγνώμη Χρήστο, μπορείς να πέσεις ακόμη μια φορά, σε παρακαλώ;!»
Αυτό όμως που μας κράτησε «ζωντανούς» ήταν το καλό κλίμα που δημιουργήθηκε μεταξύ μας. Δεθήκαμε πολύ γρήγορα και παρ όλες τις δυσκολίες δεν υπήρχε η παραμικρή γκρίνια. Αντίθετα, για έναν περίεργο λόγο, κυριαρχούσε μια θετική ατμόσφαιρα και υπήρχε συναδελφικό πνεύμα. Και λέω «για έναν περίεργο λόγο», γιατί κανείς από το συνεργείο δεν πληρωνόταν όπως θα έπρεπε για να δουλέψει κάτω από τέτοιες συνθήκες. Και γι αυτό τους χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Βαπτίσματα του πυρός
Συνολικά, ο απώτερος στόχος μας ήταν η ταινία όσο το δυνατόν να μοιάζει με τις ρώσικες κούκλες, τις «μπάμπουσκες». Κάθε θεατής που θα έχει όρεξη να ψάξει.. να βρίσκει. Ο πιο άμεσος στόχος; Μια νεανική ταινία που η δράση της να μην εκτυλίσσεται εκεί που θα περίμενε κανείς, δηλαδή στην Αθήνα, αλλά στην ελληνική ύπαιθρο, στα βουνά της Πίνδου. Κι αυτό όχι για λόγους πρωτοτυπίας, αλλά για πιο ουσιαστικούς. Η σύντομη παραμονή των βασικών χαρακτήρων σ’ αυτό τον χώρο θα αποδειχθεί εντελώς διαφορετική από ό,τι την περίμεναν και θα σταθεί καθοριστική για τη συγκεκριμένη φάση της ζωή τους. Οταν τελειώνει η ταινία δεν είναι πια οι ίδιοι, μέσα τους έχουν αλλάξει πολλά πράγματα.
Θέλω όμως εδώ να σταθώ στους ηθοποιούς της ταινίας και ιδιαίτερα στους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες, που τους υποδύθηκαν ο Νικόλας Αγγελής, ο Αποστόλης Τότσικας, η Ελένη Βεργέτη και ο Γιώργος Σπάνιας. Παρ όλη τη μικρή ή ανύπαρκτη εμπειρία τους στο σινεμά, δούλεψαν με έναν τρόπο που δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Στις πρόβες έκαναν δουλειά σε βάθος, δοκίμαζαν, πρότειναν, αμφισβητούσαν, αναδημιουργούσαν τον ρόλο. Το «βάπτισμα του πυρός» το πήραν κάτω από ασυνήθιστα δύσκολες συνθήκες, τέτοιες που δεν είναι καθόλου εύκολο να «παίξεις»: Να δουλεύεις νύχτα σε εξωτερικά γυρίσματα, με δεκαπέντε βαθμούς υπό το μηδέν, να χρειάζεται να πέσεις στα παγωμένα νερά ενός ορμητικού χειμάρρου ή να βρίσκεσαι κρεμασμένος με τις ώρες στον γκρεμό. Κάτω από τέτοιες συνθήκες μπόρεσαν και διατήρησαν την αυτοσυγκέντρωσή τους κι έπαιξαν με έναν τρόπο βαθύ, ουσιαστικό και άδολο. Ημουν πολύ τυχερός που συνεργάστηκα μαζί τους και είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον θα τους απολαύσουμε σε πολλές ταινίες.
Φωνές του χτες
Θεωρήσαμε ότι το χειμωνιάτικο τοπίο, στο οποίο κυριαρχούν τα γαιώδη χρώματα και αναδεικνύονται γυμνοί οι όγκοι και τα σχήματα, είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να εκτυλιχθεί η ιστορία μας θα της προσέδιδε δυναμισμό και τραχύτητα. Επιπλέον, αυτή η γύμνια είναι η εποχή της «αλήθειας» γι αυτές τις εγκαταλειμμένες ορεινές περιοχές. Η εποχή που η μοναξιά και τα προβλήματα τους οξύνονται.
Το τοπίο στον Γιο Του Φύλακα έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο, που ξεπερνάει αυτόν του φόντου. Είναι κι αυτό «χαρακτήρας». Ενας χαρακτήρας που έχει παρελθόν, παρόν και μνήμη, και η επίδρασή του στους «ζωντανούς» χαρακτήρες είναι καταλυτική. Τους φοβίζει, τους υποβάλλει, κάνοντάς τους να βλέπουν ασυνήθιστα όνειρα, πολλές φορές τους ζητά πράγματα για τα οποία χρειάζεται να δοκιμάσουν τα όριά τους.
Παρόλο που η αφήγηση της ταινίας είναι γραμμική και ο χρόνος «μετρήσιμος» (η δράση εκτυλίσσεται σε ένα διάστημα λιγότερο από δυο βδομάδες), οι χαρακτήρες τον βιώνουν με έναν διαφορετικό τρόπο. Σε μια περιδίνηση μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, στο φόντο ενός «μετρήσιμου» χρόνου, κυλά ο «βιωματικός» χρόνος, του οποίου η διάρκεια δεν ορίζεται.
Και μια και μιλάμε για χρόνο, θα μου επιτρέψετε να τελειώσω με τα λόγια του τραγουδιού «Του Χρόνου Η Αιώρα» των τίτλων τέλους.
Σα να ταν σήμερα το χτες / κι αύριο το τώρα,/έτσι, βουβά, λικνίζεται / του χρόνου η αιώρα.
Στέκω στο σύνορο μπροστά / που νύχτα δεν διαβαίνεις,/ γιατί ξυπνούν φωνές του χτες/ που δεν καταλαβαίνεις.
Δεν έχει νόημα να ζητάς/ στο σύννεφο μην κλάψει,/ στον ήλιο μη φιλήσει τη σκιά,/ στον άνεμο μην τρέξει.
Ηταν εχθές, ήταν μετά/ ή μήπως είναι τώρα;/ Οταν το σύννεφο έκλαιγε/ κι ο άνεμος χιμούσε;/Οταν ο ήλιος φίλαγε/ σκιά π αναρριγούσε;
Εύχομαι να μαι έτοιμος/ Οταν θα έρθει η ώρα/ για να διαβώ το σύνορο/ να σπρώξω την αιώρα,/
να σηκωθεί ο άνεμος,/ το σύννεφο να κλάψει,/ ο ήλιος να φιλήσει τη σκιά,/ η μνήμη να φωνάξει.
Το τραγούδι ερμηνεύει πολύ όμορφα ειδικά για την ταινία ο Σωκράτης Μάλαμας.
Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος






