Σεξ, πολιτική, θρησκεία, πατρίδα, μοιχεία, αυτοκτονία, διγαμία, φόνος, αποπλάνηση: μερικές από τις… ξεκαρδιστικές ιστορίες που διηγήθηκε ο μεγάλος «σαρδόνιος» του αμερικανικού σινεμά στη διάρκεια μιας μετεωρικής πορείας που τροφοδότησε την οθόνη με μερικές από τις πιο αναρχικές κωμικές της στιγμές. Οι ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ τις συγκέντρωσαν σε αποκατεστημένες κόπιες και θα τις προβάλλουν αυτό τον Σεπτέμβρη, τιμώντας τη θαυμαστή και θαρραλέα καριέρα ενός πρωτοπόρου δημιουργού.
Από τον Λουκά Κατσίκα
Είναι δυνατόν ένας από τους πιο πετυχημένους σεναριογράφους και σκηνοθέτες της λαμπρής εποχής του Χόλιγουντ να καταλήγει άνεργος; Γίνεται ένας άνθρωπος που κατόρθωσε σε τέσσερα μόλις χρόνια να υπογράψει μερικές από τις πιο προοδευτικές κωμωδίες της αμερικανικής οθόνης να σβήσει άδοξα μέσα σε μια δεκαετία; Οποιες ακριβώς κι αν είναι οι απαντήσεις, αυτή είναι η περίπτωση του Πρέστον Στάρτζες. Ενός δαίμονα της πένας, της τέχνης του λόγου και της πιο εξαίσιας σάτιρας, ο οποίος αποπειράθηκε να αντιμετωπίσει ένα λαϊκό κομμάτι σινεμά όπως η κωμωδία ως ενήλικο και σκεπτόμενο είδος, με την ικανότητα να αγγίζει επικίνδυνες θεματικές και να μην ντρέπεται να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Με το προνόμιο του πρώτου δημιουργού που αφέθηκε ελεύθερος να σκηνοθετήσει μόνος τα σενάριά του, ο Στάρτζες μπόρεσε, με δώδεκα μόλις ταινίες και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, να δημιουργήσει ένα θεότρελο καρναβάλι συμπεριφορών που αντανακλούσε ευρηματικά τον αληθινό κόσμο. Αγχώδεις, σπιρτόζικες και αναρχικές, με διάλογους τόσο ευφυείς ώστε χρειάζονται επαναληπτικές προβολές για να κατανοηθούν πλήρως, οι ταινίες του έφτιαξαν έναν κινηματογραφικό κορμό που κατάφερνε να είναι ταυτόχρονα πολιτικά ενεργός, κοινωνικά ευαίσθητος, απόλυτα συνυφασμένος με τη γύρω του πραγματικότητα και διαολεμένα ψυχαγωγικός.
«Το πιο απίστευτο πράγμα με την καριέρα μου είναι το ότι συνέβη…». Πρέστον Στάρτζες
Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1898 από μια εύπορη οικογένεια του Σικάγο. Η κοσμοπολίτισσα μητέρα του ονειρευόταν να γίνει τραγουδίστρια. Πατέρα σχεδόν δεν γνώρισε, μόνο μια σειρά από προσωρινούς πατριούς. Την εφηβεία του την πέρασε στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Η ενηλικίωσή του συντελέστηκε μέσα από πάμπολλες ερωτικές σχέσεις, τέσσερις γάμους, τρία παιδιά. Μέχρι τα τριάντα του, ο Στάρτζες είχε προλάβει να γίνει πιλότος της αεροπορίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, διαχειριστής σε ινστιτούτο καλλονής, ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, εφευρέτης του… αδιάβροχου κραγιόν και κομικογράφος. Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με τον γραπτό λόγο συνέβη όταν μια ερωμένη του τον χρησιμοποίησε προκειμένου να αντλήσει υλικό για ένα μυθιστόρημα που έγραφε. Το γεγονός έκανε τον πληγωμένο νεαρό να εμπνευστεί το πρώτο του θεατρικό έργο που έφερε τον καθόλου τυχαίο τίτλο «Τhe Guinea Ρig» («Το Πειραματόζωο») και τον Γενάρη του 1929 έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ, με ενθαρρυντικές κριτικές. Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, το έργο του «Strictly Dishonorable» ξεπερνά τις πεντακόσιες παραστάσεις για να γίνει ένα από τα πιο πετυχημένα θεατρικά της εποχής (και αργότερα ταινία), κάτι που δεν συμβαίνει με τις επόμενες, άτυχες απόπειρες του συγγραφέα στο σανίδι.
Γυρεύοντας να αυξήσει το εισόδημά του, ο Στάρτζες υπέγραψε τον Σεπτέμβρη του 1932 συμβόλαιο με τη Universal, η συνεργασία έληξε ωστόσο σύντομα, όταν οι υπεύθυνοι της εταιρείας δεν ικανοποιήθηκαν από τη συγγραφική μεταχείριση του στον «Αόρατο Ανθρωπο» του Χέρμπερτ Τζορτζ Ουέλς. Για πρώτη φορά άνεργος, ο Πρέστον πουλά στη Fox ένα σενάριο που έγινε το εισιτήριό του για την ευρύτερη αναγνώριση: με την ανορθόδοξη αφηγηματική και χρονολογική σειρά που ακολουθούσε, το δραματικό The Power And The Glory (1933 ) ενέπνευσε στον Ορσον Γουέλς την πρωτοποριακή δομή του Πολίτη Κέιν, βοήθησε να ανατείλει το άστρο του πρωταγωνιστή Σπένσερ Τρέισι και κέρδισε επαίνους όχι τόσο για τον σκηνοθέτη της, Γουίλιαμ Χάουαρντ, όσο για τον σεναριογράφο. Η άνοδος και η πτώση ενός μεγιστάνα που χάνει προοδευτικά την ψυχή του στάθηκε ενδεχομένως η καλύτερη δουλειά του Στάρτζες για ολόκληρη τη δεκαετία, ξεπερνώντας μικρά ρομαντικά διαμάντια όπως το Remember The Night (1940), ή καλογραμμένες συνεργασίες με τον Γουίλιαμ Γουάιλερ (The Good Fairy, 1935), τον Μίτσελ Λέισεν (Easy Living, 1937), ή τον Ρούμπεν Μαμούλιαν (We Live Again, 1934). Μπορεί ο πρώιμος Στάρτζες να στερείται της σαρωτικής διάθεσης των μετέπειτα δημιουργιών του, οι συγγραφικές δουλειές του φανερώνουν από νωρίς, εντούτοις, πνεύμα και μια συναισθηματικά πολύπλοκη γκάμα χαρακτήρων που απείχαν πολύ από τις δισδιάστατες καρικατούρες εκείνης της εποχής.
Συνειδητοποιώντας ότι σε χέρια άλλων οι δουλειές του έχαναν μονίμως κάτι κατά τη μεταφορά τους από το χαρτί, ο Στάρτζες αποφάσισε σύντομα να διεκδικήσει τον τίτλο του σκηνοθέτη. Από τα στούντιο της πόλης με τα οποία είχε συνεργαστεί, μόνο η Paramount δέχτηκε να του παραχωρήσει μια τέτοια ευκαιρία. Κι αυτό συνέβη όταν ο Στάρτζες συμφώνησε να πουλήσει στην εταιρεία ένα σενάριο γραμμένο προ δεκαετίας για το αντίτιμο του ενός μόλις δολαρίου, μόνο και μόνο για να του δοθεί η δυνατότητα να έχει απόλυτο έλεγχο επάνω του. Η χρονιά ήταν το1940, το σενάριο είχε τίτλο «Τhe Great ΜcGinty» και ο Στάρτζες κατέρριπτε οριστικά ένα μονοπώλιο ετών που απέτρεπε έναν σεναρίστα από το να αναλαμβάνει καθήκοντα σκηνοθέτη. Επειτα, το Great McGinty βγήκε στις αίθουσες, έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς και το σενάριο του ενός δολαρίου κέρδισε το Οσκαρ- πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού που κωμωδία κατακτούσε τέτοιο βραβείο. Για τον σαραντάχρονο ήδη Στάρτζες ξεκινούσε μια προσοδοφόρα εισπρακτικά και καλλιτεχνικά περίοδος, που θα τον τοποθετούσε στην κορυφή των προσφιλέστερων διασκεδαστών της δεκαετίας. Οχι όμως για πολύ…
«Αυτή είναι η ιστορία δυο αντρών που συναντήθηκαν σε μια Δημοκρατία της Μπανανίας. Ο ένας από αυτούς υπήρξε τίμιος σε όλη του την ζωή, εκτός από ένα ξέφρενο λεπτό. Ο άλλος υπήρξε ανέντιμος σε όλη του τη ζωή, εκτός από ένα ξέφρενο λεπτό…».
Ετσι ξεκινά η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Πρέστον Στάρτζες, με τη διαφορά ότι δεν αφορά τόσο δύο, αλλά έναν ουσιαστικά άντρα που από διεφθαρμένος, παρασιτικός χαρακτήρας μεταμορφώνεται σε ευσυνείδητο άνθρωπο και από παράνομος γίνεται ένας πρώτης τάξεως πολιτικάντης, χάρη στην υποστήριξη του υποκόσμου (που αποδεικνύεται πιο ισχυρός από οποιοδήποτε νομοθετικό όργανο στο να κινεί τους μηχανισμούς της εξουσίας). Τα πάντα καταρρέουν μολαταύτα για τον ήρωα όταν επιλέγει να αγνοήσει τα ωφελιμιστικά συμφέροντα των «αυλικών» του και χρησιμοποιεί το αξίωμά του για να βοηθήσει το κοινό καλό. Με μια αστραπιαία πτωτική πορεία, ο Μεγάλος ΜακΓκίντι εξορίζεται δια παντός στη λήθη, γνωρίζοντας όμως πλέον πως το μοναδικό πράγμα που χωρίζει έναν πολιτικό από έναν απλό αλήτη είναι ότι ο δεύτερος μπορεί να αποδειχτεί περισσότερο ενάρετος από τον πρώτο.
Σε μια εποχή που ο όρος «πολιτική διαφθορά» δεν είχε προλάβει να γίνει μόδα και ελάχιστες σάτιρες επιχειρούσαν να βάλλουν ουσιωδώς ενάντια στις διαβρωμένες αξίες του αμερικανικού δημόσιου βίου, ο Μεγάλος ΜακΓκίντι το πετύχαινε απόλυτα. Ηταν η αρχή μιας σειράς παραβολών με τις οποίες ο Στάρτζες θα καυτηρίαζε στο εξής τη συλλογική υποκρισία που διέκρινε στην χώρα του. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, στρατός, γάμος, νόμος μπαίνουν στο στόχαστρο μιας φαρμακερής πένας που θα χλευάζει άφοβα πλέον θεμελιώδεις θεσμούς, χρησιμοποιώντας την πρόφαση της κωμωδίας ή του ανάλαφρου ρομάντζου για να μεταμφιέζει ιδιαίτερα τολμηρές για την εποχή πολεμικές.
Χωρίς την αναρχική ενέργεια μεταγενέστερων ταινιών του, ο Μεγάλος ΜακΓκίντι εισάγει μολαταύτα τον θεατή εξαρχής στο σύμπαν του σκηνοθέτη. Ενας πρωταγωνιστής στην πιο αιφνίδια στροφή της ζωής του, ένα ηθικό δίλημμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η δράση, ένα ειρωνικό συχνά χάπι εντ που λειτουργεί ως πονηρό κλείσιμο του ματιού, ένα τέλειο πάντρεμα του λεκτικού, διαλογικού χιούμορ με την οπτική κωμωδία, φρενήρεις ρυθμοί και, πλάι σε όλα, μια χούφτα εξαίρετων δευτεραγωνιστών (Φράνκλιν Πάνγκμπορν, Γουίλιαμ Ντεμάρεστ, Τζίμι Κόνλον), που επρόκειτο να αποτελέσουν μόνιμο ερμηνευτικό δυναμικό του σκηνοθέτη. Η ιδεολογική ατζέντα του Στάρτζες είναι επίσης ορατή σε αυτή του την πρώτη δημιουργία, εκφράζοντας μια πραγματιστική και απαισιόδοξη άποψη για μια Αμερική της ασυδοσίας, της κερδοσκοπικής μανίας και του καπιταλιστικού πυρετού, όπου οι καθημερινοί, συνηθισμένοι άνθρωποι επιβιώνουν με μοναδικό όπλο την τιμιότητα και τα όνειρά τους.
«Δεν έχεις ιδέα πόσα μπορεί να κάνει μια γυναίκα με μακριά πόδια, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα». The Palm Beach Story
Λίγους μήνες μετά τον ΜακΓκίντι, φτάνει στις αίθουσες η δεύτερη ταινία του Στάρτζες για εκείνη την χρονιά. Στο Christmas In July ένας φτωχός νεαρός υπάλληλος πέφτει θύμα μιας καλοπροαίρετης πλην ανεξέλεγκτης φάρσας, που τον πείθει ότι είναι νικητής ενός ραδιοφωνικού διαγωνισμού με έπαθλο 25.000 δολάρια. Η ταινία διαρκεί μια μόλις ώρα, εξήντα όμως λεπτά περισσεύουν στον Στάρτζες για μια καλόκαρδη ιστορία που αποκαλύπτει την βασικότερη, ίσως, θεματική του: την απλή αλλά βαθιά ουμανιστική πεποίθηση πως στον ψυχρά καιροσκοπικό και κυνικό κόσμο που κατοικεί στις δημιουργίες του σκηνοθέτη, μόνη διέξοδος είναι η ειλικρινής και ανιδιοτελής αγάπη. Οσο απαισιόδοξη κι αν είναι ωστόσο η κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη, άλλο τόσο συγκινητική είναι η εμπιστοσύνη του στη δυνατότητα του απλού ατόμου να πράξει το καλό. Γι αυτό με κάθε ταινία του θα του χαρίζει έκτοτε κι από ένα θριαμβευτικό φινάλε.
Αποστομωτική απάντηση στον feel good αέρα του Christmas In July έρχεται στα 1941 να δώσει το αξέχαστο The Lady Eve. Ο Στάρτζες τοποθετεί τα αρχέγονα παιχνίδια σαγήνης και επικράτησης μεταξύ των δυο φύλων σε ένα αμοραλιστικό περιβάλλον που ετοιμάζεται να καταλυθεί από τον απρόβλεπτο παράγοντα του έρωτα. Παρουσιάζοντας την ηρωίδα της Μπάρμπαρα Στάνγουικ ως μια πανούργο απατεώνα που σκοπεύει να κλέψει πρώτα την καρδιά και έπειτα το πορτοφόλι ενός εσωστρεφούς νεαρού εκατομμυριούχου, ο Στάρτζες ανατρέπει κάθε προσδοκία, βάζοντας τον θηλυκό «κυνηγό» να πέφτει θύμα του τρυφερού θηράματός του. Κατανοώντας πόσο αλύγιστες ήταν οι λογοκριτικές αρχές των ημερών, ο Στάρτζες κατάφερε και έκρυψε μια από τις πιο σεξουαλικά φορτισμένες κωμωδίες της δεκαετίας πίσω από σοφιστικέ χιούμορ, υπαινικτικούς διάλογους και ένα από τα ωραιότερα ζευγάρια που έγιναν ποτέ. Περισσότερο από κάθε άλλη ταινία της περιόδου, το Lady Eve μιλά για τη σαρκική έλξη με έναν άκρως φιλελεύθερο τρόπο, εκτοξεύοντας την πρώτη συνεύρεση των ηρώων σε μια από τις πιο πυρετικές και αισθησιακές σκηνές του σινεμά και αναθέτοντας στη Στάνγουικ τον ρόλο μιας χειραφετημένης γυναίκας, μακριά από το πουριτανικό και σεμνότυφο μοντέλο της τότε εποχής.
«Θέλω η ταινία μου να αποτελέσει ένα ντοκουμέντο, έναν καθρέφτη της ζωής, έναν καμβά των δυστυχιών της ανθρωπότητας. Αλλά να έχει και λίγο σεξ μέσα της»… Τα Ταξίδια Του Σάλιβαν
Βλέποντας ολοένα και περισσότερους συναδέλφους του να στρέφονται επίτηδες σε σοβαρών προθέσεων δημιουργίες, ο Στάρτζες απάντησε με έναν φόρο τιμής στις λυτρωτικές ιδιότητες της καθαρόαιμης κωμωδίας. Στην πορεία άνοιξε ακόμη περισσότερο τα φτερά του φιλμ, για να απευθύνει ένα ερωτικό γράμμα στην απελευθερωτική επίδραση του ίδιου του σινεμά στις ανθρώπινες ζωές. Το αποτέλεσμα στάθηκε μια από τις ομορφότερες στιγμές της αμερικανικής οθόνης. Τα Ταξίδια Του Σάλιβαν (Sullivans Travels, 1941) εκτυλίσσονται στη δύσκολη εποχή του οικονομικού κραχ, ακολουθώντας τα βήματα ενός νεαρού σκηνοθέτη που θέλει να ανταλλάξει τα ρηχά, ανούσια θεάματα στα οποία έχει ειδικευτεί με μια ταινία που το μήνυμά της θα «αντανακλά τον ανθρώπινο πόνο». Στην πρώτη από τις τρεις συνεργασίες με τον σκηνοθέτη, ο Τζόελ ΜακΚρέι επωμίζεται το προσφιλές στον Στάρτζες μοντέλο του αδαούς ήρωα που, από μια κατάσταση πλήρους αθωότητας, θα χρειαστεί να ξυπνήσει απότομα στην αντίξοη πραγματικότητα μιας σκληρής Αμερικής. Ακολουθώντας τη γεμάτη απρόοπτα μυητική διαδρομή του πρωταγωνιστή, η ταινία αλλάζει ριψοκίνδυνα διαθέσεις για να διαβεί μερικά ιδιαίτερα σκοτεινά μονοπάτια. Το κάνει όμως με μια συγκινητική εμπιστοσύνη στη ζωογόνο δύναμη του χιούμορ, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου το φαιδρό και το σοβαρό συνυπάρχουν, αντιμάχονται και τελικά επιβεβαιώνουν το ένα την ανάγκη του άλλου. Υποδειγματική εξισορρόπηση του κωμικού με το δραματικό, τα Ταξίδια Του Σάλιβαν αποτελούν πιθανότατα το αριστούργημα της καριέρας του Στάρτζες και συνάμα μια ταινία που θέτει σε διαρκή αμφισβήτηση κάθε αντίληψή μας γύρω από το τι είναι αστείο και τι όχι.
«Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ή μήπως όχι;» The Palm Beach Story
O Τζόελ ΜακΚρέι πρωταγωνιστεί την επόμενη χρονιά και στο The Palm Beach Story, όπου οι ατέρμονες δολοπλοκίες των ανθρωπίνων σχέσεων και η ιδέα του σεξ ως παιχνίδι εξουσίας καιροφυλακτούν πίσω από μια λαλίστατη φάρσα παρεξηγήσεων και λανθασμένων ταυτοτήτων. Ενα ζευγάρι στα πρόθυρα του διαζυγίου επανεφευρίσκει τον έρωτά του μέσα από τη συναναστροφή του με δυο ζάπλουτα μέλη της αριστοκρατίας. Με μια εξαιρετική πρώτη ώρα, που συναγωνίζεται σε σπιρτάδα τις καλύτερες στιγμές του σκηνοθέτη, το Palm Beach Story συμβιβάζεται αργότερα με μια ηπιότερη σκρούμπολ διάθεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Στάρτζες δεν ξεσπαθώνει με μια επίθεση στην υπαρξιακή κενότητα της υψηλής κοινωνίας. Για άλλη μια φορά σε ταινία του οξυδερκούς σεναρίστα, η γυναίκα αποδεικνύεται η ισχυρότερη των δυο φύλων, ένα συνειδητοποιημένο σεξουαλικά πλάσμα που δεν τρέφει ψευδαισθήσεις για τον αμείλικτο τρόπο με τον οποίο οτιδήποτε σε αυτή τη ζωή, ακόμη και ο έρωτας, αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν.
Τολμηρή οπωσδήποτε αντίληψη, ωχριά παρ όλα αυτά μπροστά στο Miracle Of Morgans Creek, που προκαλεί μέχρι σήμερα τεράστια εντύπωση για το πώς μπόρεσε να ξεφύγει από τον λογοκριτικό Κώδικα Χέιζ. Εν έτει 1944, όπου ακόμη και το άκουσμα της λέξης «έγκυος» απαγορευόταν στο σινεμά, ο Στάρτζες αφηγείται την ιστορία μιας ζωηρής επαρχιωτοπούλας η οποία καταλήγει παντρεμένη και εγκυμονούσα μετά από μια νύχτα μεθυσιού με μια παρέα… ναύτες, χωρίς να θυμάται την ταυτότητα του πιθανού πατέρα. Από τις πιο ντελιριακές στιγμές του σκηνοθέτη, το φιλμ πετύχαινε με ένα παμπόνηρο σενάριο να πιάσει στον ύπνο τη λογοκρισία για να επιβάλλει άφοβα το δικό του ισοπεδωτικό σύμπαν.
«Σε λίγα χρόνια, όποια πέτρα κι αν σηκώνεις, θα βρίσκεις από κάτω της και κάνα δυο ήρωες». Hail The Conquering Ηero
Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μέριμνα της χολιγουντιανής μηχανής ήταν να τροφοδοτεί τις αίθουσες με ταινίες που να αναδεικνύουν τα πατροπαράδοτα ιδεώδη και αξίες της χώρας, προσφέροντας συνάμα μια πιο ανώδυνη και πολιτικά ορθή ψυχαγωγία. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυσε στην περίπτωση του Πρέστον Στάρτζες. Αφενός γιατί στα 1942 αιφνιδίασε τους πάντες, υπογράφοντας το πεσιμιστικό βιογραφικό δράμα The Great Moment, γύρω από τη ζωή του οδοντιάτρου που ανακάλυψε την αναισθητική χρήση του αιθέρα στην ιατρική. Αφετέρου διότι με το Hail The Conquering Hero βάλθηκε να σατιρίσει τις εθνικιστικές ψυχώσεις, τις μυθομανείς τάσεις, αλλά και την επαρχιώτικη στενομυαλιά της τότε Αμερικής.
Πρόωρα απαλλαχθείς από το ναυτικό για λόγους υγείας, νεαρός γόνος ενός ήρωα πολέμου αποφεύγει να επιστρέψει στην επαρχιακή του γενέτειρα για να μην απογοητεύσει τη μητέρα του, που προσδοκούσε να ακολουθήσει ο γιος της τα βήματα του ένδοξου πατέρα του. Σκοντάφτει, όμως, επάνω σε μια χούφτα στρατιωτών που τον πείθουν να επιστρέψει στο σπίτι παριστάνοντας τον παρασημοφορημένο ήρωα. Το σχέδιο εφαρμόζεται στην εντέλεια μέχρι τη στιγμή που οι κάτοικοι της κωμόπολης συμφωνούν να στέψουν δήμαρχο έναν καλόκαρδο απατεώνα. Μέχρι να δοθεί λύση, ο Στάρτζες μετατρέπει την ηρωική παρέλαση της πόλης σε φάρσα, βάζει τους κατοίκους της να θαμπώνονται μπροστά σε ένα έξοχα διατυπωμένο ψέμα και βγάζει τα άπλυτά τους στη φόρα, οδηγώντας την ταινία σε μια από τις πιο κλασικές στιγμές του. Μόνο που, από αυτό το σημείο και έπειτα, οι θεατές θα σταματήσουν πια να γελούν…
«Τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό μου»
Το 1945, που ο Στάρτζες εγκατέλειψε οριστικά την Paramount, έμοιαζε σαν να αποχαιρετά ουσιαστικά τις ένδοξες μέρες του. Ακόμη χειρότερα, χρειάστηκε να επιβιώσει μιας ιδιαίτερα δυσάρεστης συνεργασίας που ακολούθησε με τον εκατομμυριούχο Χάουαρντ Χιούζ. Στάρτζες και Χιούζ εγκαινίασαν μαζί μια εταιρεία, πρώτη παραγωγή της οποίας ήταν η κωμωδία The Sin Of Harold Diddlebock (1947). Ο Στάρτζες έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Χάρολντ Λόιντ, θέλοντας να ανασύρει τον αγαπημένο του κωμικό του βωβού από την αφάνεια. Οσο σπαρταριστή κι αν αποδεικνύεται ωστόσο η συνεύρεσή τους, άλλο τόσο ατυχής καταλήγει στα ταμεία. Δυσαρεστημένος ο Χιούζ πήρε το φιλμ στα χέρια του και, με καινούριο μοντάζ, το επανακυκλοφόρησε στις αίθουσες με τον τίτλο Mad Wednesday. Η επαγγελματική σχέση των δυο αντρών έλαβε απότομα τέλος και ο Στάρτζες μεταπήδησε στη Fox για να υπογράψει τον τελευταίο σπουδαίο σταθμό της καριέρας του.
Το Unfaithfully Yours (1948) είναι μια σπουδή επάνω στην ανθρώπινη εμμονή, αλλά και μια παρωδία του καλλιτεχνικού σνομπισμού και της αριστοκρατικής υπεροψίας. Ο πρωταγωνιστής του, ένας καταξιωμένος διευθυντής ορχήστρας, υποψιάζεται ότι η σύζυγός του τον απατά με έναν νεαρό βοηθό του και φαντάζεται μακάβριους τρόπους για να τους ξεφορτωθεί. Αυτό το απολαυστικό κονσέρτο κωμωδίας μετά φόνου ενορχηστρώνεται γύρω από την παρουσία του Ρεξ Χάρισον και τον μεθοδικό τρόπο που επιλέγει ο σκηνοθέτης για να μεταμορφώσει τον φαινομενικά άσπιλο ήρωά του σε ένα ψυχωτικό ανδρείκελο, που προδίδει κάθε εμπιστοσύνη στην εξευγενιστική διάσταση της τέχνης. Εδώ οι αλάθητες λεκτικές παρλάτες του σεναριογράφου έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από οπτικά γκαγκ και η φινετσάτη κωμωδία τρόπων του από ένα οξύτατο μαύρο χιούμορ, που όμως ξένισε το τότε κοινό.
Ακόμη πιο αποκαρδιωτική, η εισπρακτική πορεία του δευτεροκλασάτου γουέστερν The Beautiful Blonde From Bashful Bend (1949) οδήγησε τον Στάρτζες σε οριστική ρήξη με το στουντιακό καθεστώς του Χόλιγουντ και σε μια άνευ επιστροφής πορεία προς την καλλιτεχνική αποξένωση. Πολλοί απέδωσαν το άδοξο τέλος μιας τόσο σπουδαίας σταδιοδρομίας σε δημιουργική κρίση. Η αλήθεια όμως είναι ότι η χρυσοφόρα θητεία του Στάρτζες έληξε με την εκπνοή της δεκαετίας του 40 και τη σταδιακή μεταστροφή της αμερικανικής κοινωνίας προς τον συντηρητισμό των fifties. Το κοινό γύρισε την πλάτη στις αιχμηρές, αντικομφορμιστικές δημιουργίες του Στάρτζες κι ένας από τους πιο προοδευτικούς καλλιτέχνες του σινεμά πλήρωσε την επίμονη κριτική του στην ανοησία και τις προκαταλήψεις της χώρας του με ένα φινάλε που δεν είχε τίποτα από την ευρηματικότητα των δικών του χάπι εντ.
Αυτοεξόριστος στη Γαλλία, ο Στάρτζες ολοκλήρωσε τη σκηνοθετική του καριέρα με το σποραδικά αστείο Τρόπαια Του Λοχαγού Τόμσον (Les Carnets Du Major Thompson, 1950). Για το υπόλοιπο της ζωής του θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να περατώσει σχέδια και προσδοκίες που, ελλείψει κεφαλαίων, δεν θα ευοδωθούν. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, ο Στάρτζες αποσύρεται στο ξενοδοχείο Algonquin, ξεκινώντας να δουλεύει την αυτοβιογραφία του, για να σβήσει απότομα τον Αύγουστο του 1959. Το βιβλίο έφερε τίτλο «Τα Γεγονότα Που Οδήγησαν Στον Θάνατό Μου». Παρέμεινε ημιτελές… ^






