Οι συντάκτες τoυ περιoδικoύ απoλoγoύνται για τις κλασικές ταινίες πoυ δεν έχoυν δει
Για κάθε παθιασμένο σινεφίλ που έχει ζήσει μια ζωή παρέα με τις ταινίες, υπάρχει ένα ερώτημα από την κόλαση: «μα είναι δυνατόν να μην έχεις δει το…». Οποιο κλασικό φιλμ και αν βάλετε στο τέλος της τραυματικής ερώτησης, η απάντηση μένει ίδια: ναι, είναι δυνατόν! Σκεφτήκαμε λοιπόν αυτό το μικρό αφιέρωμα όχι μόνο για να βοηθήσουμε τους συντάκτες μας… να αγιάσουν -στόχος διόλου εύκολος-, αλλά και για να αναρωτηθούμε, στο τέλος της διαδρομής, τι αλήθεια μπορεί να σημαίνει «αριστούργημα» μετά από 11 δεκαετίες σινεμά…
Αντρέι Ρουμπλιόφ (1966)
του Αντρέι Ταρκόφσκι, με τους Ανατόλι Σολονίτσιν, Ιβαν Λαπίκοφ, Νικολάι Γκρίνκο
Τώρα τι να πω; Οτι δεν το πρόλαβα ποτέ στο σινεμά; Οτι δεν το βρήκα σε βίντεο; Οτι τις πρόσφατες πασχαλινές επανεκδόσεις του στις αίθουσες δεν τις πέτυχα; Οτι απέκτησα το DVD, αλλά κάθε βράδυ που γυρνούσα πονοκεφαλιασμένος από τη δουλειά το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα ήταν να περάσω τρεισήμισι ώρες μπροστά από μια τηλεόραση με μια ταινία για έναν αγιογράφο του 15ου αιώνα; Ή ότι με τον Ταρκόφσκι είχα ανέκαθεν μια σχέση έλξης- απώθησης; Δηλαδή, ωραία τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν, ωραίο και το Στάλκερ, ωραίο και το Σολάρις, πειράζει όμως που η Νοσταλγία και ο Καθρέφτης δεν μου είχαν «κάτσει» με τίποτα; «Οχι», σκεφτόμουν κι εγώ, «γιατί να πειράζει»;Τέλος πάντων, ένα βράδυ Δευτέρας κάθισα επιτέλους να δω τον Αντρέι Ρουμπλιόφ, με μια αιωρούμενη υποψία ότι μπορεί και να πλήξω. 205 λεπτά αργότερα και χωρίς να έχω διακόψει ούτε για τουαλέτα(!), ομολογώ πως η ταινία με συνεπήρε. Το μόνο για το οποίο λυπάμαι είναι ότι ο Ρουμπλιόφ κατασκευάστηκε για να τον απολαύσει κανείς σε μεγάλη οθόνη. Τι να σου κάνουν οι διαστάσεις της τηλεόρασης μπροστά σε μια ταινία που ώρες ώρες νιώθεις ότι θέλει να τρυπήσει το γυαλί και να βγει έξω; Λoυκάς Κατσίκας
Ο Νονός (1972)
του Φράνσις Φορντ Κόπολα, με τους Μάρλον Μπράντο, Αλ Πατσίνο, Τζέιμς Κάαν
Πάντα έτρεφα μια αποστροφή απέναντι στις ταινίες με μαφιόζους και στις τριλογίες (ναι, δεν έχω δει ακόμη ολόκληρο τον Πόλεμο Των Αστρων!), την οποία ο ψυχαναλυτής μου δεν έχει καταφέρει ακόμη να εξηγήσει και η saga του Κόπολα εμπίπτει δυστυχώς και στις δύο κατηγορίες. Μπορεί να φταίει και η έλλειψη χρόνου που κάνει την προοπτική θέασης μιας -ούτως ή άλλως ανοικονόμητης ταινίας- οδυνηρή, πόσο μάλλον όταν πολλαπλασιάζεται επί τρία, σίγουρα πάντως οι στραβές ματιές των συναδέλφων με νόημα «του Αρτζέντο όμως τις έχεις δει όλες, έτσι δεν είναι;» δεν βοηθούσαν την κατάσταση και με πείσμωναν ακόμη περισσότερο. Γιατί, ενοχλώ κανέναν; Με την ευκαιρία του αφιερώματος έκανα πέτρα την καρδιά μου και στρώθηκα να δω το πρώτο επεισόδιο. Δυστυχώς, οι συγκυρίες (και οι προθεσμίες) επέβαλαν να το κάνω με 39ο πυρετό -άτιμη ίωση!-, με αποτέλεσμα οι περιπέτειες τις οικογένειας Κορλεόνε να συγχρωτισθούν σουρεαλιστικά με παραληρηματικές παραισθήσεις ένεκα πυρετού. Οχι πως δεν εκτίμησα την εντυπωσιακή τοιχογραφία, αλλά να… μερικά χάσματα στις χωροχρονικές αλλαγές με έκαναν να ψάχνομαι. Ηταν άραγε ιδέα μου; Τώρα λέω να δω και το νούμερο δύο. Αλήθεια, έχει περίληψη του προηγούμενου; Θανάσης Πατσαβoς
Τhe Childrens Hour (1961)
του Γουίλιαμ Γουάιλερ, με τους Οντρεϊ Χέπμπορν, Σίρλεϊ ΜακΛέιν, Τζέιμς Γκάρνερ
Είδα για πρώτη φορά την ταινία του Γουάιλερ την περίοδο του θορύβου από το Μυστικό Του Brokeback Mountain. Επαθα σοκ από τη μοντέρνα όψη που η ταινία έχει ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Η καθαρότητα στη σκηνοθεσία του Γουάιλερ είναι αποστομωτική (είναι σαφές ότι, όπως ο Ανγκ Λι, ο Γουάιλερ αγαπούσε την κινηματογραφική πολυμορφία, εφόσον προηγούμενή του ταινία ήταν το… Μπεν Χουρ!) Στην ιστορία -παρμένη από το θεατρικό έργο της Λίλιαν Χέλμαν- δυο παιδικές φίλες (Χέπμπορν, ΜακΛέιν) βλέπουν τη ζωή τους να καταστρέφεται όταν ένα κακεντρεχές κορίτσι του σχολείου διαδίδει ότι έχουν ερωτική σχέση. Η ταινία (που είχε ξαναγυριστεί στο παρελθόν και πάλι από τον Γουάιλερ) είναι πολυεπίπεδη. Καταδικάζει την μισαλλοδοξία της κοινωνίας που αντιλαμβάνεται το διαφορετικό ως αρρώστια (αξέχαστη η σκηνή που ο γαλατάς αντιμετωπίζει τις δυο γυναίκες ως εκθέματα σε ζωολογικό κήπο) και ταυτόχρονα πραγματεύεται έναν γνώριμο τρόμο: την ευκολία με την οποία μια αστήριχτη φήμη μπορεί να καταστρέψει δια παντός ολόκληρες ζωές. Ο Γουάιλερ, όμως, με το μυστικό του τέλους το οποίο δεν θα αποκαλύψω, μπαίνει βαθύτερα στην ουσία του ζητήματος της ομοφυλοφιλίας και σε διαλύει, έτσι όπως δεν κατάφερε το Μυστικό Του Brokeback Mountain. Γιάννης Ζoυμπoυλάκης
Τokyo Story (1953)
του Γιασουχίρο Οζου, με τους Τσίσου Ρίου, Σετσούκο Χάρα, Τσιέκο Χιγκασιγιάμα
Ναι, το ξέρω, το έχει δείξει η τηλεόραση (έβλεπα άλλο κανάλι), το παίξαμε πρόπερσι στις Νύχτες Πρεμιέρας (δούλευα σε άλλη αίθουσα), το έπαιξε σε αφιέρωμα και το Film Center (πήγα σε λάθος ταινία), το έχει βγάλει η Criterion σε DVD (χάθηκε η παραγγελία στο δρόμο). Το παραδέχομαι, από Monogatari είχα δει μόνο το Ugetsu. Ηταν παλιό, ασπρόμαυρο, γιαπωνέζικο, ήμουνα μόνο δεκάξι κι έκανα καιρό να συνέλθω. Πού να αντέξω να δω κι άλλη ταινία του 53 και μάλιστα με παρόμοιο (Tokyo Monogatari ) τίτλο; 12 χρόνια και πέντε – έξι Οζου αργότερα, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Επρεπε να το δω. Αφού απέρριψα το ενδεχόμενο αγοράς (είμαι στη Βαρκελώνη για μεταπτυχιακά και η λέξη Criterion έχει εξαλειφθεί προσωρινά απ το λεξιλόγιο και τον φοιτητικό προϋπολογισμό μου), άρχισα να σκαλίζω τα κοντινά βίντεο κλαμπ. Σκόνες γέμισα, ταινία δεν βρήκα. Για καλή μου τύχη, η Ταινιοθήκη της Καταλονίας έκανε εκείνο τον καιρό αφιέρωμα στον Ασιατικό κινηματογράφο και φυσικά την είχε εντάξει στο πρόγραμμα της. Διάλεξα μια Τρίτη απογευματινή, μη με πάρει κανένα μάτι, γιατί σπουδάζω και σκηνοθεσία και σε ποιον (συμφοιτητή) να πω ότι δεν έχω δει τα άπαντα του Οζου και να μη με λιντσάρει, και πήγα. Τι κατάλαβα; Τίποτα. Οι υπότιτλοι ήταν στα καταλανικά. Δέσπoινα Παυλάκη
Αμαρκορντ (1973)
του Φεντερίκο Φελίνι, με τους Πουπέλα Μάτζιο, Μαγκαλί Νοέλ, Αρμάντο Μπράντσια
Φανατική του απανταχού cinema verite, ήμουν ανέκαθεν οπαδός της πρώτης, νεορεαλιστικής περιόδου του Φελίνι (Οι Βιτελόνοι) και αρνητική μειοψηφία εναντίον της πιο ιδιοσυγκρασικής και εμπνευσμένης μεν, μακρόσυρτης και υπεβολικά «στημένης» δε, μεσαίας- και πιο θρυλικής- περιόδου δημιουργίας του. Μετά βίας επέζησα από την προβολή του Οκτώμισι και, ακόμα πιο επίπονα, του Fellini Roma. Για τους ίδιους λόγους, η βιντεοκασέτα με το Αμαρκορντ παρέμενε επί χρόνια χαμένη στο ήδη υπερφορτωμένο έπιπλο με τις πολυπληθείς κασέτες. Αν δεν είχε δοθεί ως αφορμή αυτό το αφιέρωμα, πιθανότατα θα παρέμενε εκεί, σκονισμένη και παραμελημένη, για πολύ καιρό ακόμα. Οι εντυπώσεις, μετά την προβολή της, απροσδόκητα θετικές, αν και επιβεβαιώθηκαν οι «φόβοι» για τους αργόσυρτους ρυθμούς, την αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια και τα ψεύτικα σκηνικά της Τσινετσιτά, την «απομόνωση από την πραγματικότητα», όπως έλεγε και ο ίδιος ο δημιουργός του. Ωστόσο, το γλυκόπικρο χιούμορ του νοσταλγικού ταξιδιού στο προεφηβικό παρελθόν του Φελίνι είναι αφοπλιστικό, η θρυλική μουσική του Ρότα μαγεύει, ενώ η σειρά από τις ονειρικές βινιέτες που παρελαύνουν στην οθόνη, αποτελώντας περισσότερο μια σπονδυλωτή «παράσταση» παρά ένα συμπαγές σενάριο, μου υπενθύμισαν γι ακόμη μια φορά, γιατί εξακολουθούμε να «προσκυνάμε» ακόμα- ναι, όλοι μας- αυτόν τον ιδιοφυή καλλιτέχνη. Κατερίνα Ανδρεάκoυ
Το Γεράκι Της Μάλτας (1941)
του Τζον Χιούστον, με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Μέρι Αστορ
Ο μύθος που κουβαλά μια ταινία είναι συχνά ικανός να αποξενώσει τον θεατή, συνήθως όμως του προκαλεί μια αίσθηση υπερβολικής οικειότητας. Τόσο μεγάλη ήταν πια η οικειότητά μου με το Γεράκι Της Μάλτας, τόσο από κείμενα όσο και από συζητήσεις, ώστε δεν είχα καταφέρει να αφιερώσω 100 λεπτά για να το δω. Σε αυτό βοήθησαν οι συχνές αναφορές και κάποια ολέθριων συνεπειών οπτικά αποσπάσματα, χάρη στα οποία γνώριζα το φινάλε, μια παγίδα που η νέα γενιά σινεφίλ δύσκολα αποφεύγει σε ταινίες σαν το Ψυχώ. Είναι λίγο σχιζοφρενικό να βλέπεις για πρώτη φορά ένα απ τα αρχέτυπα φιλμ νουάρ που σχεδόν ξέρεις απ έξω, σαν να σου έρχονται στο μυαλό αναμνήσεις που δεν έζησες. Δεν θα σταθώ στην αναμενόμενη εντύπωσή μου για την αγέραστη γοητεία της ταινίας ή την ερμηνεία του Μπόγκαρτ. Θα σταθώ στο ότι νιώθω τυχερός που φύλαξα κάποιες τόσο πρωτότυπες ταινίες σαν αυτή για να τις ζήσω μέσα στη σημερινή μετριότητα. Μακάρι να έκανα το ίδιο για την Καζαμπλάνκα, και να την έβλεπα τώρα για πρώτη φορά… Αντρέας Κύρκoς
Αδέσποτα Σκυλιά (1971)
του Σαμ Πέκινπα, με τους Ντάστιν Χόφμαν, Σούζαν Τζορτζ, Πίτερ Βον
Το DVD κάθεται στο ράφι εδώ κι ένα χρόνο, δώρο αμφίβολης πρόθεσης και συμβολισμού. Δειλιάζω να δω τα Αδέσποτα Σκυλιά -όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο ευαίσθητη και προκατειλημμένη γίνομαι απέναντι στη βία του κινηματογράφου, ζημιά «μη αναστρέψιμη». Θυμάμαι από το πανεπιστήμιο πως η Πολίν Καέλ είχε χαρακτηρίσει την ταινία «φασιστικό αριστούργημα» κι ας ήταν ο Πέκινπα αγαπημένος της. Η πρώτη σκηνή γνώριμη, παιδιά που βασανίζουν έναν σκύλο: η ανθρώπινη σκληρότητα πάντα στο προσκήνιο, πάντα στην καρδιά του έργου, απαλλαγμένη από ντροπές και εξηγήσεις. Παρακολουθώ με ανοιχτά μάτια, ως το φρικιαστικό τέλος χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Τελικά δεν έχω σοκαριστεί, επειδή δεν έχω πιστέψει ολοκληρωτικά. Οι χαρακτήρες μου «μυρίζουν» στερεότυπο, δεν έχω νιώσει κοντά στο πλευρό κανενός. Η σπασμωδική αλλαγή του κεντρικού χαρακτήρα του Χόφμαν, του δειλού, ανίκανου ανθρωπάριου που μεταμορφώνεται σε κτήνος, είναι προβλέψιμη σεναριακά, αλλά αποτυχημένη φιλοσοφικά. Χωρίς να με καταλαμβάνει κανένα φεμινιστικό μικρόβιο, βρίσκω το χειρισμό των γυναικείων χαρακτήρων υπερβολικά εύκολο- είναι υποχείρια των αντρών και του σεναρίου, βολικές παρουσίες που εξυπηρετούν συγκεκριμένους αφηγηματικούς σκοπούς. Ενώ η Αγρια Συμμορία έκλεισε μέσα της κάθε φόβο, κάθε σκέψη του Πέκινπα για την ανθρώπινη φύση με τρόπο αυτόνομο, μη αμφισβητήσιμο και ποιητικό, στα Σκυλιά η σκοτεινή ματιά του τον οδήγησε σε αδιέξοδο. Λίλυ Μ. Παπαγιάννη
Η Μαμά Και Η Πουτάνα (1973)
του Ζαν Εστάς, με τους Ζαν Πιέρ Λεό, Φρανσουάζ Λεμπρίν, Μπερναντέτ Λαφόν
Στιγματισμένος ως… οπαδός «βαριάς κουλτούρας», δεν θα έριχνα το «υψηλό» επίπεδο ακόμη και σε μια τέτοια επιλογή! Η αλήθεια πάντως είναι ότι η Μαμά υπήρξε ανέκαθεν μια μυθική ταινία, ένα χαμένο δισκοπότηρο του νεότερου γαλλικού σινεμά. Ασε που ονόματα όπως ο Βέντερς και ο Τζάρμους μιλούσαν συχνά πυκνά για τον «καταραμένο» αυτόχειρα Εστάς. Είμαι άλλωστε παιδί του 68, όχι του Μάη, αλλά του… Ιουλίου, οπότε προσθέστε έναν ακόμη λόγο για να αναζητώ αυτό που θεωρήθηκε επίλογος μιας ολόκληρης εποχής την οποία δεν έζησα! Οταν όμως βρέθηκα τελικά απέναντι στο τρίωρο αντικείμενο του πόθου, σε μια κατάμεστη προβολή στις Νύχτες Πρεμιέρας, αναφώνησα -δυστυχώς- «κάθε πράγμα στον καιρό του». Ο αιχμηρός μηδενισμός της Μαμάς, οι αφοριστικοί διάλογοι και η low budget αισθητική και πρακτική για μένα είχαν ανεπιστρεπτί συνδεθεί με τους ανεξάρτητους Αμερικανούς επιγόνους που με μεγάλωσαν. Παραδόξως, όμως, είδα δίπλα μου δεκαοχτάρηδες και εικοσάρηδες να τρίβουν τα μάτια τους μπροστά σε ό,τι έβλεπαν. Η πρωτοπορία και το συναισθηματικό σοκ είναι, τελικά, πάντα ζήτημα εμπειριών και… ηλικιών. Αλλωστε, όπως σωστά παρατήρησε και ο κύριος Λεωνίδας του Δαναού, παρά την ταυτόχρονη εμφάνιση των Rolling Stones στο Ολυμπιακό Στάδιο, «έσκισε η Πουτάνα, με το συμπάθιο»… Λευτέρης Αδαμίδης
Οσο Υπάρχουν Ανθρωποι (1953)
του Φρεντ Τσίνεμαν, με τους Μπαρτ Λάνκαστερ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέμπορα Κερ
Εκατοντάδες ώρες της φοιτητικής μου ζωής τις πέρασα στη ταινιοθήκη του Παρισιού βλέποντας αμέτρητες κλασικές αρλούμπες. Τώρα θα μου πείτε πώς ακριβώς ορίζεται το «κλασικό» και πώς το «αρλούμπα» κι εγώ θα σηκώσω τα χέρια ψηλά. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι σοβαροί που ισχυρίζονται ότι Ο Αρχοντας Των Δαχτυλιδιών είναι κλασική ταινία, μολονότι προβλήθηκε πρόπερσι. Ελεος!
Αναλόγως, κλασικό θεωρείται και το Οσο Υπάρχουν Ανθρωποι, λόγω των οκτώ Οσκαρ και των κυμάτων που λούζουν το ζεύγος Λάνκαστερ – Κερ. Την εν λόγω σκηνή βεβαίως την έχω δει, ολόκληρη την ταινία ωστόσο δεν τα κατάφερα.
Αρχικά την πέτυχα ένα βράδυ στη λιλιπούτειων διαστάσεων φοιτητική μου τηλεόραση στο Παρίσι. Μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν ντουμπλαρισμένη στα γαλλικά, άλλαξα κανάλι. Αργότερα την βρήκα σε ένα αφιέρωμα, αλλά έπληξα στα 40 λεπτά. Ακριβώς!
Πρόσφατα μου την έδωσαν σε ένα παράνομο, αλλά εξαιρετικής ποιότητας DVD. Πέντε φορές την άρχισα και την σταμάτησα. Μιλάμε για βαριά πλήξη! Κάτι αντιπολεμικές κοινοτοπίες θυμάμαι αμυδρά και κάτι συνοφρυωμένους στρατιωτικούς. Ε, και τη σκηνή του φιλιού στην παραλία. Σημάδεψα την ακριβή της θέση, την είδα τρεις- τέσσερις φορές στη σειρά και επέστρεψα το DVD στον ιδιοκτήτη του. Ηταν και παράνομο και κάτι τέτοια εγώ τα αποφεύγω. Ειδικά όταν πρόκειται για «κλασικές αρλούμπες».
Ορέστης Ανδρεαδάκης
Ο Πλανήτης Των Πιθήκων (1968)
του Φράνκλιν Σάφνερ, με τους Τσάρλτον Ιστον, Ρόντι ΜακΝτάουαλ, Κιμ Χάντερ
Εχοντας πετύχει δύο- τρία από τα άθλια σίκουελ στην τηλεόραση (αυτό με την ατομική βόμβα στα έγκατα του πλανήτη, το άλλο με τους πιθήκους που ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο…) και γνωρίζοντας τη σεναριακή ανατροπή του φινάλε, δε σκοτώνεσαι κιόλας για να αναζητήσεις την πρωτότυπη ταινία. Υπάρχει και η – μια – χαρά – για – μπλοκμπάστερ εκδοχή του Τιμ Μπάρτον…
Το πρώτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει πάνω σ’ αυτό τον Πλανήτη είναι η απουσία (καταιγιστικής) δράσης για μια πολυδάπανη περιπέτεια, η οποία, χάρη στη δημιουργική αξιοποίηση της αντίθεσης κλειστών/ανοιχτών χώρων και ενός σοφά υπολογισμένου σκηνοθετικού timing, μετατρέπεται σε πολλά περισσότερα πράγματα από ένα extra large επεισόδιο της «Ζώνης Του Λυκόφως». Αμέσως μετά, έρχεσαι αντιμέτωπος με μια πολιτική αλληγορία η οποία, ακόμα και στα ταραγμένα τέλη των 60s, στέκει τολμηρή και αυθάδης έτσι όπως «επιτίθεται» σε κάθε θρησκευτική, κοινωνική και δογματική μισαλλοδοξία. Τέλος, η ειρωνεία που διαπερνά το στήσιμο του Τσάρλτον Ιστον και τα μανιφέστα της γερουσίας των πιθήκων, όπως και η σκληρή, πεσιμιστική οπτική την οποία αποκαλύπτει η τελική σκηνή της ταινίας, επιβεβαιώνουν τη φήμη ενός φιλμ που, σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την πρεμιέρα του, παραμένει μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της χολιγουντιανής επιστημονικής φαντασίας. Χρήστoς Μήτσης
La Sortie Des Usines Lumiere (1895)
του Λουί Λιμιέρ
Ενα λεπτό από την ιστορία του κόσμου. Ενα λεπτό που κανείς δεν έκανε ποτέ τον κόπο να διαθέσει για να σου δείξει πώς ξεκίνησαν όλα. Ενα ασήμαντο πια λεπτό, που από μια άποψη βρίσκεται μέσα σε κάθε μεγάλη ή μικρή ταινία του κινηματογράφου. Ενα λεπτό που είναι λογικό να το έχασες, τραβώντας το βλέμμα αλλού. Ενα λεπτό για το οποίο έχεις άποψη, αλλά ποτέ δεν έχεις δει, γιατί μοιάζει τόσο αυτονόητο κι ένα λεπτό που ποτέ δεν αναζήτησες σε τόσα φεστιβάλ, τόσα μουσεία, τόσα ιστορικά ντοκουμέντα, τόση έρευνα, ξεχνώντας το μέσα στα χρόνια της όποιας σινεφιλικής διαπαιδαγώγησής σου. Και ξαφνικά ένα λεπτό μπροστά στα μάτια σου, σε μία εκπομπή της κρατικής για την επέτειο της γέννησης των αδελφών Λιμιέρ, και μία προσπάθεια να βρεθείς εκεί, την 22η μέρα εκείνου του Μαρτίου που το πρώτο λεπτό της Τέχνης στην οποία αφιερώθηκες προβλήθηκε μπροστά στο πρώτους θεατές. Ενα στατικό πλάνο με εργάτες που βγαίνουν από ένα εργοστάσιο, ένα σκυλί στο background και μία κίνηση ψευδούς ταχύτητας για ειδικό εφέ. Μία φευγαλέα εικόνα προαιώνιας μνήμης άδικα καταχωρημένης ως ιστορικό επίκαιρο. Ενα λεπτό από το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας αυτού του κόσμου. Μανώλης Κρανάκης
Βlow Up (1966)
του Μικελάντζελο Αντονιόνι, με τους Ντέιβιντ Χέμινγκς, Σάρα Μάιλς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ
Λατρεύω το σινεμά. Λατρεύω τη τηλεόραση. Απεχθάνομαι όμως το σινεμά στη τηλεόραση. Το full-screen και οι διακοπές για διαφημίσεις μου κάνουν τα νεύρα τσατάλια. Γεγονός που, πριν την εποχή του DVD, μου κόστισε τη γνωριμία με κάμποσες κλασικές ταινίες. To Blow Up ήταν μια από αυτές. Πρόσφατα το πέτυχα σε wide-screen στο δορυφορικό κανάλι TCM, μα δεν το παρακολούθησα γιατί είχα χάσει την αρχή του. Οσο είδα όμως μου κέντρισε την περιέργεια. Θέλησα να το δω ολόκληρο τη στιγμή ακριβώς που το περιοδικό αποφάσιζε αυτό το αφιέρωμα. Για να προλάβω τη προθεσμία παράδοσης του κειμένου, η Κατερίνα μου το δάνεισε όπως το είχε γράψει από τη ΝΕΤ: full-screen, με τρία διαφημιστικά διαλείμματα! Ετσι δεν είμαι σίγουρη αν φταίει η ταινία ή ο τρόπος με τον οποίο την είδα για τον διχασμό που μου άφησε. Από τη μια ερωτεύτηκα σφόδρα τη μεθυστική, ανεπανάληπτη μελαγχολία του Χέμινγκς, την αινιγματική γοητεία της Ρεντγκρέιβ, την αποκαλυπτική σεκάνς της μεγέθυνσης της φωτογραφίας, το… ιδιότροπο παιχνίδι τένις στο τέλος, την υποβλητική, απέριττη σκηνοθεσία και την ιδέα ότι ποτέ δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη πραγματικότητα στην ολότητά της. Από την άλλη, όμως, καθόλου δεν συγκινήθηκα με όλο το υπόλοιπο -περιστασιακά φλύαρο, ψυχρό, απάνθρωπο και επιτηδευμένα εκκεντρικό- φιλμ. Ιωάννα Παπαγεωργίoυ
Μπεν Χουρ (1959)
του Γουίλιαμ Γουάιλερ, με τους Τσάρλτον Ιστον, Τζακ Χόκινς, Στίβεν Μπόιντ
Με τον Μπεν Χουρ είχαμε πάντα ένοχη σχέση. Κρατούσαμε όμως έναν βασικό κανόνα συμβίωσης στη γυάλινη οθόνη, όπου προγραμματίζεται κάθε Μεγάλη Εβδομάδα με την ακρίβεια ετήσιου «δεύτε λάβετε φως».
Εκείνος έμοιαζε πάντα απασχολημένος με τη διαχρονική του φήμη (τόσα Οσκαρ δεν χωράνε ούτε σε άρμα), αφήνοντας τον ταπεινό θεατή του με μια διαχρονική αδυναμία να βγάλει τη φονική διάρκεια χωρίς να ξεραθεί στον ύπουλα φιλικό καναπέ του. Ο Μπεν, βλέπετε, καταφτάνει κυρίως βραδινές ώρες, και τα 217 λεπτά του παραμένουν ρωμαϊκή λόγχη στο πλευρό της προσοχής του πρόθυμου σινεφίλ… Αν και όχι η μόνη. Ωσπου… Ανάσταση: τα κατάφερε! Αρχικά, μάλιστα, νόμισε πως το τρέμουλο από τους καφέδες τον είχε βοηθήσει να βρει μια μοντέρνα πλευρά στην κλασική ταινία: όταν όμως ξεθύμανε η καφεϊνη, ανακάλυψε πως είχε κάνει πάλι λάθος. Το χειρότερο; Ηταν πια αργά για να σώσει τέσσερις (ελέω διαφημίσεων…) αθώες ώρες, θυσιασμένες σχεδόν πρόθυμα στον βωμό της σινεφίλ ιστορίας. Οχι ότι φταίει ο Μπεν. Στο κάτω – κάτω, ήταν γλυκύτατος βάρβαρος στις μέρες του 59, ένας γνήσιος μάρτυρας του Χόλιγουντ της μαρκίζας. The stuff that dreams are made of… Τελευταία όμως φορά που ήρθε ήταν 2006 κι εκείνος μόλις μια θαμπή ανάμνηση της πασχαλιάτικης playlist των καναλιών. Γιάννης Δεληoλάνης
Η Περιφρόνηση (1963)
του Ζαν Λικ Γκοντάρ, με τους Μπριζίτ Μπαρντό, Μισέλ Πικολί
Φοιτητής κινηματογράφου, δέκα χρόνια πριν, και μπροστά μου ξετυλίγεται ένας μύθος: η nouvelle vague. Σαν καλός μαθητής, λοιπόν, αποφασίζω να ξεκινήσω φροντιστήρια και για αρχή επιλέγω -τι άλλο;- Ζαν Λικ Γκοντάρ, τον μυθικότερο των μυθικών. Βλέπω το Με Κομμένη Την Ανάσα, τον Τρελό Πιερό, αποφασίζω όπως όπως ότι «καλός ο Μπελμοντό, αλλά ο Γκοντάρ δεν είναι του γούστου μου» και συνεχίζω τα εντατικά με τον λιγότερο εγκεφαλικό και σαφώς πιο συναισθηματικό Τριφό. Λέγεται συχνά ότι ο Γκοντάρ είναι πια ξεπερασμένος, ακριβώς επειδή ήταν τόσο επαναστατικά μοντέρνος στην εποχή του… Και μετά βλέπεις την Περιφρόνηση. Και αναρωτιέσαι: μπορεί ποτέ να ξεπεραστεί η ομορφιά της Μπριζίτ Μπαρντό, η γοητεία του Μισέλ Πικολί, η φιγούρα του Φριτς Λανγκ, το μεγαλείο του Κάπρι ή, εν τέλει, το θέαμα ενός πανέμορφου έρωτα που πνίγεται στην περιφρόνηση; Γνήσιο τέκνο του 60, η Περιφρόνηση παρουσιάζει την πιο κομψή, κρυστάλλινη έκφραση μιας εποχής που αποφασίζει να σπάσει κάθε νόρμα αφήγησης, που εκφράζει τον ερωτισμό της ανοιχτά, που αγαπά το σινεμά αλλά δεν φοβάται τον θεατή του. Η Περιφρόνηση θα παραμένει πάντα ένα κλασικό μοντέρνο έργο δίπλα στους πίνακες του Καντίνσκι και τα κτήρια του Μις βαν ντερ Ρόε (και εγώ πρέπει να συνεχίσω τα φροντιστήρια στον Γκοντάρ…) Κωνσταντίνoς Κoντoβράκης
Κι όμως, δεν είδα…
Λευτέρης Αδαμίδης
Αmadeus του Μίλος Φόρμαν
Βraveheart του Μελ Γκίμπσον
Μια Θέση Στον Ηλιο του Τζορτζ Στίβενς
Ορέστης Ανδρεαδάκης
La Strada του Φεντερίκο Φελίνι
Καλοκαίρι Με Τη Μόνικα του Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Το Χαμένο Σαββατοκύριακο του Μπίλι Γουάιλντερ
Κατερίνα Ανδρεάκου
Χορεύοντας Με Τους Λύκους του Κέβιν Κόστνερ
Οι Δρόμοι Της Φωτιάς του Χιου Χάντσον
Το Μεγάλο Φαγοπότι του Μάρκο Φερέρι
Γιάννης Δεληολάνης
Η Γέννηση Ενός Εθνους του Ντ. Γ. Γκρίφιθ
Ορφέας του Ζαν Κοκτό
Ρather Panchali του Σατιαζίτ Ρέι
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Τα Παιδιά Του Παραδείσου του Μαρσέλ Καρνέ
Φάννυ Και Αλέξανδρος του Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Ο Ανθρωπος Που Γνώριζε Πολλά του Αλφρεντ Χίτσκοκ
Λουκάς Κατσίκας
Μάρνι του Αλφρεντ Χίτσκοκ
Τα Φώτα Της Ράμπας του Τσάρλι Τσάπλιν
Ο Ανθρωπος Από Μάρμαρο του Αντρέι Βάιντα
Μανώλης Κρανάκης
Η Μεγάλη Χίμαιρα του Ζαν Ρενουάρ
Ουγκέτσου Μονογκατάρι του Κένζι Μιζογκούτσι
Απληστία του Εριχ φον Στροχάιμ
Αντρέας Κύρκος
Ουγκέτσου Μονογκατάρι του Κένζι Μιζογκούτσι
Η Αλίκη Στις Πόλεις του Βιμ Βέντερς
Αγκίρε: Η Μάστιγα του Θεού του Βέρνερ Χέρτζογκ
Κωνσταντίνος Κοντοβράκης
Θωρηκτό Ποτέμκιν του Σέργκεϊ ϊζενστάινν
Μια Υπέροχη Ζωή του Φρανκ Κάπρα
Τιτανικός του Τζέιμς Κάμερον
Χρήστος Μήτσης
Ακατόνε του Πιέρ Πάολο Παζολίνι
Sullivans Travels του Πρέστον Στάρτζες
Το Χαμένο Σαββατοκύριακο του Μπίλι Γουάιλντερ
Ιωάννα Παπαγεωργίου
La Strada του Φεντερίκο Φελίνι
Το Τρένο Θα Σφυρίξει Τρεις Φορές του Φρεντ Τσίνεμαν
Η Μάχη Της Αλγερίας του Τζίλο Ποντεκόρβο
Λίλυ Μ. Παπαγιάννη
Η Λεωφόρος Της Δύσης του Μπίλι Γουάιλντερ
Τραγουδώντας Στη Βροχή του Στάνλεϊ Ντόνεν
Κραυγές Και Ψίθυροι του Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Θανάσης Πατσαβός
Ο Λόρενς Της Αραβίας του Ντέιβιντ Λιν
Ο Μάγος Του Οζ του Βίκτορ Φλέμινγκ
Οι Εφτά Σαμουράι του Ακίρα Κουροσάβα
Δέσποινα Παυλάκη
Ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Στάλκερ του Αντρέι Ταρκόφκσι
Η Αιχμάλωτη Της Ερήμου του Τζον Φορντ






