• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Capote στην Αμερική…

10 Απρ 2007 | Θέματα | 0 comments

…γεννήθηκε η έννοια του «πραγματικού μυθιστορήματος», ένας λογοτεχνικός τρόπος να περιγράφεις αληθινά γεγονότα. Το επινόησε, συνέλαβε και κατέγραψε ο Τρούμαν Καπότε. Επίτευγμα ή «Εν Ψυχρώ» δολοφονία της δημοσιογραφικής ηθικής;
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

…γεννήθηκε η έννοια του «πραγματικού μυθιστορήματος», ένας λογοτεχνικός τρόπος να περιγράφεις αληθινά γεγονότα. Το επινόησε, συνέλαβε και κατέγραψε ο Τρούμαν Καπότε. Επίτευγμα ή «Εν Ψυχρώ» δολοφονία της δημοσιογραφικής ηθικής;
Από την Πόλυ Λυκούργου


αληθινά ψέματα
Νοέμβριος, 1959. Ο Τρούμαν Καπότε, συγγραφέας του «Βreakfast At Τiffanys» και διαβόητη εκκεντρική φιγούρα του τζετ σετ, διαβάζει τις πρωινές του εφημερίδες. Το μάτι του πέφτει σ’ ένα μονόστηλο άρθρο στις πίσω σελίδες των New York Times. Το κείμενο αναφέρει τις δολοφονίες των τεσσάρων μελών μίας αγροτικής οικογένειας στο Κάνσας, οι οποίοι βρέθηκαν νεκροί στα κρεβάτια τους. Παρόμοιες ιστορίες μπορούν να εντοπιστούν καθημερινά στα μικρά γράμματα των εφημερίδων. Για κάποιον μοιραίο λόγο, όμως, η συγκεκριμένη είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του ιδιοσυγκρασιακού συγγραφέα. Αμέσως τηλεφώνησε στον διευθυντή τού περιοδικού New Yorker με το οποίο συνεργαζόταν και του ανακοίνωσε ότι αυτό ήταν το άρθρο που ήθελε να γράψει: τι επίδραση μπορεί να έχει ένα τέτοιο βίαιο έγκλημα στους κατοίκους μίας μικρής κωμόπολης. Λίγες μέρες μετά βρισκόταν στο τρένο για το Κάνσας, συνοδευόμενος από την παιδική του φίλη, επίσης συγγραφέα και ερευνήτρια, Χάρπερ Λι, η οποία θα επιδρούσε καταλυτικά, όταν οι κάτοικοι στάθηκαν επιφυλακτικοί και κουμπωμένοι απέναντι στην ξεκάθαρα γκέι φιγούρα του Καπότε.


Η αλήθεια είναι ότι το φουλάρι που φορούσε γύρω από το λαιμό του, η αργόσυρτη, παιδική σχεδόν, φωνή και οι απροκάλυπτα θηλυπρεπείς μανιέρες του συνάντησαν αρχικά την εχθρότητα. Ο Καπότε, όμως, πάντα είχε τον τρόπο του. Με υπομονή, επιμονή και απίστευτη ικανότητα να λέει μισές αλήθειες και μικρά, κατά συνθήκη ψεύδη ανάλογα με ποιον είχε απέναντί του, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων και, το σπουδαιότερο, τη φιλία της οικογένειας του αστυνομικού επιθεωρητή που χειριζόταν την υπόθεση. Ετσι ήταν εκεί όταν ανακοινώθηκε ότι εντοπίστηκαν οι δράστες στο Λας Βέγκας, ήταν εκεί όταν τους συνέλαβαν και τους έφεραν πίσω στο Κάνσας και είχε θέση στις πρώτες σειρές του δικαστηρίου όταν τους δίκασαν και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Παίρνοντας συνεντεύξεις από ενόρκους, δικαστές, δικηγόρους, αστυνομικούς αλλά και τους απλούς γείτονες των θυμάτων, ο Καπότε είχε συγκεντρώσει πρωτοφανές υλικό. Συνομιλώντας όμως με τους ίδιους τους δολοφόνους, τον Ντικ Χίκοκ και ειδικότερα τον Πέρι Σμιθ, έναν μοναχικό, ολιγόλογο, σκληροτράχηλο μα και εύθραυστο άντρα, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πια ένα κείμενο περιοδικού στα χέρια του. Είχε ένα βιβλίο. Το βιβλίο που πάντα ονειρευόταν να γράψει: το βιβλίο που θα αποδείκνυε ότι η εξιστόρηση αληθινών γεγονότων δεν χρειάζεται να είναι στεγνή, βαρετή, απογυμνωμένη από στιλ. Η πένα του, το λογοτεχνικό του ταλέντο και οι τεχνικές στη φόρμα και στην απόδοση θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη μεταγραφή μίας αληθινής ιστορίας, την οποία θα περιέγραφε με την ένταση της δραματουργίας φιξιόν μυθιστορήματος. Είχε βρει μάλιστα και το όνομα του νέου αυτού είδους συγγραφής: «the non-fiction novel», το «αληθινό μυθιστόρημα».


Το κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει. Ο Καπότε επισκεπτόταν καθημερινά στο κελί του τον Σμιθ, κέρδιζε ολοένα την εμπιστοσύνη του, αποσπούσε ημερολόγια, φωτογραφίες, κομματάκια του παζλ της προσωπικότητας του δολοφόνου, και δενόταν ολοένα και περισσότερο μαζί του. Σε σημείο εμμονής. Προσωπικής και επαγγελματικής. Επαγγελματικής, καθώς τον είχε συνεπάρει το όνειρο και το πάθος για το βιβλίο, για το οποίο διαισθανόταν ότι θα ήταν ριζοσπαστικό για τη διεθνή λογοτεχνική σκηνή και καθοριστικό για την καριέρα του. Προσωπικής, γιατί στα έξι σχεδόν χρόνια που του πήρε να ολοκληρώσει την έρευνα και να το γράψει, έχασε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικής ζωής και δουλειάς, αλήθειας και ψέματος, επαγγελματικής περιέργειας και πρωτόγνωρου σκοτεινού ενδιαφέροντος για τον δολοφόνο. Το αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει την πολυπόθητη αναγνώριση με το βιβλίο του. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει ανεπιστρεπτί τον εαυτό του.


the Truman Show
Οχι ότι τον είχε βρει ποτέ. Σε εποχές ακόμα ηθικού συντηρητισμού, εκείνος δεν ομολογούσε απλά την ομοφυλοφιλία του, αλλά την μόστραρε ως λάβαρο διαφορετικότητας- κάτι που όμως δεν αποδεικνύει ότι ο ίδιος ένιωθε άνετα στο πετσί του. Η υπερβολή της συμπεριφοράς του, η προκλητική πόζα του στα πηγαδάκια των πάρτι και η ανάγκη να διηγηθεί ιστορίες για τον Χάμφρεϊ (Μπόγκαρτ), τη Μέριλιν και τον Τζον (Χιούστον) σε απλό κόσμο που τον άκουγε μαγεμένος, στην ουσία υποδείκνυαν έναν άνθρωπο που ένιωθε κοινωνικά εξωγήινος, έναν ανασφαλή μοναχικό που αποζητούσε συνεχώς την επιβεβαίωση. Είχε γνωρίσει από μικρός την απόρριψη, όταν ο πατέρας του είχε αφήσει την μητέρα του κι εκείνη αντιμετώπισε την εγκατάλειψη σέρνοντας επί σειρά ετών τον μικρό Τρούμαν από τη γενέτειρά του Νέα Ορλεάνη σε διαφορετικές πολιτείες, ακολουθώντας τους εκάστοτε ελπιδοφόρους μνηστήρες, μέχρι που παντρεύτηκε τον Καπότε (ο Τρούμαν φέρει το επίθετο του θετού του πατέρα) και παράτησε τον πιτσιρίκο για να τον αναθρέψουν οι γεροντοκόρες θείες του στην Αλαμπάμα. Στο διπλανό σπίτι μεγάλωνε ένα επίσης μοναχικό κοριτσάκι, η Χάρπερ Λι, που έμελλε να γίνει ο πιο κοντινός του άνθρωπος, η φίλη, η έμπιστη, η εξομολογήτρια, η βοηθός του. Η βραβευμένη με Πούλιτζερ συγγραφέας του «Τo Kill Α Μockingbird», του βιβλίου που έγραψε, εξέδωσε και πούλησε τα δικαιώματα του για να γίνει η κλασική οσκαρική ταινία και πήγε και στην πρεμιέρα της, στο ίδιο χρονικό διάστημα που ο Καπότε ακόμα ερευνούσε το «αληθινό του μυθιστόρημα», χωρίς να έχει γράψει ούτε λέξη. «Οταν καμιά φορά σκέφτομαι πόσο καλό θα είναι», της είχε εκμυστηρευτεί, «δεν μπορώ να αναπνεύσω».


Παρά την επιτυχημένη μέχρι τότε συγγραφική του καριέρα, με κορύφωση τα «Grass Ηarp», «Βeat The Devil» και φυσικά το «Βreakfast At Τiffanys», ο ίδιος ένιωθε ότι δεν είχε φτάσει στο δημιουργικό του απόγειο. Παρόλο που αποτελούσε μία από τις πρώτες pop-culture προσωπικότητες, ήταν celebrity προτού εφευρεθεί ακόμα ο όρος, έβλεπε το όνομά του καθημερινά στις εφημερίδες και τις κοσμικές στήλες, οι Νεοϋορκέζοι στο δρόμο τον αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα και οι τηλεφωνητές αναγνώριζαν τη σήμα-κατατεθέν φωνή του, εκείνος ένιωθε ότι δεν είχε πατήσει ακόμα την κορυφή… Η συσσωρευμένη φιλοδοξία τόσων χρόνων αναζητούσε το όχημα που θα τον οδηγούσε στην απόλυτη δόξα. Δυστυχώς, όταν συνήθως γράφεται ιστορία (στην πολιτική, την τέχνη, την ίδια τη ζωή), η απογείωση και το γκρέμισμα του ιδιοφυούς αλλά και ταυτόχρονα τραγικού ήρωα που διαπράττει την ύβρη της φιλοδοξίας είναι αναπόφευκτη. «Περισσότερα δάκρυα έχουν χυθεί για τα όνειρα που πραγματοποιήθηκαν, παρά για εκείνα που έμειναν ανεκπλήρωτα». Ο Καπότε έγραψε το συγκλονιστικό «Ιn Cold Βlood» βιβλίο του, το είδε να γίνεται εκδοτικό φαινόμενο των 60s, να μεταφέρεται σε ταινία και ο ίδιος να γνωρίζει την απόλυτη δόξα, αλλά ταυτόχρονα να νιώθει ότι πούλησε την ψυχή του στο διάβολο. Οσα έκανε για να αποσπάσει τις αποκλειστικότητες, όσα συμβίβασε με την ηθική του, όσα αδικαιολόγητα δικαιολόγησε μέσα του, όσα κατάλαβε για τον εαυτό του την ώρα που παρακολουθούσε τον απαγχονισμό του Πέρι Σμιθ, τον έπνιξαν σε μία κινούμενη άμμο υπαρξιακής και συνειδησιακής κρίσης από την οποία δεν βγήκε ποτέ. Δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν ούτε η αποξενωμένη -λόγω της αλαζονείας και εγωπάθειας που τον απομόνωσε- Χάρπερ, ούτε ο σύντροφος της ζωής του, επίσης συγγραφέας Τζακ Ντάνφι. «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τους βοηθήσω», είχε πει συντετριμμένος στη Λι λίγες ώρες μετά την εκτέλεση των δολοφόνων. «Η αλήθεια είναι, Τρούμαν, ότι δεν ήθελες κιόλας», του απαντούσε σκληρά εκείνη. Πέθανε είκοσι χρόνια μετά (το 1984), χωρίς να γράψει τίποτα πια (το επόμενο βιβλίο του, «Αnswered Ρrayers», το εγκατέλειψε στο τέταρτο κεφάλαιο), μόνος και πιο ανασφαλής από ποτέ, εξαιτίας επιπλοκών από τη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ.


in Cold Blood
«Η γη είναι επίπεδη και η θέα απλώνεται σε αχανή βάθη πεδίου. Αλογα, κοπάδια από γελάδια, ένα λευκό σύμπλεγμα από γερανούς που υψώνονται σχεδόν με τη χάρη αρχαιοελληνικών ναών στον ορίζοντα του ταξιδιώτη, ώρες πριν τελικά τους φτάσει». Αυτή ήταν η αρχή του βιβλίου, που περιέγραφε στον αναγνώστη τον τόπο του εγκλήματος. Η χρήση των λογοτεχνικών εκφραστικών μέσων κατάφερνε να τον εθίσει προτού συμπληρωθούν οι τρεις πρώτες σελίδες. Ο Καπότε είχε τις καλύτερες προθέσεις. Η κοφτερή του αντίληψη είχε διαισθανθεί την αλλαγή των καιρών, την κοινωνική έκρηξη που έφερνε σε σύγκρουση την ήσυχη πλευρά της εργατικής Αμερικής που κοιμόταν τον ύπνο του αμερικανικού ονείρου, με τη σκοτεινή της συνείδηση, όπως αυτή ζούσε την αδικία του περιθωρίου.


«Αν δεν μου πεις τι ακριβώς έγινε εκείνη την νύχτα» είχε πει στον βουρκωμένο Πέρι Σμιθ λίγες βδομάδες πριν τον εκτελέσουν, «ο κόσμος θα πιστεύει για πάντα ότι είσαι ένα τέρας. Και δεν το θέλω αυτό». Ο Σμιθ τού διηγείται τα συμβάντα, ο Καπότε ολοκληρώνει το βιβλίο, οι αναγνώστες προβληματίζονται για πρώτη φορά για τις κοινωνικές τους δομές. Γιατί όμως νιώθουμε έντονα ότι ο ένοχος της ιστορίας είναι ο συγγραφέας; Ισως γιατί σαράντα χρόνια μετά, παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτής της ραδιούργας τακτικής της βεβιασμένης εξομολόγησης παντού – στις ειδήσεις, τις εφημερίδες, στα άθλια talk shows. Η «αλήθεια» μετατράπηκε σε «reality» και αυτό με τη σειρά του σε «σόου». Με ενορχηστρωτή έναν «καλό» δημοσιογράφο, λαοπλάνο και μάστορα στον χειρισμό της γλώσσας. Με ένα θύμα που ψάχνει κάθαρση και βοήθεια στη δημόσια έκθεσή του σε τηλεοράσεις και έντυπα. Με εμάς να παρακολουθούμε με τα πιο ποταπά μας ένστικτα συντονισμένα. Με την ηθική, τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια να αλλάζουν ερμηνεία ανάλογα με όσα επιτάσσει το σύστημα της αγοροπωλησίας.


Κάπου εκεί έρχεται και ο ρόλος του κινηματογράφου. Ειδικά το Χόλιγουντ έχει υπάρξει ένοχο κομμάτι συντήρησης αυτού του «βασισμένου σε αληθινά γεγονότα εντυπωσιασμού του κοινού. Ετσι κόβει τα εισιτήριά του, έτσι δίνει τα βραβεία του. Υπάρχουν όμως στιγμές που ανάμεσα στα γρανάζια του συστήματος γλιστράνε και κάποιες κριτικές φωνές που θυμίζουν ότι το σινεμά είναι μέσο αντιπολίτευσης, αντίστασης, διάπλασης ξύπνιων συνειδήσεων. Οπως και το Καληνύχτα Και Καλή Τύχη, επίτευγμα ζωής του Τζορτζ Κλούνεϊ, έτσι και το Τruman Capote, που υπογράφει ο σκηνοθέτης Μπένετ Μίλερ και ο σεναριογράφος Νταν Φούτερμαν, αποφασίζουν συνειδητά να είναι πολιτικές ταινίες. Αν κανείς τις έδειχνε σε αντιπαραβολή σε σχολές δημοσιογραφίας, ίσως κάποιοι μελλοντικοί συνάδελφοι να είχαν την ελπίδα να αντισταθούν περισσότερο στις σειρήνες της εποχής.


Δεν είναι σκοπός της ταινίας να παραθέσει τη βιογραφία του Καπότε. Δεν την ενδιαφέρει να μείνει στους φόνους (όπως είχε κάνει η ομώνυμη με το βιβλίο ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς το 67). Αντίθετα, στέκεται σε κάτι που μοιάζει εφιαλτικά σύγχρονο: το κυνήγι της δόξας. Τον διχασμό της προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος νοιάζεται και χρησιμοποιεί ταυτόχρονα τους πάντες γύρω του, ακροβατώντας στο τεντωμένο σχοινί της συνείδησής του. Το «λειτούργη-


μα» του δημοσιογράφου που κυνηγάει την είδηση με το πρόσχημα της ενημέρωσης του λαού, αλλά στην ουσία επικεντρώνεται με εμμονή στα νούμερα της τηλεθέασης, τους σπόνσορες και το προφίλ του. Την ασύδοτη πλέον απληστία. Την κοινωνική (συν)ενοχή μας.


«Νομίζω ότι εγώ και ο Πέρι μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι», είπε σε ανύποπτο χρόνο ο Καπότε για τον Πέρι Σμιθ. «Κάποια στιγμή, εγώ έφυγα από την μπροστινή πόρτα κι εκείνος από την πίσω». Με άλλα λόγια, αν κάποιοι είναι μπροστά από την κάμερα δαχτυλοδείχνοντας το κακό και αναζητούν τη διασημότητα μέσα από αυτό, μάλλον το κουβαλάνε και οι ίδιοι λίγο περισσότερο από ό,τι θα τους βόλευε να το παραδεχτούν.


«Υπάρχει μόνο ένας T.C. Μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό»
Το είχε πει ο ίδιος ο Καπότε σ’ ένα από τα ξεσπάσματα μεγαλομανίας και ανασφάλειάς του. Ισως όμως να μην είναι μόνο ένας. Για 115 λεπτά της ώρας, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν μας κάνει να το ξεχνάμε. Οχι γιατί καταφέρνει να μιμηθεί απόλυτα το σουλούπι, τις κινήσεις, τη φωνή. Αλλά γιατί έκανε τον κόπο να καταλάβει όλη αυτή την εσωτερική πάλη, να σκάψει μέσα του και να ελευθερώσει τους σκοτεινούς του δαίμονες. «Το ξέρω ότι ήταν ο ρόλος της ζωής μου», είπε όταν παρέλαβε τη Χρυσή Σφαίρα. Δεν ξέρουμε αν συμφωνούμε – ο Χόφμαν υπήρξε συγκλονιστικός εδώ και μια δεκαετία σε ό,τι έκανε- παραδεχόμαστε όμως ότι χωρίς αυτόν η ταινία μπορεί να κατέρρεε. «Αν δεν δεχόταν να παίξει, θα ακυρώναμε το πρότζεκτ», ομολογεί ο επί 20 χρόνια φίλος του σκηνοθέτης Μπένετ Μίλερ. Δυσκολεύτηκαν όμως να τον πείσουν. «Μου φάνηκε τρελό», λέει ο ίδιος. «Δεν έβρισκα ούτε ένα κοινό σημείο από το οποίο να μπορούσα να πιαστώ για να φτιάξω τον ρόλο. Και τώρα που όλα ανήκουν στο παρελθόν, να σας πω ότι ο Νόρμαν Μέιλερ είχε δίκιο όταν είχε πει «θα πρέπει να είναι εξοντωτικό να είσαι ο Τρούμαν Καπότε». Ηταν, πράγματι». Για να μπορέσει να τον καταλάβει ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν διάβασε τα άπαντα γύρω από τον διαβόητο συγγραφέα, είχε ως Βίβλο του το ντοκιμαντέρ των Αλμπερτ και Ντέιβιντ Μέισλς With Love From Truman και συνεργάστηκε στενά με τον Τζέραλντ Κλαρκ, τον επίσημο βιογράφο του Καπότε, ο οποίος του παραχώρησε μαγνητοταινίες με εξομολογήσεις του, προσωπικά ημερολόγια και πρόσβαση στην αλληλογραφία του με τον θανατοποινίτη Κλαρκ . «Δεν με ενδιέφερε μία στείρα μίμηση, αλλά μία ερμηνεία ψυχής. Δεν με ενδιέφερε να τον κρίνω, επίσης. Τον πόνεσα, τον κατάλαβα. Αν ζούσε θα ήμασταν φίλοι. Ισως όμως να με είχε προδώσει, όπως τους πρόδωσε όλους».


Ο Χόφμαν αγάπησε τόσο πολύ το φιλμ, ώστε μπήκε ενεργά στην παραγωγή του και τώρα κοιτάει με τα μάτια λαμπερά την προοπτική μίας οσκαρικής καταξίωσης. Υπάρχει μία καλά κρυμμένη ειρωνεία σε όλα αυτά: παρόλο που ο ηθοποιός της αριστουργηματικής Ευτυχίας, ο δευτεραγωνιστής που έκλεψε την παράσταση στην Μανόλια και στο Σχεδόν Διάσημοι αξίζει όλη την αναγνώριση και τη δόξα, θα την πάρει τελικά ακολουθώντας όλα όσα καυτηριάζει η ταινία του: παίζοντας «έναν αληθινό χαρακτήρα».

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ