Ζόμπι πλημμυρίζουν τους δρόμους της Αθήνας, σπέρνοντας τον τρόμο και τον θάνατο! Οχι, δεν πρόκειται για κακόγουστη φάρσα ούτε για χαμένο σενάριο του Τζορτζ Ρομέρο. Είναι ταινία, είναι ελληνική και εξαπλώνει τη φήμη της σαν το απόλυτο… Κακό!
Από την Κατερίνα Ανδρεάκου
Τρεις νεαροί συνεργάτες, με εμπειρία στις ταινίες μικρού μήκους και με βαθιά αίσθηση και γνώση των κινηματογραφικών ειδών, εμπνεύστηκαν κάτι που, για τα ελληνικά κινηματογραφικά δρώμενα φάνταζε -και φαντάζει ακόμα- αδιανόητο: μια ταινία splatter με ζόμπι, καράτε και πολύ, πολύ αίμα- στους δρόμους της Αθήνας των Ολυμπιακών Αγώνων! Το τελικό εγχείρημα πέτυχε, η δουλειά είναι άκρως επαγγελματική και τΟ ΚακΟ υποδέχεται περήφανα το ελληνικό κοινό για μια πρωτοφανή κινηματογραφική εμπειρία που θα διασκέδαζε ακόμα και ο Ρομέρο. Οι Γιώργος και Πέτρος Νούσιας -εκπροσωπώντας και τον απόντα συνεργάτη τους, Κλαούντιο Μπολιβάρ- και ο υπεύθυνος ήχου Πάνος Τζελέκης μάς ξεναγούν στα γυρίσματα αυτής της φιλόδοξης δουλειάς, συστήνουν τους συνεργάτες τους και αποκαλύπτουν τις επιρροές αλλά και τα μελλοντικά τους σχέδια. Στο ελληνικό σινεμά πρόκειται σύντομα να προστεθούν και νέα είδη. τΟ ΚακΟ είναι μόνο η αρχή…
Τέλη Ιουλίου 2003: Η Αθήνα έναν ακριβώς χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Γιώργος Νούσιας, μικρομηκάς με… ανησυχίες, ξυπνά μια μέρα με την ιδέα να γυρίσει μια ταινία τρόμου. Ακολουθεί η συζήτηση της ιδέας με τους συνεργάτες του, τον αδελφό του -διευθυντή φωτογραφίας- Πέτρο και τον Κλαούντιο Μπολιβάρ. Η απόφαση είναι ομόφωνη και αργότερα την ίδια μέρα οι πρώτες σεναριακές ιδέες παίρνουν μορφή.
Αρχές Αυγούστου 2003: Το σενάριο της ταινίας είναι έτοιμο και ο προϋπολογισμός αρκεί για τα απολύτως απαραίτητα των γυρισμάτων και των αμοιβών των συντελεστών.
18 Αυγούστου 2003: Τα γυρίσματα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γιώργου Νούσια Το Κακό ξεκινούν.
Αρχές Ιανουαρίου 2006: Οι αδελφοί Νούσια, μετά από την ενθουσιώδη υποδοχή της ταινίας από το κοινό στις αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συζητούν στα γραφεία του ΣΙΝΕΜΑ ενδιαφέροντα στιγμιότυπα αλλά και διαφορετικές φάσεις δημιουργίας της ταινίας, μέσα από χαρακτηριστικά της καρέ.
η πρώτη μέρα του κακού
Η έρημη Αθήνα μοιάζει απειλητική, επικίνδυνη. Το κακό παραμονεύει. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή…
Πλάνα που θυμίζουν την ταινία του Ντάνι Μπόιλ 28 Μέρες Μετά εντυπωσιάζουν. Αλλά όλα είναι και θέμα τύχης…
«Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2003, πρώτη μέρα γυρισμάτων. Αυτή η μέρα είναι σημαδιακή, είναι η μέρα που μου κλέψανε το μηχανάκι! Υπήρχε ένα test event για την Ολυμπιάδα, ποδηλασία στο κέντρο της Αθήνας κι είχαν κλείσει όλους τους δρόμους. Ετσι, είπαμε να βγούμε και να γυρίσουμε πλάνα. Λίγοι περαστικοί υπήρχαν, ίσως και κανένα αυτοκίνητο, αλλά έγινε τεχνική επεξεργασία στο post production». Καλός οιωνός μάλλον! Γενικότερα, ήρθαν εύκολα τα πράγματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων; «Ούτε εύκολα αλλά ούτε και δύσκολα. Νομίζω πως βασικό στοιχείο της επιτυχίας των γυρισμάτων και γενικότερα της κατασκευής της ταινίας είναι πως ήμασταν τρία άτομα, που είχαμε εξίσου τον λόγο, κι έτσι ποτέ δεν χάθηκε το κέφι. Αν κάποιος δεν είχε κέφι μια μέρα, είχαν οι άλλοι δύο ή ένας από εμάς. Νομίζω πως αυτό είναι βασικό σε κάθε ταινία, να μην προσπαθείς μόνος σου. Ο κινηματογράφος είναι συλλογική δουλειά».
το καστ νο1
Η ηθοποιός Μαίρη Τσώνη δεν μπορούσε να ολοκληρώσει από τα γέλια τη σκηνή… αποκεφαλισμού ενός ζόμπι. Η σκηνή ολοκληρωνόταν εκεί, στις 5 τα ξημερώματα, μετά από τέσσερις συνεχόμενες μέρες γυρισμάτων. Η κούραση αλλά και το ψεύτικο αίμα που έπεφτε επάνω της σε μεγάλες ποσότητες δοκίμασαν τις… νευρικές αντοχές της ηθοποιού.
«Οι ηθοποιοί επιλέχθηκαν με βάση την προϋπάρχουσα γνωριμία μας. Δεν είχαμε το χρόνο να κάνουμε οντισιόν. Εξαίρεση η Πέπη (Μοσχοβάκου), την οποία δεν γνωρίζαμε και επιλέχθηκε όταν οι αρχικές μας υποψήφιες αρνήθηκαν. Οι περισσότεροι γούσταραν αμέσως το σενάριο. Με κάποιες σεναριακές αλλαγές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων προστέθηκε ο ρόλος του στρατιωτικού (Ανδρέας Κοντόπουλος), καθώς και ολόκληρη η σκηνή του εστιατορίου. Κομπάρσοι έπαιξαν όλοι μας οι φίλοι, μερικοί έπαιξαν και περισσότερες από μία φορές. Βασικός κομπάρσος είναι ο Πέτρος, παρουσιάστηκε γύρω στις έξι φορές».
το καστ νο 2
«Η σκηνή της επέλασης των ζόμπι γυρίστηκε σ’ ένα χώρο δίπλα στο Γκάζι, όπου γινόταν εκείνες τις μέρες το Φεστιβάλ (κόμικς) της Βαβέλ, οπότε στείλαμε «κράχτες», ανθρώπους μακιγιαρισμένους, οι οποίοι έλεγαν πως δίπλα γυρίζεται μια ταινία με ζόμπι. Οπότε ξαφνικά ήρθαν γύρω στα εβδομήντα άτομα να κάνουν τα ζόμπι. Αλλη μια σκηνή γυρίστηκε στο φεστιβάλ μικρού μήκους της Δράμας, όπου συμμετείχε μια ταινία του Γιώργου. Επειδή όλοι οι σκηνοθέτες είμαστε φίλοι, τους μαζέψαμε ένα βράδυ και τους βάλαμε να τρέχουν και να κάνουν τα ζόμπι».
Το ηχητικό κακό του Πάνου Τζελέκη
Οι δημιουργοί δίνουν έμφαση σ’ έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της ταινίας, τον ήχο. «Αυτό που δεν μπορούν να δείξουν οι φωτογραφίες κι είναι σχεδόν η μισή επιτυχία της ταινίας είναι ο ήχος», αναφέρει ο Γιώργος Νούσιας. «Ο Πάνος Τζελέκης έκανε φοβερή δουλειά, είναι ουσιαστικά ο τέταρτος δημιουργός της ταινίας μας. Αυτό που έχει ενδιαφέρον, σε μια τέτοια ταινία, είναι να κάτσεις να τη δεις πριν και μετά την πρόσθεση του ήχου και του φυσικού (ήχοι της πόλης, κ.λπ.) αλλά και των διαλόγων. Ολη η ταινία, εκτός από μια σκηνή, είναι ντουμπλαρισμένη. Επρεπε, γιατί ή δίνουμε έμφαση στον (αυθεντικό) ήχο και άρα χάνουμε στοιχεία από άλλα σύνθετα στοιχεία του γυρίσματος ή καταλήγουμε στη λύση του ντουμπλαρίσματος. Κατά τη γνώμη μας, έχει γίνει πολύ καλή δουλειά και στον τομέα των ηχητικών εφέ, ίσως ακόμα και πρωτοποριακή».
Ο Πάνος Τζελέκης, ο υπεύθυνος ήχου της ταινίας, δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος με το τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς του αλλά και της ταινίας γενικότερα, ενώ περιγράφει τη διαδικασία της τρίμηνης ηχητικής δουλειάς: «Η επεξεργασία του ήχου πέρασε από τρία στάδια. Το πρώτο ήταν ο σχεδιασμός του ήχου, ένα δειγματοληπτικό κυρίως στάδιο βασισμένο στις σκέψεις του Γιώργου για το πώς θα λειτουργήσει ο ήχος σαν αίσθηση πάνω στην εικόνα. Το δεύτερο ήταν η έναρξη του ντουμπλάζ από τον Γιώργο Καπετανάκη, ενώ η ολοκλήρωση του μοντάζ/μιξάζ έγινε τον περασμένο Μάρτιο- Απρίλιο. Το ντουμπλάζ έγινε για πρακτικούς λόγους και δεν αφορά την ουσιαστική ποιότητα του ήχου… Υπήρξε μια προσέγγιση b- movie αμερικανικού προτύπου στη δημιουργία του ήχου, αρκετά όμως στοιχεία που μας φαινόταν εύκολο να χρησιμοποιήσουμε, τελικά δεν έβγαιναν σωστά πάνω στην ταινία. Αλλωστε, δεν είναι κι ένα είδος ταινίας που έχει ξαναγυριστεί στην Ελλάδα». Αυτό που δείχνει να τον αγχώνει περισσότερο, πάντως, είναι η ποιότητα ήχου που θα αντιμετωπίσει η ταινία στις αίθουσες που θα βγει. Ο κίνδυνος να «χαθούν» ήχοι, διάλογοι και μέρος από το ευρύ φάσμα των ηχητικών εφέ που χρησιμοποιήθηκαν θα μειώσει αναπόφευκτα και την αντίδραση του κοινού απέναντι στο σύνολο της ταινίας.
brain damage
H σεκάνς με το κεφάλι του ζόμπι έγινε ψηφιακά από τους ίδιους.
ένα… threesome για ειδικά εφέ
Ο Πέτρος Νούσιας εξηγεί: «Οταν ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε το Κακό, έτσι αθώοι και άβγαλτοι που ήμασταν, δεν είχαμε καταλάβει ακριβώς τις απαιτήσεις ενός τέτοιου πρότζεκτ στον τομέα των ειδικών εφέ. Οι αρχικές προβλέψεις μίλαγαν για περίπου τριάντα πλάνα με ψηφιακά εφέ, κάτι που ούτως ή άλλως ήταν α) αρκετά πρωτοποριακό για μεγάλου μήκους ελληνική ταινία, και β) πολύ φιλόδοξο για μας. Ο σκηνοθέτης όμως άρχισε να ζητάει όλο και κάτι περισσότερο. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η Ζίνα Παπαδοπούλου κι εγώ, σαν visual effects supervisors, αποφασίσαμε ότι η Threesome ήταν αναγκαία. Μια εταιρεία ειδικών εφέ που τελικά μας έλυσε τα χέρια. Βρίσκοντας ακόμα δυο- τρία άτομα πρόθυμα για πειραματισμό, με εμάς επικεφαλής, μπορέσαμε και φτάσαμε στο τελικό αποτέλεσμα: τα 30 πλάνα να γίνουν τουλάχιστον 150, περιλαμβάνοντας από παραδοσιακό 2-D composition και απλά σβησίματα ανεπιθύμητων αντικειμένων και περαστικών μέχρι 3-D animation, σχεδιασμό ψηφιακού πλήθους και ψηφιακών περιβάλλοντων. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε τα green screens και την χρήση κούκλων και μακετών για τις σκηνές βίας, οι οποίες όμως έχουν τροποποιηθεί ψηφιακά για την όσο το δυνατόν ρεαλιστικότερη απεικόνισή τους, καθώς και τα παραδοσιακά εφέ, στα οποία με τη βοήθεια των Αλαχούζων έχουμε γίνει πολύ καλύτεροι.
Ετσι, ελπίζουμε ότι η Threesome, μετά από το ψήσιμο του ΚακΟύ, θα μπορέσει στην επόμενη προσπάθειά της να προσφέρει στο κοινό ό,τι λόγω απειρίας και χρηματικών περιορισμών δεν μπόρεσε μέχρι τώρα».
μακιγιάζ (Εύη Ζαφειροπούλου, Γιάννα Μαρματάκη)
«Εχουν κάνει φοβερή -και πολλή- δουλειά. Οταν δεν είχαμε ζόμπι στις σκηνές δεν είχαμε καθόλου μακιγιάζ, οπότε οι δυο τους έρχονταν μόνο στις σκηνές με τα ζόμπι. Για μια τέτοια δουλειά make up (φωτό), χρειάστηκαν περίπου μισή ώρα με τρία τέταρτα. Σκέψου μια σκηνή με πενήντα άτομα και να έχεις να μακιγιάρεις και τους πενήντα».
make up effects (Οι Ελληνες «μάγοι», Γιώργος και Ρούλης Αλαχούζος)
«Special make up effects θεωρούνται τα προσθετικά, τα κομμένα μέλη κ.λπ., όχι τα οπτικά εφέ. Ξέραμε πως είναι οι καλύτεροι. Κι εκείνοι ήταν σκεπτικοί στην αρχή γιατί δεν ήξεραν ποιοι είμαστε, αλλά μας βοήθησαν πολύ. Ουσιαστικά, η ανάπτυξη των make up εφέ έχει γίνει από τον Πέτρο, οι ίδιοι όμως έκαναν τη μεγάλη σκηνή του εστιατορίου και, κυρίως, μας βοήθησαν πάρα πολύ με τα υλικά που μας έδωσαν απ την αρχή, αλλά και ηθικά. Οταν είδαν το τελικό αποτέλεσμα, είπαν ότι περάσαμε το τεστ».
τίγρης… και ζόμπι
«Κι αυτή είναι μία από τις σκηνές που βγήκε στην πορεία. Κάτι που δεν ξέραμε είναι πως η Σταυρούλα (Θωμοπούλου), μία από τις πρωταγωνίστριες, ξέρει καράτε, όπως και η Κατερίνα, ένα από τα… ζόμπι. Ετσι, είπαμε να το εκμεταλλευτούμε, να προσπαθήσουμε να βάλουμε κι εμείς κάτι τέτοιο, που είναι και της μόδας τα τελευταία χρόνια. Οι δυο τους έκαναν και τη χορογραφία, σε συνεργασία με εμάς, για το στήσιμο της σκηνής».
πλάνα…Ολυμπιακών διαστάσεων
«Οταν ξεκινούσαμε να γράφουμε την ταινία, ένα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, υπερφιλόδοξοι, θεωρούσαμε ότι μπορούσαμε να προλάβουμε να βγει εγκαίρως για την Ολυμπιάδα. Αρα το πρώτο draft του σεναρίου ξεκινάει με την ιδέα πως, το «κακό» βγαίνει από τα έργα της Ολυμπιάδας! Αυτό τελικά εγκαταλείφθηκε, έμεινε όμως το στοιχείο του γηπέδου, ως μέσο μετάδοσης της νόσου, του «κακού», γρήγορα, σε 50.000 κόσμο συγκεντρωμένο σε αυτό. Τα γυρίσματα έγιναν μια ημέρα, στο γήπεδο του Απόλλωνα, στα Πατήσια». Είχε φτάσει πια χειμώνας και μια ηθοποιός έπαθε πνευμονία, αναγκασμένη να τρέχει με το καλοκαιρινό μπλουζάκι, αφού η δράση της ταινίας διαδραματίζεται μέσα σε διάστημα δύο ημερών.





