• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Το multiplex βάφτηκε κόκκινο

13 Απρ 2007 | Θέματα | 0 comments

Συμβαίνει φέτος. Για πρώτη φορά μετά από δυο δεκαετίες. Μια σταδιακή αλλά ουσιώδης αναβίωση εκείνων των βάναυσων και δυσβάσταχτων ταινιών τρόμου που πασάλειψαν με αίμα τις οθόνες της δεκαετίας του 70 και των πρώτων χρόνων του 80. Οσοι δεν το πήραν ακόμη χαμπάρι, θα το καταλάβουν για τα καλά αυτό τον μήνα, όταν το DEVILS REJECTS, το ολοκαίνουριο ΤΗΕ HILLS HAVE EYES ή το HOSTEL θα θυμίσουν σε πολλούς την παλιά διαφημιστική προτροπή: «Προς αποφυγήν λιποθυμίας, επαναλάβετε: Είναι μόνο μια ταινία!»
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Συμβαίνει φέτος. Για πρώτη φορά μετά από δυο δεκαετίες. Μια σταδιακή αλλά ουσιώδης αναβίωση εκείνων των βάναυσων και δυσβάσταχτων ταινιών τρόμου που πασάλειψαν με αίμα τις οθόνες της δεκαετίας του 70 και των πρώτων χρόνων του 80. Οσοι δεν το πήραν ακόμη χαμπάρι, θα το καταλάβουν για τα καλά αυτό τον μήνα, όταν το DEVILS REJECTS, το ολοκαίνουριο ΤΗΕ HILLS HAVE EYES ή το HOSTEL θα θυμίσουν σε πολλούς την παλιά διαφημιστική προτροπή: «Προς αποφυγήν λιποθυμίας, επαναλάβετε: Είναι μόνο μια ταινία!»
Από τον Λουκά Κατσίκα


το σινεμά της σκληρότητας
Πρέπει να γυρίσουμε πίσω στα 1963 και στο Blood Feast του Χέρσελ Γκόρντον Λιούις για να συναντήσουμε την πρώτη φορά που το σινεμά άδειαζε τα… σωθικά του στο απροετοίμαστο και απαίδευτο σε τακτικές σοκ κοινό. Μια ατέλειωτη συρραφή από τεμαχισμούς, ξεκοιλιάσματα και πολτοποιημένα κορμιά γυρισμένη για πενταροδεκάρες, η ταινία του Λιούις δεν έγραφε απλά τις λέξεις «gore» και «σπλάτερ» στο λεξικό του σινεμά. Αψηφούσε και γκρέμιζε επιτέλους ταμπού που περιφρουρούσαν την όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη απεικόνιση της βίας στην οθόνη. Με τον Τζορτζ Ρομέρο και τη Νύχτα Των Ζωντανών Νεκρών 1968), ο τρόμος βουτά πλέον οριστικά στα πιο ρεαλιστικά και βάναυσα νερά. Καθώς η αμερικανική κοινωνία εισέρχεται στα δυσοίωνα 70s, ο κινηματογράφος ακολουθεί κατά πόδας, δημιουργώντας τις συμβάσεις για το οριστικό τέλος της αθωότητας μέσα από μεγατόνους μηδενισμού και ωμότητας που έρχονται να κατακλύσουν τις οθόνες.


Μπορεί ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος Με το Πριόνι (1974) του Τομπ Χούπερ να απέκτησε αδικαιολόγητα τη φήμη της πιο αποκρουστικής ταινίας τρόμου ολόκληρης της δεκαετίας, τα πρωτεία ανήκουν, ωστόσο, στον Γουές Κρέιβεν και το διαβόητο Last House On The Left (1972), που έσπρωξε την έννοια της κινηματογραφικής βίας σε νέα επίπεδα, προκαλώντας σάλο ακόμη και μέσα από τα τριτοκλασάτα σινεμά όπου βρισκόταν εξορισμένο. Σε διάστημα δέκα χρόνων, ο σαδισμός ως θέαμα γεννά το δικό του αντάρτικο σε ένα περιθωριακό κύκλωμα αιθουσών όπου αμφιλεγόμενες ταινίες όπως το The Candy Snatchers, το Snuff, ή ξενόφερτα θεάματα βεριτέ φρίκης όπως το ιταλικό Cannibal Holocaust αψηφούσαν κάθε λογοκριτικό περιορισμό για να ορίσουν μόνες τους τι είναι επιτρεπτό και τι όχι. Τοποθετημένες γεωγραφικά σε απόκεντρες περιοχές (με εξαίρεση τη Νέα Υόρκη, όπου βρίσκονταν στην καρδιά του Μανχάταν), οι επονομαζόμενες «grindhouse» αίθουσες φιλοξενούσαν εκείνα ακριβώς τα φιλμ που δεν θεωρούνταν με κανέναν mainstream όρο αποδεκτά. Exploitation, πολεμικές τέχνες, πορνό και… χυμώδη σπλάτερ προβάλλονταν ολημερίς σε εναλλασσόμενα προγράμματα που συγκέντρωναν θεατές σε αίθουσες με ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, πατώματα που κολλούσαν και ατμόσφαιρα που μύριζε μούχλα και κλεισούρα.


Μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80, η θερμή ζήτηση του κόσμου για αίμα σε γενναίες δόσεις έβρισκε ανταπόκριση ακόμη και στο μαζικό σινεμά. Ταινίες όπως το Παρασκευή Και 13, το Maniac ή μια ολόκληρη σειρά από slasher παράγωγα της Νύχτας Με Τις Μάσκες στήριζαν το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας τους στα αιματοβαμμένα εφέ και τις γλαφυρές σκηνές φόνων. Η συντηρητική, όμως, μεταστροφή της αμερικανικής οθόνης στα χρόνια της διακυβέρνησης Ρίγκαν επηρέασε και τον τρόμο, αποδυναμώνοντας τα πιο επιθετικά και προκλητικά χαρακτηριστικά του για να τον κάνει κατάλληλο για ένα ευρύτερο κοινό. Σύντομα, ο χαρακτηρισμός «Κατάλληλο από 13» έγινε συνώνυμο του συγκεκριμένου είδους, διασχίζοντας ολόκληρα τα 90s για να παράγει μέχρι τις μέρες μας ταινίες που ήταν επίτηδες αναίμακτες και ανώδυνες, ώστε να είναι συμβατές με το σταδιακά μεγαλύτερο νεανικό κοινό.


Την ίδια περίοδο, μια ολόκληρη γενιά, που γαλουχήθηκε βλέποντας εκείνες ακριβώς τις ταινίες οι οποίες έδωσαν στο σινεμά τρόμου του 70 τις πιο διαβόητες στιγμές του, ολοκλήρωνε τις κινηματογραφικές σπουδές της και αποφάσιζε να στραφεί στη σκηνοθεσία. Οι διαθέσεις της φάνηκαν εξαρχής άγριες, εξαργυρώνοντας χρόνια νοσταλγίας και αμέτρητα… τζιν που φαγώθηκαν σε χαλασμένα καθίσματα: Διαστροφή, βασανιστήρια, ακρωτηριασμοί και πλήθος σωματικών υγρών έρχονταν κόντρα στην αποστείρωση και τον πουριτανισμό ετών. Ηταν καιρός!


μόνο αίμα
Μπορεί η διασκευή του Μάρκους Νίσπελ στον Σχιζοφρενή Δολοφόνο Με Το Πριόνι να έσπρωξε στα 2003 τη βία μερικά εκατοστά παραπέρα από τα αποδεκτά δεδομένα του mainstream, στο Saw οφείλεται, πάντως, η επιστροφή στην εξεζητημένη εικονογράφηση και το αλλοτινό παιχνίδι με τις ανοχές του θεατή. Η δημιουργία του Τζέιμς Γουάν δανείζεται σε αισθητική από τα σαδομαζοχιστικά βίντεο των Nine Inch Nails και του Μέριλιν Μάνσον, ενώ έχει μια βασική ιδέα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια έξοχη ταινία μικρού μήκους. Ξεχειλωμένη, όμως, στη μιάμιση ώρα με αλλεπάλληλα φλάσμπακ, αχρείαστες υποπλοκές, πολλαπλά φινάλε και την κακή συνήθειά του να προσπαθεί να αιφνιδιάσει με κάθε τίμημα τον θεατή, χάνει κάθε μέτρο. Για πρώτη όμως φορά μετά τα μέσα του 80 και τη μάστιγα της «εξυγίανσης», μια ταινία όπως αυτή ανοίγει ξανά ένα κεφάλαιο που, για τους περισσότερους λάτρεις του είδους, εθεωρείτο λήξαν από καιρό. Την ίδια χρονιά με το Saw, η γαλλική Υψηλή Ενταση σύστηνε στο κοινό ένα δίδυμο που φαινόταν, αν μη τι άλλο, διαβασμένο. Ο σκηνοθέτης Αλεξάντρ Αζά και ο σεναριογράφος του Γκρεγκορί Λεβασέρ την χρησιμοποιούν για να μνημονεύσουν τα φιλμ και τους δημιουργούς με τους οποίους μεγάλωσαν: ο Κάρπεντερ, ο Κρέιβεν, ο Μπάβα κι ο Αρτζέντο οδήγησαν τους δυο Γάλλους σε ένα περήφανο και απενoχοποιημένο σπλάτερ. Η Ενταση κερδίζει επειδή δεν κρύβει τις καταβολές της, δεν γνωρίζει τι θα πει εγκράτεια, αλλά και ζημιώνεται από μια ολέθρια σεναριακή τροπή. Το πέρασμα του φιλμ στις αμερικανικές αίθουσες (με μερικά επίμαχα λεπτά ψαλιδισμένα από τη λογοκρισία) έδωσε την ευκαιρία στον Γουές Κρέιβεν να τους προσέξει και να τους αναθέσει να ξαναγυρίσουν το δικό του The Hills Have Eyes (1977). Κινούμενο σχεδόν στα ίδια επίπεδα αγριότητας με το Last House On The Left, το φιλμ εξακολουθεί να σοκάρει με την ιστορία μιας οικογένειας που ξεκληρίζεται με τον πιο βάρβαρο τρόπο στη μέση του πουθενά. Πλησίον αυτού ακριβώς του πνεύματος, ο Αζά κατάφερε να κάνει το ριμέικ του εξίσου ενοχλητικό μέσα στην ακριβότερη συσκευασία του. Γεγονός που υπόσχεται να ανακατέψει το στομάχι πολλών θεατών… Μερικές από τις χειρότερες εκδηλώσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς τυχαίνει να πρωταγωνιστούν και στο φρικαλέο πανηγύρι της νέας ταινίας του Ρομπ Ζόμπι The Devils Rejects. Δωρεάν γυναικείο γυμνό, «βρώμικη» 70s αισθητική, φτωχά μέσα παραγωγής, μηδαμινή ηθική, άρνηση οποιασδήποτε λυτρωτικής ποιότητας στους ήρωές του και ατέλειωτα μακελέματα το κάνουν μια τραχιά και αυθεντική grindhouse δημιουργία που φαίνεται να ανασύρθηκε από κάποιο ξεχασμένο συρτάρι, αλλά αποτελεί μόλις περσινή παραγωγή. Οχι πως αυτό της δίνει περαιτέρω αξία… Αξιος απόγονος του πρότυπου Σχιζοφρενή Δολοφόνου από την άλλη, το αυστραλέζικο Wolf Creek αποτελεί μακράν την καλύτερη όλων των πρόσφατων ταινιών τρόμου που αναφέρουμε. Αποχαιρετώντας απότομα ένα φιλήσυχο πρώτο μέρος, το φιλμ κόβει την ανάσα όταν το συμπαθές πρωταγωνιστικό τρίο του πέφτει θύμα ενός ερημίτη- δολοφόνου, και διαθέτει μία από τις πιο δυσβάσταχτες σκηνές στην πρόσφατη μνήμη, με τις αποκρουστικές συνέπειες ενός χασαπομάχαιρου σε μια σπονδυλική στήλη. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί, παρ όλα αυτά, με την κτηνωδία που συναντά κανείς στο Hostel.


καλώς oρίσατε στo σφαγείο
Δυο ερωτήματα μού γέννησε η παρακολούθηση της ταινίας του Ιλάι Ροθ (Cabin Fever): Πώς είναι δυνατόν να διέφυγε της αυστηρής αμερικανικής λογοκρισίας με ένα απλό «Ακατάλληλο» και δίχως καμιά επέμβαση; Και πώς γίνεται μια ταινία με τόσο βάναυσο περιεχόμενο να φέρει τον ίδιο χαρακτηρισμό -Κατάλληλο από 13 ετών- με ένα άκακο φιλμ όπως το Η Κυρία Χέντερσον Παρουσιάζει; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στα αποτελέσματα των ταμείων. Οσο ταινίες μικρού προϋπολογισμού όπως το Hostel πραγματοποιούν εισπρακτικά θαύματα, η οποιαδήποτε Επιτροπή Λογοκρισίας θα εθελοτυφλεί ευχαρίστως. Πόσο όμως εύκολα μπορείς να κάνεις τα στραβά μάτια σε οριακές σκηνές, όπως αυτή που παριστάνει μια γυναίκα αγρίως κακοποιημένη και με το ένα της μάτι να κρέμεται από την κόγχη του, έναν νεαρό να αγωνίζεται να ξεφύγει από τον δυνάστη του όταν τα πόδια του είναι κομμένα από τους αστραγάλους, ή ένα τρυπάνι που εισδύει στο ανθρώπινο εσωτερικό;


Τίποτα στο Hostel δεν είναι, μολαταύτα, τυχαίο. Ο Ροθ περνά σκοπίμως την γραμμή του ανυπόφορου. Η ταινία του είναι ένα θέαμα ακροτητών, η κάμερα δεν αποστρέφει το βλέμμα της απ όσα αποτρόπαια συμβαίνουν επί οθόνης. Αντίθετα, τα καδράρει σε ανυπόφορα κοντινά πλάνα, καταφέρνοντας να σε φέρει σε δύσκολη θέση. Το Hostel παίρνει αυτή την αρρωστημένη αίσθηση και την τρίβει στα μούτρα όσων συνήθισαν τις σεμνοτυφίες. Η παρέμβασή του στο σινεμά τρόμου είναι καταλυτική και σχεδόν καθαρτήρια. Ο νεαρός σκηνοθέτης του πετά έξω από την αίθουσα κάθε υπεκφυγή που υποβάθμισε το είδος στο πλαδαρό εφηβικό θέαμα που σερβίρεται εδώ και μια δεκαετία. Επιστρέφει το gore πίσω στον τρόμο, όπως θα επέστρεφε τις υποχρεωτικές πορνογραφικές σκηνές σε μια τσόντα που δεν θα είχε την παραμικρή αξία χωρίς αυτές. Και χωρίς να υπογράφει κάτι σημαντικό (η ταινία είναι ένα άκρως αντιφατικό σύνολο από καλά και πολύ κακά σημεία), διαλύει ένα κατεστημένο ετών, επαναφέροντας παλιές, hardcore εποχές. Μέχρι να καταφτάσει στις αίθουσες ο αιματοβαμμένος φόρος τιμής που υπογράφουν από κοινού ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ στο Grindhouse, το Hostel παραμένει ό,τι πιο αρρωστημένο κυκλοφόρησε στο αμερικανικό σινεμά τα τελευταία χρόνια, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα μια νέα αρχή. Φέρνει το αποχαυνωμένο νεανικό κοινό των πολυκινηματογράφων αντιμέτωπο με μια αντίληψη της βίας που τραυματίζει και πάλι, επειδή είναι τόσο ανελέητη και αυθάδικη. Για τους θεατές που συνήθισαν τα θριλεράκια με πρωταγωνιστές ανόητους τινέιτζερ, ανώδυνα κυνηγητά και απανωτά μπου, φιλμ όπως αυτό κάνουν το ποπ κορν και το αναψυκτικό άξαφνα δυσκολοχώνευτα, την έννοια της διασκέδασης συζητήσιμη. Δεν ξέρω πόσο καλό ή κακό είναι κάτι τέτοιο. Ξέρω μοναχά ότι είναι έντονο και αληθινό. Για όσο καιρό η λογοκρισία εξακολουθεί να το επιτρέπει…

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ