Σπουδαίοι ηθοποιοί, ξακουστοί σκηνοθέτες και ακριβοθώρητοι ρόλοι έπεσαν κατά καιρούς θύματα της κατάρας του κακού κάστινγκ. Μάθε πώς ακριβώς συνέβη, ρίχνοντας μια ματιά στις χειρότερες ερμηνευτικές επιλογές που έκανε ποτέ το Χόλιγουντ…
Από τον Λουκά Κατσίκα
Λέσλι Χάουαρντ και Νόρμα Σίρερ
(Ρωμαίος Και Ιουλιέτα, 1936)
Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ είχε φανταστεί τους καταδικασμένους εραστές της ρομαντικής τραγωδίας ως δυο ερωτευμένους έφηβους που διαλέγουν να αποχαιρετήσουν τον μάταιο τούτο κόσμο. Στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει ακριβοθώρητο ερμηνευτικό όχημα στην (σύζυγό του) Νόρμα Σίρερ, ο μεγαλοπαραγωγός της MGM Ιρβιν Τζ. Θάλμπεργκ αγνόησε τα δεδομένα, γεγονός που εξηγεί γιατί μια 33χρονη ηθοποιός (όσο ήταν τότε η Σίρερ) δέχτηκε να υποδυθεί την 13χρονη Ιουλιέτα, αθώα και άβγαλτη νεαρά σε μια ταινία που μόνο παρωδία του κλασικού έργου δεν ήταν. Η περίπτωσή της είναι απίστευτη, τι να πει όμως κι ο Λέσλι Χάουαρντ, που κλήθηκε να υποδυθεί τον Ρωμαίο στα 42, ή ο Τζον Μπάριμορ, ο οποίος τολμά και υποδύεται έναν νεότατο Μερκούτιο στην τρυφερή ηλικία των… πενήντα;
Τζον Γουέιν
(Τhe Conqueror, 1954)
Πολλούς και διαφορετικούς ρόλους ευτύχησε να παίξει στην καριέρα του ο αγέρωχος ηθοποιός. Από έναν καουμπόι μέχρι έναν… καουμπόι, η γκάμα του Τζον Γουέιν δοκιμάστηκε κατά καιρούς στις πιο αναπάντεχες περιπτώσεις. Θα έλεγε κανείς ότι ξεπέρασε, ωστόσο, μέχρι και τον εαυτό του, όταν στην ιστορική αυτή περιπέτεια δέχτηκε να ενσαρκώσει τον… Τζένγκις Χαν. Ο Μογγόλος πολέμαρχος φαίνεται να έχει πολλά κοινά με τον πιο αρχετυπικό Αμερικανό του Χόλιγουντ ή τουλάχιστον έτσι συμφώνησαν ο ηθοποιός και ο σκηνοθέτης. Ούτως ή άλλως, το θέαμα ενός αργοκίνητου Γουέιν με μουστάκι Φου Μαντσού να προσπαθεί με δυσκολία να προφέρει ονόματα όπως «Τεμουτζίν» και «Τζουμούγκα» ή να τα φέρει εις πέρας με ψευτο-σαιξπηρικών αποχρώσεων ατάκες είναι ένα θέαμα που αξίζει να συντηρηθεί εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Μάρλον Μπράντο
(Τhe Teahouse Of The August Moon, 1956)
Προκειμένου να υποδυθεί τον Ιάπωνα μεταφραστή της ταινίας του Ντέλμπερτ Μαν, ο Μπράντο το πάλεψε πολύ. Χρησιμοποίησε ψεύτικα φρύδια και πλαστικά μπροστινά δόντια για να δώσει ανατολίτικο αέρα στα χαρακτηριστικά του, φόρεσε μαύρη περούκα, υπέβαλε τον εαυτό του σε εξαντλητική δίαιτα και εξασκήθηκε στα γιαπωνέζικα. Το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο καταστροφικό. Οχι μόνο επειδή ο Μπράντο καταφεύγει σε ένα σωρό εθνολογικά κλισέ για να ερμηνεύσει τον ρόλο του και χάνει τακτικά την επιτηδευμένη προφορά του. Αλλά επειδή, όσο και να προσπαθεί, δεν περνά λεπτό στο οποίο να μην θυμάσαι ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι ένας καλοκάγαθος Γιαπωνέζος επαρχιώτης, αλλά ο Μπράντο χωμένος πίσω από κιτρινόχρωμο μακιγιάζ, έντονη σκιά στα μάτια, οδοντοστοιχία που συναγωνίζεται αυτή του Μπαγκς Μπάνι και λευκές ρόμπες από εκείνες τις οποίες βρίσκεις ακόμη και σε συνοικιακές σχολές καράτε. Πόσες μέρες είπες απομένουν μέχρι την Αποκριά;
Φρανκ Σινάτρα
(The Pride And The Passion, 1957)
Αν ευχή σου ήταν να ταξιδέψεις πάντα με τη φαντασία σου στην περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων για να παρακολουθήσεις μια ιστορία ηρωισμού και αυτοθυσίας, τότε θα βρεις πολλά να εκτιμήσεις στο The Pride And The Passion. Εσο μολαταύτα εξαρχής προετοιμασμένος να δεχτείς τον Σινάτρα, γέννημα-θρέμμα του Νιου Τζέρσεϊ, στον ρόλο ενός Ισπανού αντάρτη με το όνομα Μιγκέλ που μιλά τα σπανιόλικα σαν καρτούν και κουβαλά ένα από τα λιγότερο κολακευτικά χτενίσματα της καριέρας του. Ετσι το θέλησε ο σκηνοθέτης Στάνλεϊ Κρέιμερ, ο οποίος, αμέσως μετά την μετριότατη υποδοχή που έλαβε η ταινία του, θα πρέπει να γύρισε σπίτι και να έκαψε όλα τα άλμπουμ του αισθαντικού crooner που βρήκε στη δισκοθήκη του. Επειδή, έστω και καθυστερημένα, συνειδητοποίησε το λάθος του…
Αβα Γκάρντνερ και Λορν Γκριν
(Σεισμός, 1974)
Θα μπορούσαν να υποδύονται το αντρόγυνο της ταινίας. Πενήντα ενός ετών εκείνη, οχτώ χρόνια μεγαλύτερός της ο Γκριν, θα ήταν παραπάνω από ιδανικοί στους συζυγικούς ρόλους τους. Σε μια κρίση αδικαιολόγητου casting, όμως, η Αβα Γκάρντνερ βρίσκεται παντρεμένη με τον σχεδόν συνομήλικό της Τσάρλτον Ιστον, γεγονός που αφήνει στον Λορν Γκριν την υποχρέωση να υποδυθεί τον… πατέρα της. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, πρέπει να την έκανε σε… προηγούμενη ζωή!
Γιουλ Μπρίνερ και Τόνι Κέρτις
(Τάρας Μπούλμπα, 1962)
Δουλεύεις ως υπεύθυνος κάστινγκ. Σου λένε ότι έχουν επιλέξει τον Γιούλ Μπρίνερ για τον ρόλο του ρωμαλέου αρχηγού των Κοζάκων και ψάχνουν κάποιον για να υποδυθεί τον γιο του. Σκέφτεσαι ότι θέλεις έναν που να ταιριάζει στα αρρενωπά χαρακτηριστικά, στις ρωσικές καταβολές και στην αναγνωρίσιμη σε όλους φαλάκρα του ηθοποιού. Πού πηγαίνει λογικά το μυαλό σου; Μα, στον… Τόνι Κέρτις. Που, εκτός του ότι κουβαλά σαν σημαία του σε κάθε ταινία την βαριά νεοϋορκέζικη προφορά του, δεν έχασε ποτέ ούτε τρίχα από τα πλούσια μαλλιά του.
Τζέφρι Χάντερ
(Ο Βασιλέας Των Βασιλέων, 1961)
Η παραδοσιακή θρησκευτική εικονογραφία αντιλαμβάνεται συνήθως τον Θεάνθρωπο ως μια φιγούρα ευγενών χαρακτηριστικών, έκδηλης πραότητας και διάχυτης σοφίας. Ο Ιησούς Χριστός της ταινίας του Νίκολας Ρέι μοιάζει λιγότερο με τον πεφωτισμένο Μεσσία των Γραφών και περισσότερο με έναν σαστισμένο σέρφερ που περιφέρεται σε ολόκληρο το φιλμ προσπαθώντας να καταλάβει πώς ακριβώς βρέθηκε από τα κύματα του καλιφορνέζικου ωκεανού στην έρημο της Ιερουσαλήμ. Ξανθός, γαλανομάτης, με clean cut φυσιογνωμία και προδιαγραφές μοντέλου, ο Μπραντ Πιτ των 50s μοιάζει στα περισσότερα πλάνα (ακόμη και σε αυτά της Σταύρωσης!) με πρώιμο (και πιθανόν μαστουρωμένο) παιδί των λουλουδιών, που μπέρδεψε τη συντροφιά των δώδεκα μαθητών με κοινόβιο και τη διαδρομή του Ιησού προς την Ανάσταση με φοιτητικό συλλαλητήριο.
Μπιλ Μάρεϊ
(Η Κόψη Του Ξυραφιού, 1984)
Οση εκτίμηση κι αν τρέφεις στον κωμικό, δύσκολα καταπίνεις το ότι αποφάσισε κάποια στιγμή στην καριέρα του να υποδυθεί τον ήρωα του υπαρξιακού μυθιστορήματος που έγραψε ο Σόμερσετ Μομ σαράντα χρόνια πριν. Κυρίως επειδή, ακόμη και στα πιο φαινομενικά σοβαρά του, ο Μάρεϊ μαγειρεύει μονίμως την χιουμοριστική ανατροπή. Εδώ, παρ όλα αυτά, ερμηνεύει τον βασανισμένο εσωτερικά άντρα που ψάχνει γιατρειά στις μυστικιστικές διδασκαλίες των θιβετιανών μοναχών, δίχως να σκάει ούτε ένα χαμόγελο. Και ίσως να μην είναι ακριβώς δικό του φταίξιμο το ότι περνάς ολόκληρο το φιλμ περιμένοντας τη στιγμή που θα ξεστομίσει κάποια από τις προσφιλείς σαρκαστικές του ατάκες. Δεν σε βοηθά όμως και πολύ το να τον βλέπεις να παριστάνει τον εργατικό μποέμ στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, να κυκλοφορεί σεληνιασμένος με κάτι ράσα στα Ιμαλάια ή να μουρμουρίζει πράγματα όπως «Χρειάζεται να σκεφτώ. Πρέπει να σκεφτώ» χωρίς να ξεκαρδίζεται ούτε μια φορά.
Νταϊάν Κίτον
(Η Μικρή Τυμπανίστρια, 1984)
Την είχαμε συνηθίσει ως Νεοϋορκέζα διανοούμενη. Ως νευρωτική ερωμένη. Ως καλοαναθρεμμένη αστό. Ως μία πιο εκλεπτυσμένη μορφή φεμινίστριας. Τίνος ακριβώς ιδέα ήταν να την δούμε κι ως μισθοφόρο των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών με τουφέκι και στολή παραλλαγής; Ποιος της είπε ότι θα ήταν προτιμότερο να εμπλουτίσει τις γνώσεις της στα Ούζι αντί να διαλογίζεται επάνω στον Σαρτρ και τον υπαρξισμό; Θέλουμε όνομα και διεύθυνση.
Αλ Πατσίνο
(Επαναστάτες, 1985)
Από τις φτωχογειτονιές της μεταπολεμικής Νέας Υόρκης του 20oυ αιώνα κατευθείαν στις συνοικίες της Γλασκόβης του 18ου. Αυτή την αγεφύρωτη απόσταση θέλησε να καλύψει με την ερμηνεία του ο Πατσίνο στην επική παραγωγή του Χιου Χάντσον, η οποία φιλοδοξούσε να ανασυστήσει τα γεγονότα που οδήγησαν στη διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Το κατάφερε, με τον ίδιο τρόπο που μπόρεσε συνάμα να πραγματοποιήσει το ακατόρθωτο: να γίνει επισήμως ο πρώτος άνθρωπος που μιλά με προφορά κατοίκου του Νοτίου Μπρονξ στην καρδιά του 1776!
Ρόμπερτ Ρέντφορντ
(Πέρα Από Την Αφρική, 1985)
Ο πραγματικός εραστής της συγγραφέως Κάρεν Μπλίξεν (στον οποίο υποτίθεται ότι στηρίζεται ο χαρακτήρας του Ρέντφορντ) ήταν ψηλόλιγνος και σχεδόν φαλακρός, με τυπικά βρετανικό παρουσιαστικό και γνήσιο φλέγμα που πρόδιδε την αστική καταγωγή και την οξφορδιανή εκπαίδευσή του. Ποιος, συνεπώς, ήταν καλύτερος να τον υποδυθεί από τον… μετρίου αναστήματος, κατάξανθης και πλούσιας κόμης, αθλητικό και Αμερικανό μέχρι το μεδούλι Ρέντφορντ; Ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να σου υπενθυμίζει πόσο λάθος είναι στον ρόλο του κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη σκορπίζοντας απλόχερα αέρα καλιφορνέζικου δειλινού ή πετώντας επιδεικτικά την απαιτούμενη αγγλική προφορά από το παράθυρο.
Τομ Χανκς και Μπρους Γουίλις
(Η Απατηλή Λάμψη Της Ματαιοδοξίας, 1990)
Από την στιγμή που μαθεύτηκε σε ποιους ηθοποιούς ανατέθηκαν οι βασικοί ρόλοι στην κινηματογραφική διασκευή του πολυσυζητημένου μυθιστορήματος του Τομ Γουλφ, η ταινία του Μπράιαν Ντε Πάλμα ήταν καταδικασμένη. Πρώτον, γιατί εμπιστεύτηκε τον ρόλο του bigger than life αλαζονικού Σέρμαν ΜακΚόι στον αξιαγάπητο άνθρωπο της διπλανής πόρτας Τομ Χανκς. Δεύτερον, γιατί έκρινε πως ο σωστότερος να ενσαρκώσει τον βρετανικής καταγωγής μέθυσο δημοσιογράφο και αφηγητή του φιλμ θα ήταν ο all American Μπρους Γουίλις, που συμπεριφέρεται λες και του έχουν πει ότι για να παίξεις έναν αλκοολικό χρειάζεται μοναχά να κάνεις εκνευριστικά μονότονη τη χροιά της φωνής σου.
Μέλανι Γκρίφιθ
(Λάμψη Στο Σκοτάδι, 1992)
Οταν ο κόσμος βρίσκεται προ της φασιστικής απειλής, ποιον θα καλέσεις να βοηθήσει; Μα, την Μέλανι Γκρίφιθ, που δεν διστάζει να προτάξει τα στήθη και την εκνευριστικά εφηβική φωνή της στο όνομα της ελευθερίας και της πατρίδας σε μια πέραν πάσης αληθοφάνειας ταινία του Ντέιβιντ Σέλτζερ. Από τη στιγμή που θα δεχτείς την Γκρίφιθ στον ρόλο της ατρόμητης ηρωίδας που μπορεί να κρύψει με περισσή ευκολία τις εβραϊκές καταβολές της, να εισδύσει ως κατάσκοπος στο σπιτικό ενός υψηλόβαθμου Ναζί, να φωτογραφίζει απόρρητα αρχεία στο υπόγειο του σπιτιού του με όλα τα φώτα αναμμένα σαν να μαγειρεύει αμέριμνη στην κουζίνα της και να το σκάει νύχτα, μέσα στο καταχείμωνο, διανύοντας χιλιόμετρα ολόκληρα με ψηλοτάκουνο, όλα ξαφνικά μοιάζουν πιθανά…
Σον Κόνερι, Ντάστιν Χόφμαν και Μάθιου Μπρόντερικ
(Οικογενειακή Υπόθεση, 1989)
Παππούς, γιος και εγγονός. Τρεις γενιές αντρών αφοσιωμένες στο ίδιο παράτολμο σχέδιο ληστείας. Αν κάποιος έπρεπε να καλέσει την αστυνομία στην ταινία του Λιούμετ, πάντως, όφειλε να το κάνει όχι για να συλλάβει τους τρεις αξιαγάπητους μικροκακοποιούς, αλλά για να τους καταδώσει για… πλαστοπροσωπία. Διότι αυτοί οι τρεις άνθρωποι αποκλείεται να ενώνονται με δεσμούς αίματος μεταξύ τους. Εκτός κι αν εμπιστευτούμε ένα σενάριο που θέλει ντε και καλά να μας πείσει ότι ο Κόνερι του φιλμ κατάγεται από τη Σκοτία, παντρεύτηκε σισιλιάνα και γέννησε τον Χόφμαν, ο οποίος με τη σειρά του συνέλαβε τον μονάκριβο γιο του με εβραία γυναίκα. Γεγονός που σημαίνει ότι ο Μάθιου Μπρόντερικ στην ταινία είναι κατά ένα τέταρτο Σκοτσέζος, Ιταλός, Εβραίος και Αμερικάνος! Συνηθισμένα πράγματα, δηλαδή.
Ντέμι Μουρ
(Αλικο Γράμμα, 1995)
Οσοι έτυχε να διαβάσουν το βιβλίο του Ναθάνιελ Χόουθορν, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η αθέλητα αστεία εκδοχή του Ρόλαντ Τζόφι, θα θυμούνται την Εστερ Πριν ως ένα σεμνό και φοβισμένο παράδειγμα γυναίκας. Μια ματιά στην Ντέμι Μουρ και η λογοτεχνική προκάτοχός της έχει μεμιάς αντικατασταθεί από μια αισθησιακή και απόλυτα 90s περίπτωση γυναίκας, η οποία μοιάζει κατά… τριακόσια χρόνια πιο περπατημένη σε θέματα σχέσεων και σεξ από την πρόγονό της. Ισως γι αυτό δεν προκαλεί εντύπωση πώς, λίγους μήνες αργότερα, η Μουρ εξόρκισε τα συντηρητικά ρούχα και την κατήφεια του συγκεκριμένου ρόλου της για να επιδοθεί σε ένα λυτρωτικό Στριπτίζ.






