• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Shark Tale

26 Ιούλ 2007 | Θέματα | 0 comments

«Θα μπορούσες να αφηγηθείς εκατοντάδες ιστορίες για τα «Σαγόνια Του Καρχαρία», αλλά η σημαντικότερη είναι εκείνη του Στίβεν. Ο Στίβεν βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε ταινία. Χωρίς το όραμά του δεν θα υπήρχε σπουδαία ταινία. Αλλά το χάος… Δεν μπορείτε να φανταστείτε το χάος…». Ρίτσαρντ Ντρέιφους
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου


«Θα μπορούσες να αφηγηθείς εκατοντάδες ιστορίες για τα «Σαγόνια Του Καρχαρία», αλλά η σημαντικότερη είναι εκείνη του Στίβεν. Ο Στίβεν βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε ταινία. Χωρίς το όραμά του δεν θα υπήρχε σπουδαία ταινία. Αλλά το χάος… Δεν μπορείτε να φανταστείτε το χάος…». Ρίτσαρντ Ντρέιφους


Ηταν ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1973, στα στούντιο της Universal, στο γραφείο του παραγωγού Ρίτσαρντ Ντ. Ζανούκ, όπου ο 27χρονος Στίβεν Σπίλμπεργκ συνάντησε το πεπρωμένο του.


Βρισκόταν εκεί για το post-production της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του «Sugarland Εxpress», όταν την προσοχή του τράβηξε μια στοίβα από ασελιδοποίητα αντίτυπα του ανέκδοτου ακόμα μυθιστορήματος του Πίτερ Μπέντσλεϊ «Jaws». Ζήτησε να πάρει ένα για να το διαβάσει. Ο Ζανούκ απάντησε καταφατικά, αλλά τον ενημέρωσε πως τα δικαιώματα του βιβλίου ήταν αγορασμένα από άλλον σκηνοθέτη. Μια εβδομάδα μετά, θα τον έπαιρνε πανικόβλητος τηλέφωνο. Είχε μόλις συναντηθεί με τον εν λόγω σκηνοθέτη και μαζί με τον συν-παραγωγό του, Ντέιβιντ Μπράουν είχαν διαπιστώσει με φρίκη πως αποκαλούσε διαρκώς τον πρωταγωνιστή λευκό καρχαρία «φάλαινα», μη διακρίνοντας καμία διαφορά ανάμεσα στα δύο κήτη. Ο Σπίλμπεργκ φάνταζε ιδανικός αντικαταστάτης, αφού «ως νέος, άπειρος σκηνοθέτης, είχε περισσότερες πιθανότητες να φτιάξει ένα φρέσκο, ασυνήθιστο φιλμ περιπέτειας και δράσης». Δίσταζε, όμως. Εχει λίγο από «Πέιτον Πλέις», λίγο από «Νονό», λίγο «Εχθρό Του Λαού» και πολύ «Μόμπι Ντικ» σχολίασε. Τελικά, δέχτηκε. Αν μη τι άλλο, θα είχε την ευκαιρία «να μην φτιάξει μια μικρή ταινία, που οι κριτικοί θα λάτρευαν, αλλά κανείς δεν θα πήγαινε να δει».


Ο νέος και η θάλασσα


Μέσα στους επόμενους μήνες, το «Jaws» εκδόθηκε κι έγινε best-seller, ο Μπέντσλεϊ παρέδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές του σεναρίου, και οι Ζανούκ και Μπράουν πάλευαν να εξασφαλίσουν το πράσινο φως στην παραγωγή το συντομότερο δυνατόν, αφού το Σωματείο Των Ηθοποιών απειλούσε με απεργία από τις 28 Ιουνίου 1974 και μετά. Αν και δεν είχαν στα χέρια τους τελικό σενάριο, αποφάσισαν να υπολογίσουν το κόστος του φιλμ στα 2,5 εκατομμύρια δολάρια και τις ημέρες των γυρισμάτων στις 60. Εν τω μεταξύ, ο Σπίλμπεργκ φρόντισε να κρατήσει κοντά του όλη τη δημιουργική ομάδα – οικογένεια του «Sugarland Εxpress».


Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Τζο Αλβις, ο διευθυντής παραγωγής Μπιλ Γκίλμορ και η υπεύθυνη του καστ Σάρι Ρόουντς δήλωσαν έτοιμοι να τον ακολουθήσουν. Το ίδιο και η μοντέρ Βίρνα Φιλντς, που εκείνη την εποχή ήταν περιζήτητη (χάρη κυρίως στην υποψήφια για Οσκαρ δουλειά της στο «Αmerican Graffiti») και ταυτόχρονα τόσο αγαπημένη του στούντιο, ώστε να λειτουργήσει ως κυματοθραύστης, προφυλάσσοντας τον σκηνοθέτή της από ενδεχόμενες πιέσεις ή επεμβάσεις. Ο μόνος που δήλωσε απών, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας Βίλμος Ζίγκμοντ, ο οποίος αντικαταστήθηκε από τον Μπιλ Μπάτλερ. Κι ενώ ο Αλβις ξεκίνησε κρουαζιέρα στις πόλεις της ανατολικής ακτής για να βρει το κατάλληλο τόπο για τα γυρίσματα, ο Στίβεν απέκρουε τη μια μετά την άλλη τις προτάσεις της Universal όσον αφορά τους πιθανούς πρωταγωνιστές.


Είπε όχι στον Τσάρλτον Ιστον για το ρόλο του αστυνομικού Μάρτιν Μπρόντι και στους Τίμοθι Μπότομς, Τζεφ Μπρίτζες και Γιον Βόιτ για το ρόλο του ωκεανογράφου Ματ Χούπερ. Επέλεξε την καταξιωμένη στη μικρή οθόνη σύζυγο (και του επικεφαλής του στούντιο Σιντ Σάινμπεργκ), αλλά κάθε άλλο παρά λαμπερή Λόρεϊν Γκάρι για τον ρόλο της συζύγου του Μπρόντι, Ελεν, αφού προηγουμένως είχε συναντήσει (μετά τη φιλική άρνηση του Ρόμπερτ Ντιβάλ) τον ιδανικό ερμηνευτή του ευσυνείδητου αστυνομικού στο ιδιότροπο πρόσωπο του Ρόι Σάιντερ. «Τον συνάντησα τυχαία σε ένα πάρτι» θυμάται ο Σπίλμπεργκ. «Τον είχα μόλις δει στον «Ανθρωπο Από Την Γαλλία» και του είπα: «Θεέ μου, είσαι σπουδαίος ηθοποιός». Εκείνος αναρωτήθηκε γιατί δείχνω τόσο δυστυχισμένος. Του εκμυστηρεύτηκα τον εφιάλτη που ζούσα αναζητώντας ηθοποιούς για «Τα Σαγόνια Του Καρχαρία». Μου ζήτησε να του περιγράψω το φιλμ και μετά από μισή ώρα με έβγαλε από τη δύσκολη θέση, λέγοντας: «Θα μπορούσα εγώ να ενσαρκώσω τον Μπρόντι».


Τα πράγματα όμως δεν κυλούσαν εξίσου ομαλά στην εύρεση των λοιπών πρωταγωνιστών. Ο σκηνοθέτης μήνυσε στους συνεργάτες του να αναζητήσουν ξεπεσμένους ηθοποιός ή πάλαι ποτέ πολλά υποσχόμενα ταλέντα για να βρουν τον κατάλληλο Χούπερ κι εκείνοι κατέληξαν στον Ρίτσαρντ Ντρέιφους, που ήταν περιβόητος για την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, τις καταχρήσεις και την αδυναμία του να εκμεταλλευτεί σωστά την επιτυχία του «Αmerican Graffiti». Ωστόσο ο Στίβεν, που πάντα προτιμούσε ήρωες με την αύρα απλών, συνηθισμένων, ατελών ανθρώπων, του τηλεφώνησε. Εκείνος δήλωσε απασχολημένος. Ο Στίβεν επέμενε. Εκείνος έβρισκε τον ρόλο ασήμαντο. Ο Στίβεν τον ρώτησε τι είχε να χάσει, πέρα από δύο μόνο μήνες γυρισμάτων. «Μόνο δύο; Πες καλύτερα έξι. Ο καρχαρίας δεν θα δουλεύει και το μόνο που σε περιμένει είναι δυστυχία» του είπε απότομα ο Ντρέιφους και του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Στέρλινγκ Χέιντεν («Η Ζούγκλα Της Ασφάλτου») αντίθετα θα αναλάμβανε με χαρά το ρόλο του εμμονοληπτικού κυνηγού καρχαριών Κουίντ, αλλά, αν πατούσε το πόδι του στις ΗΠΑ, η εφορία θα του έπαιρνε ό,τι είχε και δεν είχε. Ως ιδανική εναλλακτική λύση προέκυψε ο Ρόμπερτ Σο, που μόλις είχε αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στο οσκαρικό «Κεντρί». Τα 50.000 δολάρια που του πρότειναν ως αμοιβή όμως δεν ήταν αρκετά και η εκδοχή του σεναρίου που διάβασε ήταν «μια κουράδα». Αλλαξε γνώμη μόνο αφού του υποσχέθηκαν διπλάσια (τουλάχιστον) αμοιβή, σεναριακές αλλαγές και τέλος των υποχρεώσεών του στις 25 Ιουνίου.


Η έναρξη των γυρισμάτων ορίστηκε για τις 28 Μαϊου, αλλά ο Σπίλμπεργκ δεν είχε ακόμα ούτε Χούπερ, ούτε σενάριο. Λίγο πριν φύγει όμως για το Εντγκαρτάουν του Μάρθας Βάινγιαρντ (νησί στο οποίο κατέληξε ο Αλβις εξαιτίας της ανέγγιχτης ακόμα από τον τουρισμό κοινότητάς του και τα βαθιά νερά του, λίγα μόνο μέτρα από την ακτή), ο Ντρέιφους τον πήρε τηλέφωνο και -σχεδόν ικετευτικά- του ζήτησε το ρόλο του Χούπερ. Είχε μόλις δει την ερμηνεία του στο «Τhe Apprenticeship Of Duddy Κravitz» και πίστευε πως ήταν τόσο κακός, ώστε είχε καταστρέψει την καριέρα του.


Ναυαγοί


Οταν οι κινηματογραφικοί… νονοί του λευκού καρχαρία έφτασαν στο Εντγκαρταουν, το σενάριο είχε πάρει -δια χειρός Σπίλμπεργκ- μόνο βασικές κατευθυντήριες γραμμές, αγνοώντας εντελώς κάποια κομμάτια του βιβλίου (όπως την εμπλοκή της Μαφίας ή το ρομάντζο μεταξύ της Ελεν και του Ματ) και μεταλλάσσοντας δραματικά τόσο το τέλος, όσο και τους ήρωες: ο Μπρόντι από απατημένος, μνησίκακος σύζυγος είχε γίνει άντρας με αρχές και μια υπάκουη, πιστή γυναίκα, που τελικά δικαιώνεται ο Χούπερ από γεμάτος αυτοπεποίθηση, γοητευτικός επαγγελματίας μεταμορφώθηκε σε υπερκινητικό, ενθουσιώδη, αλλά άτσαλο και φοβητσιάρη ωκεανογράφο – «φυτό» που δεν έχει μάτια για τίποτα και κανένα πλην των καρχαριών ο Κουίντ απέκτησε πιο συμπαθητικές διαστάσεις, αφού στην εκδικητική μανία του δόθηκε κίνητρο (ο τορπιλισμός του USS Indianapolis, στον οποίο υπηρετούσε, και η κατασπάραξη του πληρώματος από καρχαρίες).


Ο Στίβεν απομονώθηκε σε ένα σπίτι με θέα στον ωκεανό, παρέα τα δύο σκυλιά του και συνεργάτες – συνενόχους στη διαμόρφωση του σεναρίου τον γιο της μοντέρ του, Ρικ (τον οποίο η Βίρνα είχε φέρει μαζί ως βοηθό – εκπαιδευόμενό της) και τον ηθοποιό και αποτυχημένο σεναριογράφο Καρλ Γκότλιμπ, που είχε προσληφθεί για να ενσαρκώσει τον αρχισυντάκτη της Amity Leader, Μπεν Μέντοους, αλλά μέσα στις επόμενες επτά εβδομάδες εξελίχθηκε σε συν-σεναριογράφος. Εξι ημέρες την εβδομάδα, στο σπαρμένο με αμέτρητα χαρτιά σημειώσεων και story-boards (400 απ αυτά σχεδιάστηκαν μόνο για τη τελευταία σκηνή!) καταφύγιό του, ο Σπίλμπεργκ ξυπνούσε στις 6 το πρωί και, πίνοντας το τσάι του, αποστήθιζε τις προς γύρισμα σκηνές. Εφτανε στην παραλία μέσα στην ψύχρα της αυγής του Ιουνίου, για να πείσει τους κατοίκους της περιοχής που είχαν δεχτεί να εμφανιστούν ως κομπάρσοι να υποκριθούν ότι απολαμβάνουν ένα αυγουστιάτικο κατακαλόκαιρο – αλλά και τους πρωταγωνιστές και συνεργείο να αγνοήσουν το κρύο νερό και να δώσουν το καλύτερο εαυτό τους. Κάθε βράδυ, μετά το δείπνο, σκηνοθέτης, συν-σεναριογράφος και μοντέρ έγραφαν και ξαναέγραφαν το σενάριο, καταγράφοντας αυτοσχέδιους διάλογους σε ένα μαγνητοφωνάκι. Ο Στίβεν έπεφτε για ύπνο λίγο μετά τις 10, ενώ μέχρι τα μεσάνυχτα ο Γκότλιμπ δαχτυλογραφούσε τις ατάκες της επόμενη ημέρας. Με το πρώτο φως του ήλιου, τη στιγμή που οι κάμερες έμπαιναν στο ΟΝ, η Βίρνα Φιλντς ταμπουρωνόταν στο δωμάτιο του μοντάζ, κόβοντας τις ήδη γυρισμένες σκηνές.


Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όλων, όμως, το ξημέρωμα της 6ης Ιουνίου, η πραγματικότητα τους χτύπησε καταπρόσωπο. Το κόστος είχε ήδη αναρριχηθεί στα 3,5 εκατομμύρια δολάρια, αφού τα σωματεία των τεχνικών επέβαλαν την πρόσληψη μόνο μελών τους και ένα απαράβατο μεσημεριανό διάλειμμα για φαγητό. Γεγονός που αύξησε τα έξοδα, καθώς τα μέλη δικαιούνταν μεγαλύτερο μισθό και επιπλέον έξοδα διαμονής. Ταυτόχρονα, το συνδικάτο των οδηγών δεν επέτρεπε σε κανέναν να πάει στο γύρισμα με τα πόδια, καίγοντας έτσι γενναίες ποσότητες βενζίνης. Στο μεταξύ, ο δήμος απαιτούσε 100 χιλιάδες δολάρια εγγύηση για κάθε κτίριο που ανακατασκευαζόταν για τις ανάγκες του γυρίσματος, 1.000 δολάρια πρόστιμο την ημέρα για όποιο κτίριο δεν αποκαθιστόταν πάραυτα στην αρχική του κατάσταση και άφησε ανεξέλεγκτους τους πολίτες του να χρεώνουν όσο θέλουν τα δωμάτια, τα διαμερίσματα και τα σπίτια που νοίκιαζε η παραγωγή.


Εξάλλου, τα γυρίσματα ήταν ήδη 14 ημέρες εκτός προγράμματος, ταλαιπωρημένα από τις συνεχείς αλλαγές του σεναρίου, τα παράπονα της Γκάρι για τον σταδιακό εκμηδενισμό του ρόλου της, τις δημόσιες διαμαρτυρίες του Μπέντσλεϊ για το βιασμό του έργου του και την… προφητεία του Ντρέιφους που βγήκε αληθινή.


Ο καρχαρίας που δεν ήταν εκεί


Εξαρχής, ο Σπίλμπεργκ είχε κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του. Δεν θα χρησιμοποιούσε μινιατούρες ή δεξαμενές. Χρειαζόταν μόνο έναν μεγάλο, μηχανικό καρχαρία και τον ωκεανό για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Την πρόκληση της κατασκευής του 8 μέτρων θηρίου που οραματιζόταν δέχτηκε ο βετεράνος Μπομπ Ματέι, ο οποίος είχε δώσει υπόσταση στο γιγάντιο καλαμάρι του «20.000 Λεύγες Κάτω Από Τη Θάλασσα», εν έτει 1954. Με δέρμα από πολυουρεθάνιο και σκελετό από ατσάλι, ο καρχαρίας του Ματέι, που βαφτίστηκε «Μπρους» (προς… τιμή του δικηγόρου του Σπίλμπεργκ) κατασκευάστηκε πάνω σε ένα γερανό 7 μέτρων, του οποίου η βάση ήταν ένα υποθαλάσσιο έλκηθρο (που έσερναν στο βυθό για να τον κινήσουν). Για παν ενδεχόμενο, κρίθηκε απαραίτητη και η κατασκευή δύο αντιγραφών του. Καθένα από αυτά, όπως και το πρωτότυπο, κόστισε 150.000 δολάρια για να φτιαχτεί, αλλά τόσα για να λειτουργήσει υπό τον έλεγχο δεκατριών ειδικών, και ζύγιζε 1,5 τόνο.


Στην πρώτη του επαφή του με το νερό όμως, ο «Μπρους» αποδείχθηκε αλλήθωρος και ανίκανος να κλείσει τα σαγόνια του, που είχαν σχεδιαστεί να φτύνουν αίμα κάθε φορά που δάγκωνε. Ο Ματέι φρόντισε να διορθώσει τα λάθη, δουλεύοντας αποτελεσματικά, αλλά αργά. Εν τέλει ο καρχαρίας του δούλεψε σωστά, αλλά αποδείχθηκε ευαίσθητος στα ρεύματα, στις παλίρροιες, στα μικροχτυπήματα, και στις διαβρωτικές ιδιότητες του νερού. Ευαισθησία που αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρονοβόρα τόσο κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όσο και μετά από αυτό, αφού έπρεπε να τον τρίβουν, να τον στεγνώνουν, να τον επισκευάζουν και να τον βάφουν κάθε βράδυ. Μια καταιγίδα που έβαλε φρένο στο γύρισμα για μέρες και μια παραλίγο τραγική καταστροφή στις 30 Ιουλίου, κατά την κινηματογράφηση της βύθισης του πλοίου του Κουίντ (ένα από τα τέσσερα ειδικά καλώδια, που το συγκρατούσαν σε όποια γωνία κλίσης απαιτούσε η σκηνοθεσία, έσπασε και δύο κάμερες έπεσαν στο νερό), έφεραν σκηνοθέτη και συνεργείο στα όρια της απόγνωσης. Το εκτεθειμένο φιλμ μέσα στις κάμερες σώθηκε, αφού ο Ρικ το έβαλε σε έναν κουβά με φρέσκο νερό, πήρε το πρώτο αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη και το παρέδωσε στα θαυματουργά εργαστήρια Eastman. Αντίθετα, το ηθικό όλων όσων εμπλέκονταν στην ταινία έμοιαζε ισοπεδωμένο, παρόλο που η απεργία των ηθοποιών είχε πλέον αναβληθεί, καθησυχάζοντας σε μεγάλο βαθμό το στούντιο, που ήταν έτοιμο να αναβάλλει επ αόριστον, αν όχι δια παντός τα… «Σαγόνια Του Καρχαρία».


Καταβεβλημένοι από τις ανηλεείς καθυστερήσεις και αναποδιές, οι ηθοποιοί το έριχναν έξω για να ξεθυμάνουν τα νεύρα τους, καταναλώνοντας απίθανες ποσότητες αλκοόλ, δηλώνοντας ανελλιπώς συμμετοχή στα αυθόρμητα, κατά συρροήν πάρτι του ανεξάντλητου Ντρέιφους ή στον ευφάνταστο φαγητοπόλεμο που σκαρφίστηκε ξαφνικά, την ώρα του μεσημεριανού, ο Σάιντερ. «Αισθάνθηκα πως όλοι μας είχαμε λαλήσει και αποφάσισα να αδειάσω ένα μπολ φρουτοσαλάτα στο κεφάλι του Στίβεν» θυμάται ο ίδιος. «Εκείνος αντεπιτέθηκε, λούζοντάς τον με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Ρίτσαρντ έμοιαζε με βουνό από ραβιόλια…». Κι όλα αυτά, ενώ το Μάρθας Βάινγιαρντ είχε γεμίσει τουρίστες, που έκαναν άνω κάτω τα γυρίσματα με την περιέργειά τους, τα εργαλεία ή τα μικροαντικείμενα που έκλεβαν ως σουβενίρ και τα κάθε μεγέθη και τύπου πλεούμενά τους που τρύπωναν ξαφνικά στα πλάνα, προκαλώντας την ανάγκη επαναληπτικών γυρισμάτων. Ο μαραθώνιος στο Εντγκαρταουν έλαβε τέλος στις 15 Σεπτεμβρίου. Είχε διαρκέσει 155 ημέρες, σπρώχνοντας το κόστος της ταινίας πάνω από τα 10 εκατομμύρια δολάρια.


Οξυγόνο


Ο Σπίλμπεργκ δεν έμεινε για το τελευταίο γύρισμα. Εκανε τρεις εβδομάδες διακοπές πριν καταφθάσει ορεξάτος στη δεξαμενή «Εστερ Γουίλιαμς», στα στούντιο της MGM για να ολοκληρώσει το γύρισμα των λιγοστών υπολειπόμενων σκηνών, να τελειοποιήσει το μοντάζ με την Βίρνα και να αναθέσει στον Τζον Γουίλιαμς τη σύνθεση του σάουντρακ. Μετά την αντίδραση του Σάινμπεργκ (που, αμέσως μόλις είδε το πρώτο μοντάζ, ρώτησε με λαχτάρα και ενθουσιασμό εφήβου «δεν έχει άλλο;») και την απρόσμενη, μαζική ανταπόκριση του κοινού στις avant-premiere, όλοι συνειδητοποίησαν πως είχαν στα χέρια τους μια μεγάλη επιτυχία. Μάρτυρας εκείνων των πρώτων προβολών, ο Σπίλμπεργκ δέχτηκε να ψαλιδίσει κάποιες βίαιες σκηνές για να αποφύγει τον χαρακτηρισμό «Ακατάλληλο», ταυτόχρονα όμως αποφάσισε πως το φιλμ χρειαζόταν ένα μεγάλο σοκ στη δεύτερη πράξη. Γι αυτό ζήτησε από τους παραγωγούς του 100.000 δολάρια για να γυρίσει μερικές έξτρα σκηνές (την ανακάλυψη ενός κομμένου ανθρώπινου κεφαλιού από τον Χούπερ στο ναυάγιο του ψαροκάικου). «Αν τις θέλεις» του απάντησε ο Ζανούκ, «να τις πληρώσεις μόνος σου». Και ο Στίβεν έκανε ακριβώς αυτό, στην κρύα πισίνα της Βίρνα Φιλντς, όπου ο Ντρέιφους. . έπαθε πνευμονία!


Τα «Σαγόνια Του Καρχαρία» έκαναν πρεμιέρα στις ΗΠΑ στις 20 Ιουνίου 1975, σημειώνοντας εισπράξεις 7.061.513 δολαρίων. Ο μέσος όρος των τουριστών στην παραλία του Μάρθας Βάινγιαρντ πριν την έξοδο του φιλμ ήταν περίπου 5.000. Μετά την έξοδο της ταινίας άγγιξε τον αριθμό των 15.000. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία..


Ανέκδοτα μιας παραλίγο τραγωδίας


> Στην ανάδειξη του «Jaws» σε best-seller συνέβαλαν σημαντικά οι Ζανούκ, Μπράουν, Σπίλμπεργκ και διάφοροι φίλοι τους, αφού αγόρασαν από 100 αντίτυπα του βιβλίου ο καθένας, τα οποία έστειλαν, συνοδευόμενα από προσωπικά σημειώματα, σε όσους πίστευαν πως μπορούσαν να τα διαφημίσουν καλύτερα. Οι ιδιοκτήτες εστιατορίων ήταν οι βασικοί στόχοι τους, για τους οποίους τύπωσαν και μια ειδική αφίσα προς ανάρτηση στα εστιατόριά τους.


> Ο τορπιλισμός του Indianapolis είναι πραγματική ιστορία. Πρόκειται για το πλοίο που μετέφερε την ατομική βόμβα που προοριζόταν για τη Χιροσίμα σε μια αμερικανική βάση στην Ασία. Αμα τη επιστροφή του τορπιλίστηκε και βυθίστηκε σε 12 λεπτά. Οι 1.100 άντρες του πληρώματος βρέθηκαν στη θάλασσα και οι περισσότεροι κατασπαράχθηκαν από τους καρχαρίες, αφού για λόγους μυστικότητας η διάσωσή τους επιχειρήθηκε μετά από αρκετές μέρες. Ο φίλος του Σπίλμπεργκ, σκηνοθέτης Τζον Μίλιους, ανέτρεξε στις ιστορικές πηγές και έγραψε τον 9 λεπτών μονόλογο του Κουίντ για τη βύθιση του Indianapolis, στη τελική μορφή του οποίου συνέβαλε και ο Σο.


> Πριν ο «Μπρους» πέσει στο νερό, ο Σπίλμπεργκ θέλησε να τον συστήσει σε μερικούς φίλους του: τον Κόπολα, τον Σκορσέζε και τον Λούκας. Ο πρώτος διαπίστωσε πως είναι αλλήθωρος, ο δεύτερος τον περιεργαζόταν σιωπηλά, ο τρίτος ανέβηκε σε μια σκάλα και έβαλε το κεφάλι του στο στόμα του. Για πλάκα, ο Σπίλμπεργκ πάτησε τα κατάλληλα κουμπιά και τα σαγόνια του κήτους έκλεισαν. Ο Λούκας σήκωσε τα πόδια του στον αέρα προσποιούμενος ότι κατασπαράζεται. Οταν όμως ο Σπίλμπεργκ δοκίμασε να τα ανοίξει ξανά, δεν ανταποκρίθηκαν. Ο Λούκας βγήκε προσεχτικά μέσα από το αγκυλωμένο στόμα και όλοι μαζί το έβαλαν στα πόδια, πιστεύοντας πως έκαναν ζημιά στο μηχανικό αριστούργημα του Ματέι. Οταν ο Μπρους έπεσε στο νερό ήταν ακόμα αλλήθωρος και το στόμα του δεν λειτουργούσε…


> Πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριξαν πως η Βίρνα Φιλντς (η οποία βραβεύτηκε με Οσκαρ για καλύτερο μοντάζ) ήταν εκείνη που έσωσε το φιλμ από την καταστροφή, χάρη στο ιδιοφυές, αριστοτεχνικό μοντάζ της. Για να αποδείξει την υποτιμημένη αξία του, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν ξαναδούλεψε ποτέ μαζί της.


Βlock – busted!


Τα «Σαγόνια Του Καρχαρία» «άνοιξαν» σε 409 αίθουσες την 20η Ιουνίου του 1975. Στις 25 Ιουλίου οι αίθουσες έγιναν 675. Το πρώτο σαββατοκύριακο απέσπασε περισσότερα από 7 εκατ. δολάρια, και, ξεπερνώντας πρώτα τον «Νονό» και τα 85 εκατομμύρια, άγγιξε το φράγμα των 100 και τελικά ξεπέρασε τα 470 εκατ. δολάρια παγκοσμίως (περίπου 1.85 δις. σε σημερινές τιμές). Εμεινε τελικά στην ιστορία ως ο «νονός των blockbuster». Η λέξη blockbuster βρίσκει τις απαρχές της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου βόμβες με το όνομα blockbusters μπορούσαν να εξαφανίσουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, ενώ είχε χρησιμοποιηθεί για μιούζικαλ στο Μπρόντγουει. Με τα «Σαγόνια Του Καρχαρία», η λέξη έγινε συνώνυμη της ταινίας που σπάει (buster) το φράγμα των 100 εκατ. δολαρίων (block), αλλά και της ταινίας που φτιάχνεται ως τέτοια (τα «Σαγόνια Του Καρχαρία» θεωρούνται η πρώτη concept ταινία). Δύο χρόνια μετά, ο «Πόλεμος Των Αστρων» του Λούκας θα ολοκλήρωνε την εικόνα με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο…

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ