• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Μικρή Σιχαμερή Ιστορία

18 Σεπ 2007 | Θέματα | 0 comments

Δύο ή τρία σημαντικά ή ασήμαντα πράγματα που (μάλλον) θα έπρεπε να γνωρίζω για τον Τζον Γουότερς
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από Τον Ηλία Νικολαϊδη


Δύο ή τρία σημαντικά ή ασήμαντα πράγματα που (μάλλον) θα έπρεπε να γνωρίζω
για τον Τζον Γουότερς


 


Στη Βαλτιμόρη μια φορά



Σε μια από τις πρώτες σκηνές του
«Ρecker», η Κριστίνα Ρίτσι που
υποδύεται τη νευρωτική φιλενάδα του 18χρονου ήρωα καταφθάνει στο σταθμό
Greyhound της Βαλτιμόρης από τη Νέα Υόρκη. Κατεβαίνει από το λεωφορείο,
κοντοστέκεται και μετά σκύβει και φιλάει το έδαφος συγκινημένη. Ο ίδιος ο
Γουότερς έχει πει πως αυτή είναι η πιο αντιπροσωπευτική
απεικόνιση της Βαλτιμόρης σε ταινία του. Δεν υπάρχει, άλλωστε δημιουργία του
σκηνοθέτη που να μην απεικονίζει την ιδιαίτερη πατρίδα του σαν μια αλλόκοτη
πόλη, γεμάτη διαταραγμένους τοπικιστές κατοίκους.

%PHOTO1LEFT%

Ο Γουότερς τη γνωρίζει καλά. Γεννήθηκε εκεί το 1946,
μεγαλύτερος γιος μιας συντηρητικής οικογένειας Καθολικών. Μεγάλωσε στα προάστια
της πόλης, πράγμα που για την Αμερική της δεκαετίας του 50 συνεπάγεται ένα
εντυπωσιακό μωσαϊκό παραστάσεων. Τα απογεύματά που δεν πήγαινε στο κατηχητικό
συναντούσε σε γειτονικά σπίτια τον γιο των Μίλστεντ, τον Χάρις,
που μεγαλώνοντας έγινε η μούσα του με το όνομα Ντιβάιν.


Ο Γουότερς ήρθε σε επαφή με το σινεμά ως -αρκούντως
οργισμένος- έφηβος. Μελέτησε τους κλασικούς, τον Φελίνι, τον
Μπέργκμαν, τον Γκοντάρ και τον
Φασμπίντερ. Επειτα ξεκίνησε τις βόλτες με την παρέα του στα
ντράιβ ιν της πόλης. Τρύπωνε στο πορτμπαγκάζ και κατάφερνε να μην πληρώσει
εισιτήριο. Σε κάποιο από αυτά μάλιστα έτυχε, αρχές της δεκαετίας του 60, να τον
συλλάβουν. Εκεί ήρθε σε επαφή και με όλη την αντεργκράουντ νομενκλατούρα της
εποχής, την καλτ τρομολαγνεία του Γουίλιαμ Κασλ, τις gore ακρότητες του
Χέρσελ Γκόρντον Λιούις, τον απολαυστικά γκροτέσκο κόσμο του Ρας
Μάγιερ και τις πρωτοπορίες του Κένεθ Ανγκερ.

%PHOTO2RIGHT%

Ο «Πάπας του Ξερατού», όπως κάποτε χαρακτήρισε τον
Γουότερς ο Γουίλιαμ Μπάροουζ δεν θα μπορούσε
να μην έχει επηρεαστεί, παρ όλα αυτά, από τον έτερο ποντίφικα που μεσουρανούσε
εκείνη την εποχή, με ποίμνιο σαφώς σε μεγαλύτερη υπόληψη. Η επαφή του Γουότερς
με τον Πάπα της Ποπ Αρτ, Αντι Γουόρχολ, υπήρξε καθοριστική.
Ολες οι παραπάνω ετερόκλητες επιρροές, συνδυασμένες με μια πρέζα από mainstream
ρεύμα της εφηβείας του (suburbia, rock n roll, κ.λ.π.) λειτούργησαν κάθε άλλο
παρά αποπροσανατολιστικά για τη δημιουργικότητά του. Την έβαλαν σε καλούπια και
την απογείωσαν.


 


Filth is my life



Στα δέκατα έκτα γενέθλια του, η γιαγιά του
Γουότερς έκανε στον εγγονό της δώρο μια κάμερα 8 χιλιοστών.
Εκείνος ξεκίνησε να σκαρώνει τα πρώτα ταινιάκια του με φίλους και γείτονες. Με
την ανατολή των sixties, τις περισσότερες ώρες της ημέρας του τις περνούσε με
ένα σωρό απροσάρμοστους «περίεργους», που ήταν η παρέα του, μα και κάτι πιο
σημαντικό από αυτό. Η μαγιά του μαξιμαλιστικού, κραυγαλέου κόσμου που απεικόνισε
στις ταινίες του. Ηταν η Ντιβάιν, η Κούκι
Μιο
ύλερ, η Εντιθ Μάσι, ο Ντέιβιντ
Λόκαρι
, η Μέρι Βίβιαν Πιρς και η Μινκ
Στόουλ
, η κολλεκτίβα της επονομαζόμενης Dreamland, οι
άνθρωποι που θα πρωταγωνιστούσαν στις ταινίες του μέχρι να ξεχαστούν από την
ιστορία.


Μετά την περιπετειώδη εφηβεία του, έφυγε για το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης
απ όπου και εκδιώχθηκε, όταν τον έπιασαν να καπνίζει «χόρτο». Το πανεπιστήμιο
πρότεινε στους γονείς του να τον παρακολουθήσει κάποιος ψυχίατρος. Τότε ήταν που
ο Γουότερς ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες. Οι πρώτες από αυτές
χρηματοδοτήθηκαν από τον συντηρητικό Καθολικό πατέρα του, δίχως εκείνος να έχει
ιδέα για το ακραίο περιεχόμενό τους. Με την ομάδα της
Dreamland, ξεκινώντας από το 1964, γύρισε τα «Ηag
In Α Black Leather Jacket»
, «Roman
Candles»
και «Εat Your Μakeup», τρεις
ασπρόμαυρες ταινίες που ουδέποτε διανεμήθηκαν κανονικά στις αίθουσες, κυρίως
γιατί ποτέ δεν θέλησε κάτι τέτοιο ο ίδιος ο Γουότερς. Ακολουθεί
το «Μondo Τrasho», ηρωικό πρωτόλειο για τον σκηνοθέτη
και αρχή του τέλους για κάθε υποψία κινηματογραφικής ευπρέπειας. Στα πλαίσια
αυτής της ταινίας, ο Γουότερς βιντεοσκόπησε έναν γυμνιστή στο
κοντινό πανεπιστήμιο. Οι σχετικές μηνύσεις έπεσαν βροχή και η υπόθεση έφτασε
μέχρι το περιοδικό Variety. Το «Μondo Τrasho» απέκτησε
καλτ φήμη και προβλήθηκε τελικά σε μια περιοδεία που πέρασε από δεκαέξι
πόλεις.


Ακολουθεί o μικρού μήκους αυτοσχεδιασμός του «Τhe Diane
Linkletter Story»
που πετυχαίνει τον σκηνοθέτη να εμπνέεται από
την αληθινή ιστορία της 20άχρονης αυτόχειρος, ναρκομανούς κόρης του Αμερικανού
τηλεπαρουσιαστή Αρτ Λίνκλετερ. Το φιλμ γυρίστηκε μία ακριβώς
μέρα μετά τον θάνατο της νεαρής. Στο «Μultiple
Μaniacs»
του 1970, μια βέβηλη άσκηση εκκεντρικότητας και συνάμα
ένα από τα πρώτα «αριστουργήματά» του, ο Τζον Γουότερς μοιάζει
να έχει βρει πια το κινηματογραφικό ύφος που θα τον καθιέρωνε με την αμέσως
επόμενη ταινία του. Το «Ρink Flamingos» που ακολούθησε
έναν χρόνο μετά ίσως να μην χρειάζεται πλέον συστάσεις. Εχει χαρακτηριστεί
«Πολίτης Κέιν του trash» και περιλαμβάνει μια από τις
πιο διαβόητες και μαζί εξωφρενικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά: εκείνη όπου η
υπερμεγέθης τραβεστί Ντιβάιν τρώει αληθινά περιττώματα σκύλου. Αυτό που
λιγότεροι ενδέχεται να ξέρουν είναι πως το θρυλικό ανοσιούργημα απαρτίζει το
ξεκίνημα μιας τριλογίας. Την συμπληρώνουν το εξίσου αξέχαστο «Female
Τrouble»
και το «Desperate Living», ίσως
η πιο hardcore δημιουργία που υπέγραψε στην καριέρα του ο προσφιλής Τζον.
Ταυτόχρονα, ένας αποχαιρετισμός στις παλιές, βρόμικες μέρες. Διότι με το
«Ρolyester» του 1981, ο Γουότερς
εγκαινιάζει άτυπα τη mainstream περίοδό του. Σταματά να συνεργάζεται με τους
Dreamland και γυρίζει λιγότερο προκλητικές ταινίες, χωρίς να
αποχωρίζεται, βέβαια, τις εμμονές του.


Βεβαίωση αυτής της μεταστροφής το «Ηairspray» που
αξίζει να θυμάται κανείς εκτός πολλών άλλων και ως την τελευταία ταινία της
Ντιβάιν. Ακολουθούν ο νοσταλγικός fifties παιάνας του
«Cry Βaby», το σαρδόνιο «Serial
Μom»
, τα μερικώς πετυχημένα «Ρecker» και
«Cecil Β. Demented» και το «Α Dirty
Shame»
. Το τελευταίο έσκασε στις Αμερικανικές αίθουσες σαν βόμβα
το 2004, για να αιφνιδιάσει όσους πίστευαν ότι οι αθυρόστομες μέρες του Γουότερς
είχαν περάσει πλέον ανεπιστρεπτί. Το αντίθετο.


 


Υστερόγραφο



Στην αυτοβιογραφία του, «Shock
Value»
, ο Γουότερς γράφει: «Για να αντιληφθεί κάποιος το κακό
γούστο, πρέπει να έχει ο ίδιος καλό γούστο»
. Πράγματι, για να δικαιολογήσει
κανείς τον όρο trash χρειάζονται γερές δόσεις εκκεντρικότητας, ακραίων
συμπεριφορών, κακογουστιάς. Ο Γουότερς όμως κατάφερε να
ενορχηστρώσει την κακογουστιά αυτή έτσι, ώστε ο θεατής να νιώσει άβολα με έναν
σχεδόν ευεργετικό τρόπο. Τόσο ώστε να τον κάνει να παρατηρήσει την ενιαία
(ενδιαφέρουσα, ενίοτε μοναδική) αισθητική του σκηνοθέτη. Οπως και να διαπεράσει
την τραχεία στυλιστική επιφάνεια για να διαπιστώσει ότι οι ταινίες του
Γουότερς έχουν να κάνουν με την ανακάλυψη και τον
ετεροπροσδιορισμό των περιττωμάτων της ιστορίας. Προσφέρουν μια εναλλακτική
ματιά στο σιχαμένο, το περιθωριακό. Μετατρέπουν ήρωες σε πιονέρους του κακού
γούστου, αφήνοντάς τους να το διατυμπανίσουν και να το αποθεώσουν από τον
υπόνομο του Αμερικανικού Ονείρου. Και δεν αφήνουν ιερό και όσιο, φιλτράροντας τα
πάντα μέσα από ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο που αμφισβητεί κάθε κοινωνική,
πολιτική και σεξουαλική ατζέντα. Ολα βρίσκονται παραδομένα στην γκροτέσκ,
politically incorrect, βλάσφημη διάθεση του σκηνοθέτη για να τους δώσει
-εγωιστικά- τη διάσταση που τους πρέπει. Και, ως σινεφίλ, μπορούμε να είμαστε
έως και ευγνώμονες γι αυτό.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ