Από τον Ρόμπι Εκσιέλ
Ο Ρόμπι Εκσιέλ ταξιδεύει σε ένα από τα πιο παλιά φεστιβάλ της Βιέννης και επιστρέφει χορτάτος. Ποικιλοτρόπως…
Βιέννη, τελευταίες μέρες του Οκτώβρη. Νιώθω πολύ τυχερός, είτε εξουδετερώνω λουκάνικα και μπίρα σε καντίνα στην όχθη καναλιού του Δούναβη, είτε δειπνώ δίπλα σε ονομαστούς συναδέλφους της διεθνούς μας πιάτσας, όπως τον Μισέλ Σιμάν του γαλλικού Positif (ρωτά επανειλημμένα αν ο Αγγελόπουλος βρήκε τελικά χρηματοδότες για τη δεύτερη ταινία της «Τριλογίας» του) ή τη Λίσα Νέσελσον του Variety. Είτε ορθοστέκομαι επί δυόμισι ώρες μπροστά σε πίνακες αναγεννησιακών στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης, είτε κοντοκάθομαι με καφέ «μελάνζ» και σοκολατάκι βιεννέζικο στο φουαγιέ μιας από τις έξι αίθουσες της Βιενάλε -όλες εντός του «δαχτυλιδιού» του παλιού ιστορικού κέντρου, σε απόσταση το πολύ δέκα λεπτών ποδαράτου, η μια από την άλλη- πριν βυθιστώ στη βολική πολυθρόνα και το άσπρο πανί.
Νιώθω τυχερός, γιατί είμαι μαζί και νεόκοπος τουρίστας στην αυστριακή πρωτεύουσα και καλεσμένος του ετήσιου κινηματογραφικού φεστιβάλ της. Κοινώς, της Βιενάλε, όπως είπαμε. Κοινώς; Γράψε λάθος. 45 ολόκληρα χρόνια ζωής συμπλήρωσε φέτος η διοργάνωση, κι όμως οι περισσότεροι σινεφίλ, ακόμη και επαγγελματίες, αγνοούν την ύπαρξή της. Γιατί; Ισως επειδή πρώτη προτεραιότητα του μη διαγωνιστικού χαρακτήρα φεστιβάλ ήταν ανέκαθεν το κοινό. Να έρθει λαός να δει ταινίες -εύκολη πρόσβαση, φθηνό εισιτήριο, ποικίλες κάρτες διαρκείας, απόλυτη συνέπεια-, να ξεθολώσει δια της πιο προσιτής και ψυχαγωγικής κουλτούρας, να κάνει τις συστάσεις, την επικοινωνία, το «κομμάτι» του. Και δη η νεολαία, που το χει περισσότερο ανάγκη, δεδομένου ότι καλύπτει μόλις ένα 30% με 35% του συνολικού πληθυσμού (1.800.000 κάτοικοι) μιας πόλης που κοιμάται νωρίς και σχεδόν ποτέ δεν εγκληματεί. Ισως, πάλι, επειδή το κύριο πρόγραμμα από τις πρεμιέρες του, γύρω στις 120, συνίσταται βασικά από τίτλους ήδη παιγμένους σε προηγούμενα μεγάλα φεστιβάλ της χρονιάς, ενώ αιχμή του δόρατος της γιορτής είναι τα πολυάριθμα σπάνια αφιερώματα.
Οχι ότι από το κύριο πρόγραμμα δε φροντίζω να δω κάποιες ταινίες που με ενδιαφέρουν, είτε ειδολογικά (το σπλατεράτο «Diary Of The Dead» του Τζορτζ Ρομέρο), είτε εθνικά (το επίπονο «Αi No Υokan» του Ιάπωνα Μασαχίρο Κομπαγιάσι), είτε θεματικά (το παραμυθένιο «Captain Αhab» του Γάλλου Φιλίπ Ραμός, μια ασυνήθιστη παραλλαγή στο μυθιστορηματικό «Μόμπι Ντικ» του Μελβίλ). Εκεί όμως που ορεξάτος στρογγυλοκάθομαι είναι τα αφιερώματα. Στη Στέφανι Ρόθμαν, ξεχασμένη μορφή του αμερικανικού grindhouse του 70. Στον νεφελώδη Ντάνι Γουίλιαμς, φωτογράφο και οπερατέρ του Γουόρχολ στο διαβόητο Factory, ο οποίος απαθανάτισε, σε κάμερα σούπερ 16, βινιέτες από την καθημερινότητα των θαμώνων του θρυλικού νεοϋορκέζικου διαμερίσματος. Στο προλεταριακό σινεμά του Μεσοπολέμου, μια σπάνια και εκτενής ρετροσπεκτίβα, στο πλαίσιο της οποίας ανακάλυψα άγνωστα βουβά ρώσικα φιλμ με μοναδικό πολιτικό- κοινωνικό- εθνολογικό ενδιαφέρον.
Το βράδυ της λήξης, στο ξέφρενο αποχαιρετιστήριο πάρτι σε μια ιστορική ντισκοτέκ των sixties, νιώθω ξαφνικά άπληστος. Και σπασίκλας. Ενώ όλοι χοροπηδούν μερακλωμένοι γύρω μου, σκέφτομαι πως δεν πρόλαβα να δω ούτε κάτι από το άλλο μεγάλο θεματικό αφιέρωμα στο δοκιμιογραφικό σινεμά (1909-2004), που «έτρεχε» στο Κινηματογραφικό Μουσείο της Βιέννης, ούτε και την Τζέιν Φόντα, το τιμώμενο πρόσωπο της φετινής Βιενάλε. Με παρηγορούν αστειευόμενοι, μου στάζουν κι άλλο από το δυνατό, ξεχωριστής φινέτσας λευκό κρασί τους. Υστερα, νιώθω πάλι τυχερός. Και πολύ ευτυχής για την όλη γνωριμία.






