• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Ι Μ Not There

30 Ιαν 2008 | Θέματα | 0 comments

Επτά Μπομπ Ντίλαν αναζητούν σκηνοθέτη.Μετά από έναν χείμαρρο άρθρων και συζητήσεων, η πιο ασυνήθιστη μουσική βιογραφία που έγινε ποτέ φτάνει επιτέλους και στις ελληνικές αίθουσες. Είτε διαλέξεις να την υπερασπιστείς με πάθος είτε όχι, διάβασε πιο πριν τι έχει να πει γι αυτήν ο σκηνοθέτης της και δυο συντάκτες του περιοδικού: ένας που την αντιπάθησε και ένας που την λάτρεψε.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα


Στάθηκε η πιο δύσκολη ταινία που γύρισε ποτέ. Σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου ζωής γι αυτόν. Ακόμη και οι πιο εξωφρενικές παράμετροί της, ισχυρίζεται πως δεν βασίζονται σε εικασία αλλά σε υπαρκτά γεγονότα από την πορεία του τραγουδοποιού. Ο 47χρονος σκηνοθέτης του «Safe» και του «Velvet Goldmine» μιλά για την πιο θαρραλέα και αντίξοη στιγμή της καριέρας του. Και εκμυστηρεύεται μια ακόμη ενσάρκωση του Ντίλαν που δεν θα δει ποτέ το φως της αίθουσας.


Ξεκινήσατε το σχέδιο έχοντας εξαρχής στο μυαλό σας τη συγκεκριμένη δομή που βλέπουμε στο φιλμ; Με τους πολλαπλούς χαρακτήρες και τα χωροχρονικά άλματα της αφήγησης;


Από την πρώτη φορά που έγινε λόγος για την ταινία υπήρχε στο μυαλό μου η ιδέα των πολλαπλών χαρακτήρων. Ποτέ μου όμως δεν είχα σκεφτεί την ιστορία καθενός ως αυτόνομο, ανεξάρτητο κεφάλαιο. Την ιδέα για κάτι τέτοιο την εμπνεύστηκα από το εξής: Κάποια στιγμή, στα μέσα της δεκαετίας του 60 και για ένα διάστημα δέκα ετών, πολλά τραγούδια του Ντίλαν συνήθιζαν να διαπλέκουν αφηγήσεις και να κάνουν αναφορές σε κάποιες παλιότερες συγγραφικές δουλειές του ίδιου. Σε αυτά τα κομμάτια, ο Ντίλαν προσπαθούσε να επικαλεστεί τον τρόπο με τον οποίο όλοι επιχειρούμε να πράξουμε έναν εσωτερικό διάλογο με το παρελθόν μας. Κι αυτός ο διάλογος δεν υπακούει ποτέ στη σωστή σειρά και ποτέ σε μια συγκεκριμένη οργάνωση. Κάτι παρόμοιο σκέφτηκα να αποπειραθώ με την ταινία μου.


Γιατί χρειάστηκε τόσος καιρός μέχρι να κάνετε αυτή την ταινία; Ηταν δύσκολο να βρείτε χρηματοδότηση και να διατηρήσετε τον έλεγχο ενός τόσο αχανούς υλικού;


Τα πάντα γύρω από αυτή την ταινία υπήρξαν αντίξοα. Ηταν το δυσκολότερο πράγμα που χρειάστηκε ποτέ να κάνω και γνωρίζω καλά πως δεν θα μπορέσω ξανά να επαναλάβω κάτι τέτοιο, ούτε θα το αποπειραθώ. Αμέτρητες φορές κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησής του έφτασα σε σημείο να πω «Ξέχνα το, δεν γίνεται, παραείναι όλο αυτό για σένα». Οσον αφορά τη χρηματοδότηση, το ενδιαφέρον πρέπει να ομολογήσω πως υπήρξε άμεσο από την πλευρά της Ευρώπης. Δεν ετέθη θέμα να μην βρω λεφτά. Η ταινία χρειάστηκε, ωστόσο, πολύ καιρό για να γραφτεί. Απαιτήθηκε υπερβολικά πολύς χρόνος για να καλυφθεί το υλικό που ήταν απαραίτητο για να οδηγήσει στην πραγματοποίησή της κι εγώ είχα αποφασίσει ότι δεν επρόκειτο να κάνω μισές δουλειές στον συγκεκριμένο τομέα. Ηταν η πρώτη φορά που ο Ντίλαν έδινε την άδειά του για μια ταινία, τρέφω εξαιρετικό σεβασμό σε αυτόν και δεν επρόκειτο να αντιμετωπίσω το γεγονός καθόλου αψήφιστα. Επρόκειτο να κάνω σοβαρή δουλειά. Μέχρι που κάποια στιγμή πανικοβλήθηκα από το μέγεθος του πράγματος με το οποίο καταπιανόμουν. Ζήτησα, λοιπόν, από τον φίλο μου τον Ορεν Μόβερμαν να με βοηθήσει να το τελειώσω, επειδή ήταν τόσο γαμημένα πολύ. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η δουλειά μας είχε να κάνει κυρίως με το τι μπορούσαμε να ξεφορτωθούμε από την ιστορία. Είχα συγκεντρώσει πολλά πράγματα.


Αρχική σας πρόθεση ήταν να υπάρξουν περισσότεροι Ντίλαν από τους εφτά που είδαμε τελικά στην ταινία;


Πρόθεσή μου εξαρχής ήταν να υπάρξουν εφτά χαρακτήρες, με τη διαφορά ότι ο Τζακ και ο Τζον -οι δυο χαρακτήρες που ερμηνεύει ο Κρίστιαν Μπέιλ- θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος, μια και αποτελούν ουσιαστικά τις δυο όψεις του ενός νομίσματος. Αρχική μου ιδέα υπήρξε, εντούτοις, να υπάρξει ένας ακόμη χαρακτήρας με το όνομα Τσάρλι που θα αποτελούσε ένα ξεχωριστό κομμάτι της ταινίας από μόνο του. Θα πρωταγωνιστούσε σε μια μίνι ταινία του βωβού η οποία θα παρίστανε τον Ντίλαν ως μια μαγική φιγούρα αλα Τσάρλι Τσάπλιν. Που θα μεσουρανούσε στις πρώτες μέρες του καλλιτέχνη στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, εύρημα καθόλου αυθαίρετο μια κι εκείνη την περίοδο πολλοί τον συνέκριναν με τον Τσάπλιν. Ο χαρακτήρας αυτός, λοιπόν, θα εκτελούσε τις μικρές του κωμικές βινιέτες την ίδια ώρα που, μπροστά του, οι οπαδοί της φολκ και οι θιασώτες της μπιτ σκηνής θα συμφιλιώνονταν με έναν αλα «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» τρόπο. Μετά όμως συνειδητοποίησα ότι το όλο πράγμα θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το φιλμ. Και το εγκατέλειψα.


Από όλους τους ηθοποιούς που ερμηνεύουν τον Ντίλαν, η Κέιτ Μπλάνσετ είναι ίσως εκείνη που του μοιάζει περισσότερο. Και ταυτόχρονα η πιο ανορθόδοξη επιλογή για να τον υποδυθεί. Θέλετε να μου εξηγήσετε την πρόθεσή σας;


Είναι πολύ παράξενα μερικά γεγονότα από τη ζωή του Ντίλαν, ξέρετε. Η Κέιτ τον ενσαρκώνει σε έναν πολύ συγκεκριμένο χρόνο της ζωής του, το 1966. Ο χαρακτήρας που υποδύεται πρωτοεμφανίστηκε όταν ο Ντίλαν έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα στο φολκ φεστιβάλ του Νιούπορτ, στα τέλη του 1965 και πέθανε όταν είχε εκείνο το παρ ολίγον μοιραίο ατύχημά του με την μοτοσικλέτα. Ποτέ άλλοτε ο τραγουδοποιός δεν εθεάθη με αυτό το παρουσιαστικό, αυτό το μαλλί, αυτές τις αλλόκοτες χειρονομίες. Ποτέ άλλοτε δεν θα ακούγαμε ξανά μουσική από αυτόν. Αντίθετα, ο Ντίλαν του Χιθ Λέτζερ τοποθετείται χρονικά στα μέσα του εξήντα, την εποχή που ο καλλιτέχνης έγραφε τραγούδια αγάπης στη Σούζι Ροτόλο και καταλήγει στα μέσα του 70, όταν χωρίζει τη Σάρα Ντίλαν. Γι αυτό και το παρουσιαστικό του Λέτζερ στην ταινία, με το μούσι και το κατσαρό μαλλί ήταν στην πραγματικότητα το παρουσιαστικό του Ντίλαν στις αρχές του 70. Στην ιστορία του Ρίτσαρντ Γκιρ, ο Μπίλι είναι μια περισσότερο φανταστική φιγούρα, αν και δεν βασίζεται σε κάτι ολοκληρωτικά αυθαίρετο. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αυτό που θα σας πω, όμως, όταν ο Ντίλαν επανεμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Νιούπορτ σαράντα χρόνια μετά την πρώτη του συναυλία εκεί, συνέβη κάτι το απίστευτο: Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο κάλεσε τον τότε μάνατζερ του, Τζεφ, και του είπε «γνωρίζεις κανέναν κομμωτή και κανέναν μακιγιέρ;» Ο Τζεφ απάντησε «ναι» κι εκείνος του ζήτησε το νούμερο του τηλεφώνου τους. Λίγες ώρες αργότερα, τέσσερις δεκαετίες αφότου πρωτοέβαλε εκεί την κιθάρα του στην πρίζα, ο Ντίλαν εμφανίζεται στη σκηνή του Νιούπορτ με ψεύτικο μαλλί χίπη καουμπόι, μακριά γενειάδα και λευκό καπέλο. Χωρίς να πει το παραμικρό. Εγινε απλά αυτός ο καουμπόι. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η φαντασία μου καλπάζει σε μερικά σημεία του φιλμ, όμως, πράγματι, το μόνο που κάνω είναι να παίρνω τα γεγονότα της ζωής του Μπομπ Ντίλαν και να τα σπρώχνω λίγο πιο πέρα. Οπως θα έκανε οποιοσδήποτε σκηνοθέτης επιθυμεί να δραματοποιήσει κάτι. Η ζωή του Ντίλαν υπήρξε ένα θαυμάσιο ντεπόζιτο από το οποίο αντλήσαμε.


Θα συμφωνούσατε ότι πίσω από τις διαφορετικές περιόδους ζωής του Μπομπ Ντίλαν που καλύπτει η ταινία συναντά κανείς ένα μωσαϊκό της ίδιας της Αμερικής;


Κατά κάποιον τρόπο, μελετώντας κανείς καθεμιά από τις φάσεις στις οποίες εισήλθε ο Ντίλαν, εισχωρώντας βαθιά μέσα σε αυτές, σκιαγραφώντας τες κατά κάποιον τρόπο και βρίσκοντάς τους ένα υπόβαθρο καταλήγεις με μια τοιχογραφία από αμερικανικούς πόθους και πρότυπα. Ο Γκρέιλ Μάρκους (βιογράφος και μουσικοκριτικός) γράφει γι αυτό, νομίζω, καταπληκτικά. Ισχυρίζεται ότι το να θέλεις να επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου είναι ένα χαρακτηριστικό μοναδικά αμερικανικό. Αποτελεί σχεδόν απαίτηση σε αυτή τη χώρα το να φορέσεις μια μάσκα. Ολοι είναι μεταμφιεσμένοι και όλοι ενδύονται έναν νέο εαυτό, ένα νέο όνειρο, μια νέα επιθυμία, έτσι ώστε να υπάρχει κάτι δομικά λάθος σε όλες τις ταυτότητες και τελικά να μην υπάρχει τίποτα αυθεντικό στην Αμερική. Κι αυτό να κάνει τους κατοίκους της ακόμη πιο διψασμένους για αυθεντικότητα.


Η προσωπική μου επαφή με το έργο του Ντίλαν συνέβη στη διάρκεια μιας πολύ συγκεκριμένης στιγμής στην ζωή μου κατά την οποία αισθάνθηκα ότι ήθελα να ανοιχτώ πραγματικά στη μουσική του. Αναρωτιέμαι αν είχατε παρόμοια εμπειρία.


Ναι, πιστεύω πως είχα. Δυο φορές μάλιστα. Η πρώτη φορά ήταν πιο ασυναίσθητη, όταν ήμουν έφηβος. Και η μουσική του πιστεύω ότι τρέφει μια συγκεκριμένη εφηβική ενέργεια. Η δεύτερη φορά συνέβη αργότερα και ίσως να βρίσκεται πλησιέστερα στη δική σας εμπειρία, γιατί βρισκόμουν σε σχετική κατάθλιψη και κατά κάποιον τρόπο στο τέλος μιας ολόκληρης περιόδου για μένα στη Νέα Υόρκη. Παρ όλο που δεν είχα κρατήσει επαφή με τη μουσική του στην διάρκεια του 80 και του 90 αισθάνθηκα ξαφνικά μια επείγουσα ανάγκη να ακούσω Μπομπ Ντίλαν, καθώς άφηνα πίσω μου οριστικά μια πόλη που με γαλούχησε ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Και μια συγκεκριμένη ζωή. Απόρροια αυτής της ανάγκης ήταν τελικά και η ταινία που έκανα. Μόνο που, αυτή την φορά, ερχόμουν ξανά σε επαφή με τη μουσική του όντας πλέον σε μια περισσότερο ώριμη στιγμή της ζωής μου.


Επτά μουσικοκριτικοί επιλέγουν την αγαπημένη τους βιογραφία


Νίκος Πετρουλάκης:«Αmerican Hot Wax» (1978) του ΦλόΪντ Μάτραξ
«Η ταινία της οποίας το πορφυρό λογότυπο περιφέρει με περήφανα φουσκωμένο στήθος η Jungle Julia στο περσινό Death Proof του Κουέντιν Ταραντίνο, πραγματεύεται υπό τους ήχους κλασικών τραγουδιών των 50s τη θεαματική εκτόξευση αλλά και το μεγάλο στραπάτσο του θρυλικού DJ του αμερικανικού ραδιοφώνου, Αλαν Φριντ. Και ο Τιμ Μάκινταϊρ, πλαισιωμένος από τρελοκομεία όπως οι Τσακ Μπέρι, Τζέρι Λι Λιούις και Σκρίμινγκ Τζέι Χόκινς που υποδύονται τους εαυτούς τους, επιφυλάσσει εδώ την παράσταση της ζωής του σε μία ύστατη προσπάθεια προφανώς να αποκαταστήσει τη μνήμη ενός ανθρώπου που αν και χρησιμοποίησε τις λέξεις rock n roll για να εξοικειώσει το ευρύ λευκό ακροατήριο με τη μουσική των μαύρων, του έμεινε για πάντα η ρετσινιά ότι τα έπαιρνε κάτω από την… κονσόλα! Απωθημένο; Να δω ξανά την ταινία σε… drive in!».


Μ. Ηulot:«Ρεμπέτικο» (1983) του Κώστα Φέρρη
«Μπορεί να μην είναι ακριβώς η βιογραφία της Μαρίκας Νίνου και οι ομοιότητες στα γεγονότα της ζωής της μεγάλης τραγουδίστριας και της πρωταγωνίστριας που υποδύεται με παγωμένο βλέμμα η Σωτηρία Λεονάρδου να περιορίζονται στην επαγγελματική καταξίωση, στις περιπλανήσεις και στα προσωπικά δράματα που επέβαλλε η εποχή που γεννήθηκαν και έδρασαν. Παραμένει ωστόσο η μόνη ταινία που κατέγραψε αξιόπιστα και ουσιαστικά τα χρόνια του ρεμπέτικου. Εξαιρετική αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής. Από τη Σμύρνη του 1919 στην Αθήνα του 1956, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα και τον Ξαρχάκο να μεγαλουργεί σε στίχους Γκάτσου σε ένα από τα πιο σημαντικά και πετυχημένα σάουντρακ στην ιστορία του ελληνικού σινεμά».


Γιώργος Χαρωνίτης:«Εnnio Μorricone» – ντοκιμαντερ του BBC 2
«Ξυπνάει κάθε πρωί στις 5.30, συνθέτει στο γραφείο του (όχι στο πιάνο!) ως τις 2 το μεσημέρι, πηγαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί αυτά που έγραψε ως αργά το απόγευμα και το βράδυ επιστρέφει στην αγαπημένη του Μαρία, τη γυναίκα του. Αν αυτή η διαρκής καθημερινότητα, που έχει γεμίσει -και εξακολουθεί να γεμίζει -με ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ (Once Upon Α Time In The West, Once Upon Α Time In America, The Mission, Cinema Paradiso, Il Maestro Ε Margherita, Metti, Una Sera Α Cena και άλλα 500!) τη ζωή μας δεν είναι συγκλονιστική, τότε τι είναι; Βουρκώνω και μόνο που το σκέφτομαι».


Μαρία Μαρκουλή :«Walk The Line» (2005) του ΤζέΪμς Μάνγκολντ
«Τη χρίζω αγαπημένη μου μουσική βιογραφία, γιατί υπήρχαν στιγμές της ταινίας που με έκαναν να νιώθω τον κόμπο στο λαιμό. Συγκινητική, ατμοσφαιρική και πάρα πολύ Τζόνι Κας. Οχι μόνο με δυνατές ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών, αλλά και πάρα πολύ μέσα στο πνεύμα του μεγάλου μουσικού της κάντρι».


Θανάσης Μήνας: «Βird» (1988) του Κλιντ Ιστγουντ
«Αν μια οποιαδήποτε κινηματογραφική βιογραφία χρειάζεται πρώτα απ όλα ένα καλό στόρι, τότε η ζωή του Τσάρλι Πάρκερ υπήρξε το ίδιο συναρπαστική με την ανεπανάληπτη μουσική του, πλασμένη λες για να γίνει σενάριο. Εχοντας στα χέρια του αυτό το ατού και με δεδομένη τη δική του σκηνοθετική φινέτσα, ο Ιστγουντ κατάφερε να αξιοποιήσει τόσο την ίδια την ιστορία, όσο και την προσωπική του αγάπη (και τις γνώσεις του) για την τζαζ, και να αναπαραστήσει με ακρίβεια την εποχή του be bop. Ο Φόρεστ Γουίτακερ, δε, στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν απλά εκπληκτικός, φωτίζοντας με την ερμηνεία του την εκρηκτική και πολύπλευρη προσωπικότητα, τις εσωτερικές συγκρούσεις, αλλά και το αυτοκαταστροφικό trip του μεγάλου σαξοφωνίστα. Μια ταινία που πάλλεται από ρυθμό, όμοια σχεδόν με το σόλο του Bird στο Οrnithology».


Χρήστος Δασκαλόπουλος: «Τhe Rose» (1979) του Μαρκ ΡαΪντέλ
«Αν και οι μουσικές βιογραφίες δεν είναι αγαπημένο μου είδος, υπάρχει μία ταινία που είδα όταν ήμουν σχετικά μικρός, με συγκίνησε πραγματικά κι έχει καταγραφεί στη μνήμη μου: το The Rose με πρωταγωνίστρια την Μπέτ Μίντλερ η οποία υποδυόταν, υποτίθεται, την Τζάνις Τζόπλιν. Με είχε συγκινήσει αυτή η ταινία γιατί η Τζόπλιν για μένα ήταν μία θεότητα. Υπήρχε αυτή η φράση που είχε πει: στη σκηνή νιώθω σαν να κάνω έρωτα με 25.000 κόσμου και μετά γυρνάω σπίτι μόνη που με συγκλόνισε. Από τότε όμως που μεγάλωσα και πήρα χαμπάρι ότι όλοι αυτοί οι σύγχρονοί μου (π.χ. Ιαν Κέρτις, Κερτ Κομπέιν) ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι και όχι κάτι το θεϊκό και εξωγήινο, αυτομάτως σταμάτησαν να με αφορούν και οι κινηματογραφικές βιογραφίες μουσικών. Αντιθέτως, εξακολουθούν να με ενδιαφέρουν βιογραφίες έξω από το χώρο μου -βιογραφίες επιστημόνων, ζωγράφων- γιατί αυτές μου συντηρούν το παραμύθι. Ο Ντίλαν βέβαια είναι η εξαίρεση. Αλλά δεν ξέρω αν θα δω το Ι Μ Not There όπως είδα τότε το The Rose – με την ψυχή και τα μάτια ορθάνοιχτα».


Μάκης Μηλάτος: «Last Days» (2005) του Γκας Βαν Σαντ
«Ο ρυθμός, ο χρόνος και τρόπος που ο Γκας Βαν Σαντ αντιλαμβάνεται το σύμπαν του καλλιτέχνη (σ.σ. Κερτ Κομπέιν των Nirvana) σε σχέση με τον έξω κόσμο, είναι μοναδικός».


Τα πολλά πρόσωπα του Μπομπ Ντίλαν


Εξι ηθοποιοί για τις επτά περιόδους του τραγουδοποιού


«Ο Νεαρός Ιδεαλιστής» (1959-1961)
Γούντι (Μάρκους  Καρλ Φράνκλιν)


«Song to Woody». Ο μαύρος 11χρονος πιτσιρικάς που το σκάει από το σπίτι του με μια κιθάρα στον ώμο και προορισμό το δωμάτιο του νοσοκομείου στο οποίο βρίσκεται ο ήρωάς του και φολκ θρύλος, Γούντι Γκάθρι, είναι ο Μπομπ Ντίλαν των πρώτων χρόνων: συνθέτει, παίζει, μιμείται τον αγαπημένο του, Γκάθρι, αλλά δεν έχει βρει ακόμα τη δική του φωνή και θέση στην ιστορία της φολκ.


«Ο Προφήτης» (1962-1964)
Τζακ (Κρίστιαν Μπέιλ)


«Τhe Times They Are Α Changin». Από τα καφέ του Γκρίνουιτς Βίλατζ γεννιέται ο Μπομπ Ντίλαν ως τραγουδιστής διαμαρτυρίας, ως λάβαρο μίας λαϊκής επανάστασης του πνεύματος. Το χρωστάει στη φολκ τραγουδίστρια που τον έβαλε κάτω από τη φτερούγα της (την Τζόαν Μπαέζ ερμηνεύει η Τζούλιαν Μουρ).


«Ο Πρωτοπόρος» (1966)
Τζουντ (Κέιτ Μπλάνσετ)


«Like a Rolling Stone». Ο Ντίλαν που γυρίζει την πλάτη στο κοινό της φολκ, βάζει το βύσμα στην ηλεκτρική κιθάρα, σοκάρει, γίνεται από μεσσίας «Ιούδας». Ο Ντίλαν που αυτοκαταστρέφεται ψάχνοντας απεγνωσμένα τη θέση του στις τομές της τέχνης, την μπιτ γενιά, τα drugs, την ποπ εικόνα του, τις στάρλετ. Μια ξέφρενη πορεία που τερματίζεται με το ατύχημα που είχε με τη μηχανή του.


«Ο Αινιγματικός» (1965)
Αρθουρ (Μπεν Γουάισοου)


«Ιts All Over Now Baby Βlue». Απρόσιτος, μυστηριώδης, αγενής, είρωνας, μανιώδης καπνιστής. Βαθιά επηρεασμένος από τον αγαπημένο του Γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπό, ο Ντίλαν αρνείται την πλευρά της δημοσιότητας που προσπαθεί να τον αποκρυπτογραφήσει με βλακώδεις, βολικούς χαρακτηρισμούς και απαντά με το διαβόητό του φλέγμα. Θρυλική η συνέντευξη που έδωσε στο Σαν Φρανσίσκο το 1965.


«Ιδανικός και Ανάξιος Εραστής» (1964-1973)
Ρόμπι (Χιθ Λέτζερ)


«Simple Twist of Fate». Ο έρωτας του Ντίλαν για τη Σάρα (σ.σ. στην ταινία την υποδύεται η Σαρλότ Γκενσμπούργκ) δίνει τη μάχη του απέναντι στην ανήσυχη φύση του εγωπαθούς σταρ. Αυτός ο γάμος καταλήγει άδοξα, αλλά με τραγούδια που μας τσακίζουν ακόμα.


«Ο Θρησκευτικός Ηγέτης» (1979-1981)
Εφημέριος Τζον (Κρίστιαν Μπέιλ)


«Gotta Serve Somebody». Στροφή 180 μοιρών, επιστροφή σε μία άλλου είδους έκφραση, ο Born Again εφημέριος Μπομπ Ντίλαν είναι ο μοναδικός που αποφάσισε να ανοίξει τη δίοδο της επικοινωνίας με το κοινό του και επιτέλους να μιλήσει. Η γκόσπελ περίοδος αυτή έβγαλε 3 υπέροχους δίσκους, όπως το «Slow Train Coming».


«Ο Μοναχικός Καβαλάρης» (1967-)
Μπίλι (Ρίτσαρντ Γκιρ) «Βlind Willie ΜcΤell». Αγαπημένος ήρωας του Ντίλαν ο «Βilly The Κid», όχι απλά λόγω συμμετοχής στην ταινία του Σαμ Πέκινπα, αλλά γιατί και ο ίδιος ένιωθε πάντα στοιχειωμένος από την περσόνα ενός μοναχικού καβαλάρη, περιθωριοποιημένου και συνειδητά περιθωριακού. Ο «Μπίλι» στην ταινία αποχαιρετά με σπαραγμό τη ρομαντική δύση που αποθέωσε η φολκ παράδοση και την έλευση μιας νέας, κυνικής Αμερικής.


Ο Μάρκος Φράγκος είδε το «ΙΜ Not Τhere» και δεν του άρεσε καθόλου. Η Λήδα Γαλανού το θεώρησε αριστούργημα. Οι δυο τους κάθισαν και αντάλλαξαν απόψεις. Εσύ τις διαβάζεις και επιλέγεις ποια σε εκφράζει περισσότερο.


ΜΑΡΚΟΣ: «Ειλικρινά κάηκε ο εγκέφαλός μου με το Ι Μ Not Τhere».


ΛΗΔΑ: «Πόσο ανοιχτόμυαλος αισθανόσουν όταν είδες την ταινία; Χρειάζεται καθαρό μυαλό και φιλόξενη διαθεση».


Μάρκος: Το «Ι Μ Not Τhere» δε μου άρεσε γιατί σε όλη τη διάρκειά του δεν αισθάνθηκα τίποτα. Παρότι έβλεπα οικείες αφηγήσεις (από τους σταθμούς στην καριέρα του Ντίλαν), ένιωθα αποκλεισμένος από οτιδήποτε μπορεί να ένιωθαν οι επτά διαφορετικοί κεντρικοί άνθρωποι στις δεδομένες στιγμές. Με λίγα λόγια, απουσίαζε συναισθηματικά ο Ντίλαν. Ακόμα και ο πιτσιρίκος Γούντι Γκάθρι που καβάλαγε τα τρένα στις δύσκολες εποχές και η «ιστορία» του είχε έναν ξεκάθαρο συναισθηματικό καμβά. Ενιωσα «απ έξω», έβλεπα ένα πολύ φιλόδοξο, περιπλεγμένο πράγμα να ξετυλίγεται στην οθόνη με λόγια που βρήκα ασυνάρτητα (έστω με ποιητική ή συμβολική) μορφή και πλοκές που, αλήθεια, με έκαναν να πιστέψω ότι, αυτή τη φορά, ο Χέινς σκόπευε σε ένα ψυχεδελικό τριπ- χωρίς ακριβώς να λάβει υπόψη του ένα πιθανό συναισθηματικό εκτόπισμα του κεντρικού ήρωα. Σα να έβλεπα μια γυάλα με διάφορα να εκτυλίσσονται μέσα της.


Λήδα: Αρα, κατά κύριο λόγο λες ότι η ταινία δε σε άγγιξε ή ότι δεν απεικόνισε σε βάθος τον Ντίλαν; Γιατί και στα δύο η απάντηση βρίσκεται στο τι περίμενες ακριβώς από αυτήν την ταινία ή, καλύτερα, στο εάν θα έπρεπε να περιμένεις κάτι συγκεκριμένο πριν τη δεις. Κατά τη γνώμη μου, ο Χέινς δε θέλησε να κάνει μια ταινία για τον Ντίλαν, παρότι είναι ένθερμος φαν. Θέλησε να χρησιμοποιήσει τον Ντίλαν ως αφετηρία, ως σύμβολο του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμού, και, χρησιμοποιώντας τις φυσιογνωμίες του ως στολή και μόνο, να εξιστορήσει και αναλύσει την ιστορία της Αμερικής, το πνεύμα, τις αντιξοότητες και την ψυχή της. Με τον τρόπο αυτό, αγκαλιάζοντας την προσωπικότητα του Ντίλαν, αλλά απλώνοντάς την ώστε, με τις δυνατότητες του υπεράνθρωπου όντος, να καλύψει τη γέννηση και το θάνατο ενός έθνους, εμένα με συγκίνησε πολύ βαθιά. Συμφωνούμε καθόλου, να συνεχίσω ή να το πάμε αλλού;


Μάρκος: Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω ότι ο Χέινς θέλησε να κάνει μια παραβολή της ιστορίας του έθνους του με την εξέταση των φάσεων της καριέρας του Ντίλαν – ας είναι αυτή η κεντρική ιδέα της ταινίας του. Δεν με ενδιαφέρει να απεικονίσει σε βάθος τον Ντίλαν (δεν θα του υποδείξω εγώ αν θα κάνει βιογραφία ή μια συμβολική ταινία). Δεν είμαι εγώ αυτός που θα αμφισβητήσει οποιαδήποτε κεντρική ιδέα γεννάει οποιοσδήποτε καλλιτεχνικός νους. Αυτό όμως που καλούμαι και προκαλούμαι να εξετάσω είναι αν το αποτέλεσμά του με αγγίζει ή όχι. Αν βρίσκω, σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη, εκτόπισμα στην «αφήγησή του». Δεν είμαι καθόλου σίγουρος, λοιπόν, αν αυτό που λες ότι ήταν η πραγματική του ιδέα γι αυτή την ταινία, πραγματώθηκε – η ανάδειξη, δηλαδή, της ιστορίας της Αμερικής με όλες τις πτυχές της. Ας πούμε: πώς αναδεικνύεται (και ποια φάση της αμερικανικής ιστορίας) στην περίοδο του «εξηλεκτρισμού του Ντίλαν;» Πού είναι η παραβολή, τι συμβολίζει, πώς φαίνεται αυτό και τι συναισθηματικό αντίκρισμα έχει; Αυτό που απλά λέω γι αυτή την ταινία είναι ότι στα δικά μου μάτια, αποτελεί ένα υπερφιλόδοξο «μεγαλύτερο από τη ζωή» σχέδιο, στυλιστικά πραγματωμένο (με το στυλ αποθεωμένο σαν αυτοσκοπός, λες και ο Χέινς είναι λιμασμένος για αισθητική επιβεβαίωση), ψυχρό και ελαφρώς ξιπασμένο που έμμεσα «αγιογραφεί» τον Ντίλαν με έναν και καλά υπερβατικό τρόπο. Κανένα ονειρικό πραγματικά στοιχείο, κανένας σεβασμός στη δύναμη του λόγου (τι παράδοξο… μια ταινία με αφετηρία τον Ντίλαν υποβιβάζει τόσο πολύ τα λόγια, ασυνάρτητα βαλμένα σε έναν ασπρόμαυρο κορβανά, να τονίζουν απλά με την ύπαρξή τους την αντι-φιλαρέσκεια του ήρωα Ντίλαν), καμία νοηματική συνέπεια, μόνο μια υπερφίαλη εμμονή σε ένα ακαθόριστο σουρεαλιστικό στοιχείο. Ειλικρινά «κάηκε» ο εγκέφαλός μου με το «Ιm Not Τhere». Αλλά όχι με τον γαμάτο τρόπο που μου κάηκε με το «Velvet Goldmine» – επίσης ένα στυλιστικό ακραίο πράγμα. Μόνο που εκεί… το στυλ ήταν ο πυρήνας όλης της ταινίας του.


Λήδα: Ξεκινώντας από τη δυσαρέσκειά σου με το στυλιζάρισμα της ταινίας, είναι σαν να αποδοκιμάζεις έναν άνθρωπο που τολμά να κάνει κυβισμό στο σινεμά -όχι, βέβαια, ο πρώτος- και να συνδέει τις τέχνες μέσα σε μια ταινία που συνδυάζει στιγμές του χρόνου και χαρακτηριστικά προσωπικοτήτων σ’ ένα αεροστεγώς κλεισμένο σύνολο, κάτι που για μένα είναι μια συνειδητή και υπέροχη επιλογή. Η κάθε περίοδος του Ντίλαν εκφράζει μια περίοδο στην ιστορία της εξέλιξης της Αμερικής και ο «εξηλεκτρισμός» του δεν απεικονίζει άλλο από την -καθυστερημένη, σε σχέση με την Ευρώπη- εφηβική, ίσως, πνευματική επανάσταση του 60, αλα Γκίνσμπεργκ, η οποία τόσο έξυπνα παίρνει τη μορφή του πολυβόλου που στρέφεται ενάντια στη φολκ παράδοση, για να την αποδεκατίσει πριν την επανεκτιμήσει και ενσωματώσει. Εάν παρατηρείς μια αδυναμία στο λόγο, ειδικά σε σχέση με την ευγλωττία του Ντίλαν, ίσως ξεχνάς ότι η γλώσσα που σχολιάζουμε εδώ είναι η κινηματογραφική και το «κείμενο» της κάμερας του Χέινς, καταιγιστικό και με πρωτοφανή ποικιλία, καταφέρνει ακριβώς να απεικονίσει την πραγματικότητα και αμέσως να τη διαστρεβλώσει για να αποδώσει τα δικά του μηνύματα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε και ο Ντίλαν με τις λέξεις, αλλά και με τη ζωή του. Ασφαλώς και ο Χέινς είναι φιλόδοξος ως καλλιτέχνης κι αυτό σημαδεύει όχι την ταινία αλλά, ευτυχώς, και ολόκληρη την καριέρα του. Ωστόσο κατά τη γνώμη μου το «Ι Μ Not Τhere» όχι απλώς δε στρέφεται προς τον «σουρεαλισμό», αλλά έχει και πάρα πολύ συγκεκριμένο και ρεαλιστικό σκοπό: να καταδείξει, μέσα από την ιδιοσυγκρασιακή ματιά δύο διασταυρούμενων καλλιτεχνών, του Ντίλαν και του Χέινς, τη δυνατότητα του αμερικανικού πολιτισμού, του ανθρώπινου πολιτισμού, του ατόμου και, τελικά, του καθενός από αυτούς τους δύο άντρες, να ανα-δημιουργήσουν τους εαυτούς τους ξανά και ξανά, με τον ίδιο πυρήνα, διαφορετική μορφή και ολοένα πιο ανυψωμένη συνειδητότητα.


Μάρκος: Το πιθανότερο είναι πως δεν μου ταιριάζει προφανώς αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ματιά του Χέινς στο «Ι Μ Not Τhere». Δεν κατάφερα να δω αυτή την αναδημιουργία στην οποία σκοπεύει, όπως λες. Εχει να κάνει προφανώς με τις προθέσεις και τις προτεραιότητες του καθένα μας – είναι μια παραβολή που βρήκα άστοχη.


Λήδα: Ή, από την άλλη, έχει να κάνει και με το πόσο ανοιχτόμυαλος αισθανόσουν όταν είδες την ταινία – χρειάζεται καθαρό μυαλό και φιλόξενη διάθεση. Θα πάμε για ποτάκι τώρα;

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ