Από τον Λουκά Κατσίκα
Πώς να σκοτώσεις τα είδωλά σου
«Οταν ο Κομφορμίστας
κυκλοφορούσε στο Παρίσι» θυμάται ο Μπερνάρντο
Μπερτολούτσι, «τηλεφώνησα στον Ζαν Λικ Γκοντάρ και τον ρώτησα αν
ήθελε να βρεθούμε. Είχαμε τρία χρόνια να μιλήσουμε και ανυπομονούσα να μου πει
τη γνώμη του για την ταινία. Μου είπε να συναντηθούμε στο φαρμακείο της Σεν
Ζερμέν, της οδού όπου έμενε, στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Είναι Δεκέμβρης, βρέχει
και περιμένω στο ραντεβού. Ο Γκοντάρ με πλησιάζει αμίλητος, μου δίνει ένα
σημείωμα και αμέσως μετά φεύγει. Ανοίγω να διαβάσω αυτό που έγραψε και βλέπω ένα
πορτρέτο του Μάο και πάνω του σημειωμένα τα εξής: Πρέπει να παλέψεις ενάντια
στον ατομικισμό και στον καπιταλισμό. Αυτή ήταν όλη κι όλη η αντίδρασή του στην
ταινία μου. Νευρίασα τόσο πολύ, που τσαλάκωσα το σημείωμά του και το
ποδοπάτησα».
Τι είναι αυτό που αντιπάθησε τόσο πολύ στο φιλμ ο αδιαφιλονίκητος
μέντορας του Μπερτολούτσι; «Σίγουρα όχι το γεγονός ότι στον
καθηγητή που αναλαμβάνει να εξοντώσει ο ήρωάς μου στην ταινία είχα δώσει το
πραγματικό τηλέφωνο και διεύθυνση που είχε εκείνη την εποχή ο Γκοντάρ» μαντεύει
ο σκηνοθέτης. «Νομίζω τον ενόχλησε το ότι, με την ταινία αυτή, εγκατέλειπα δια
παντός μια εποχή κατά την οποία το να επικοινωνείς με το κοινό σου θεωρείτο
αμαρτία. Εκείνος δεν ήθελε να αφήσει πίσω του την εποχή αυτή. Στα μάτια του, εγώ
ήμουν ο Κομφορμίστας κι εκείνος ο ριζοσπάστης αναθεωρητής τον οποίο ερχόμουν να
βγάλω από τη μέση».
Μέχρι το 1970 που ολοκλήρωνε το πρώτο (και ίσως τελευταίο) πραγματικό
αριστούργημά του, ο Μπερτολούτσι θεωρούσε ως καθοριστική
επιρροή και στυλιστική πυξίδα για κάθε προηγούμενη ταινία που είχε κάνει τη
νουβέλ βαγκ. Από τη στιγμή που δρομολόγησε την καριέρα του πίσω από την κάμερα,
ο σκηνοθέτης γύρευε εναλλακτικούς και ανανεωτικούς τρόπους έκφρασης. Τρόπους που
να μην ήταν απαραιτήτως συνυφασμένοι με την παράδοση και κουλτούρα της μέχρι
τότε ιταλικής κινηματογραφίας. Στο ριζοσπαστικό σινεμά του Ζαν Λικ
Γκοντάρ ένιωθε να βρίσκει αυτούς τους τρόπους. Με το τέλος της
δεκαετίας του 60, όμως, και με την βοήθεια της ψυχανάλυσης που μόλις είχε
ξεκινήσει, ο 30χρονος τότε σκηνοθέτης αποφάσισε ότι η μοναδική λύση για να
ανατείλλει δημιουργικά ο ίδιος και να απελευθερωθεί, ήταν να καταστρέψει
καταρχάς τα είδωλά του. Να σκοτώσει συμβολικά τους δύο πατέρες του. Ο ένας ήταν
ασφαλώς ο Γκοντάρ, πνευματικός πατέρας των πρώτων σκηνοθετικών
του χρόνων. Ο άλλος ήταν ο βιολογικός του πατέρας…
Πώς να αφανίσεις τον πατέρα σου
Μεγαλώνοντας πλάι στον
Ατίλιο Μπερτολούτσι, έναν από τους σημαντικότερους Ιταλούς
ποιητές του 20ού αιώνα, ο Μπερνάρντο κουβαλούσε σχεδόν εκ γενετής ένα αίσθημα
κατωτερότητας και την πίεση ενός διαρκούς καθήκοντος: να φανεί αντάξιος των
αυξημένων προσδοκιών που είχε ο κηδεμόνας του γι αυτόν. Αφού πέρασε τα εφηβικά
του χρόνια, αφομοιώνοντας όσο το δυνατόν περισσότερη λογοτεχνία, ο μετέπειτα
σκηνοθέτης άρχισε να γράφει τα δικά του ποιήματα και να αναζητά ιδεολογικό
ερέθισμα και καταφύγιο στην Αριστερά της χώρας του. Μια πρώτη συνεργασία με τον
Πιερ Πάολο Παζολίνι, που τύχαινε να είναι φίλος της οικογένειας
και γείτονας, οδήγησε τον νεαρό ακόμη Μπερτολούτσι στην
εναρκτήρια επαφή του με τον μικρόκοσμο και τη διαδικασία κατασκευής μιας
ταινίας. Οι δυο άντρες δούλεψαν μαζί στην πραγματοποίηση του
«Ακατόνε» και ο άπειρος γιος του ποιητή απεδείχθη
αρκετά ταλαντούχος και παθιασμένος, ώστε με προτροπή συνεργατών και του ίδιου
του Πιέρ Πάολο, δοκίμασε αμέσως μετά να σκηνοθετήσει μόνος του.
Πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι,
ο «Βίαιος Θάνατος» εγκαινίαζε το 1962 ένα πολύ
ενδιαφέρον τρίπτυχο ταινιών (που συμπληρώνουν το «Πριν Την Επανάσταση» και ο
ντοστογιεφσκικός «Σύντροφος»)με βασικούς του πρωταγωνιστές νεαρούς άντρες σε
αναζήτηση ταυτότητας και προορισμού, σαφή δάνεια από τις τακτικές της νουβέλ
βαγκ, αναφορές στη λογοτεχνία και άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Κανένα από τα
φιλμ αυτά δεν είχε σκόμη καταφέρει, ωστόσο, να συστήσει έναν κινηματογραφιστή με
το δικό του, προσωπικό στίγμα. Μονίμως στη σκιά των γκονταρικών νεωτερισμών, ο
Μπερτολούτσι αποφάσισε το 1969 πως είχε φτάσει η ώρα του
οριστικού απογαλακτισμού του από τις δυο δυναστικές φιγούρες της ζωής του.
«Δεν ήθελα να καταντήσω πλαστογράφος του Γκοντάρ. Ηθελα με την επόμενη
ταινία μου να απομακρυνθώ από αυτόν και να κάνω κάτι δικό μου. Ηταν μια επιθυμία
την οποία δεν μοιράζόμουν μόνο εγώ τότε αλλά και πολλοί άλλοι άνθρωποι της
γενιάς μου».
Την ίδια στιγμή που γύριζε την πλάτη του στον Γκοντάρ, όμως,
ο Μπερνάρντο αποφάσιζε να ξεφύγει και από τη σκιά του διάσημου γονέα του,
γυρίζοντας μια ταινία που απεικόνιζε τον ήρωά της να κατακρημνίζει τον πατέρα
του, απομυθοποιώντας πλήρως την εικόνα του. Η ταινία αυτή ήταν η «Στρατηγική
Της Αράχνης», πρώτο αληθινά σπουδαίο κεφάλαιο της φιλμογραφίας του
Μπερτολούτσι αλλά και ο ουσιαστικός λόγος που τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει
πως «το να γυρίζω ταινίες ήταν ένας ιδανικός τρόπος για να σκοτώνω και να
εξαφανίζω αλλεπάληλες φορές τον πατέρα μου, μέσα από τις πλοκές που
σκαρφιζόμουν. Το αναγνώρισε και ο ίδιος κάποια στιγμή. Εχεις καταφέρει να με
σκοτώσεις πολλές φορές, μου είχε πει αστειευόμενος, δίχως να χρειαστεί να πας
ποτέ φυλακή γι αυτό». Με τον «Κομφορμίστα» που
έμελλε να ακολουθήσει λίγους μήνες μετά, ο Ιταλός δημιουργός κατάφερνε να
εξοργίσει τον Γκοντάρ και να κερδίσει οριστικά τον σεβασμό του
πατέρα του.
Πώς να γίνεις φυσιολογικός
Οσο απίστευτο κι αν
ακούγεται, ο Μπερτολούτσι ήταν μόλις είκοσι εννέα ετών όταν
υπέγραφε αυτό το κομψοτέχνημα που ουδέποτε στην καριέρα του μπόρεσε να
ξεπεράσει. Βρισκόταν στο στάδιο ολοκλήρωσης του μοντάζ στη
«Στρατηγική Της Αράχνης» όταν η τότε φιλενάδα του τον
έσπρωξε να διαβάσει τον «Κομφορμίστα» του
Αλμπέρτο Μοράβια. «Επειδή όμως ήμουν απορροφημένος με το μοντάζ της
Αράχνης και δεν μπορούσα να επενδύσω χρόνο στο διάβασμα, της ζήτησα να μου
συνοψίσει την πλοκή του βιβλίου» ανακινεί με τη μνήμη του ο σκηνοθέτης.
«Και καθώς εκείνη μου τη διηγόταν, άρχισα μεμιάς να βλέπω την ταινία μπροστά
μου».
Το αμέσως επόμενο πράγμα που θυμάται ο Μπερτολούτσι είναι να
επεξεργάζεται σε χαρτί τις σκέψεις του για το πώς θα μπορούσε να μετατραπεί σε
ταινία το βιβλίο που φρόντισε εν τω μεταξύ να ξεκοκκαλίσει. Η συγγραφή οδήγησε
πολύ γρήγορα σε ένα σενάριο -το πρώτο που έγραφε εντελώς μόνος- το οποίο έμελλε
να μεταφερθεί χωρίς ουσιαστικές επεμβάσεις στην οθόνη, εκτός από μία βασική
τροποποίηση: Στη διάρκεια των γυρισμάτων του φιλμ, ο Μπερτολούτσι
αποφάσισε να ανταλλάξει το ξεκάθαρο φινάλε που πρόσφερε ο συγγραφέας,
με μια δικής του επινόησης κορύφωση που τόνιζε ακόμη περισσότερο σε αμφισημία
την ταινία και τον ήρωά της.
«Είπα του Μοράβια ότι για να μπορέσω να μείνω πιστός στο βιβλίο του, θα
χρειαζόταν να το προδώσω» ομολογεί ο Ιταλός δημιουργός. «Κι εκείνος
συμφώνησε μαζί μου. Στην κατακλείδα του μυθιστορήματος βρίσκουμε τον ήρωα να
γαζώνεται με την οικογένειά του από τις σφαίρες ενός αεροπλάνου- ένα φινάλε που
μου φάνηκε πολύ μοραλιστικό, σαν να υπονοούσε ότι παρενέβη από το πουθενά το
χέρι του Θεού προκειμένου να τιμωρήσει τον αμαρτωλό. Γι αυτό προτίμησα να το
αντικαταστήσω με μια σκηνή στη διάρκεια της οποίας ο ήρωας αντιμετωπίζει
κατάματα το παρελθόν από το οποίο νόμιζε πως είχε απαλλαγεί, την ώρα που όλοι
γύρω του πανηγυρίζουν την πτώση του φασισμού. Και συνειδητοποιεί για πρώτη,
ίσως, φορά εκείνη την ώρα ποιος πραγματικά είναι. Οταν ο Μοράβια είδε την ταινία
ολοκληρωμένη μου είπε ότι τον ευχαρίστησε πολύ το τέλος της και πως, μαζί με την
Περιφρόνηση του Γκοντάρ, αυτές είναι οι δυο αγαπημένες διασκευές δικού του έργου
στο σινεμά».
Τι είναι παρ όλα αυτά ο «ΚομφορμίσταςΜαρτσέλο Κλέριτσι (τον οποίο υποδύεται στην ερμηνεία της ζωής
του ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν) υποβάλλει σταδιακά τον εαυτό του σε μια διαδικασία
οικειοθελούς αυταπάρνησης. Παντρεύεται μια όμορφη αλλά παντελώς ρηχή μεσοαστή,
εισχωρεί στο εσωτερικό του κυβερνώντος μουσολινικού καθεστώτος, στρατολογείται
από τη μυστική αστυνομία και γίνεται άβουλο όργανο των σκοτεινών μηχανισμών του
κράτους. Ως αντάλλαγμα της φυσιολογικής ζωής που επιθυμεί, θα χρειαστεί να
σκοτώσει.
Στη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού του στη Ρώμη, μαζί με τις υπόλοιπες
αποσκευές κουβαλά κι ένα πιστόλι το οποίο οφείλει να χρησιμοποιήσει ενάντια σε
έναν παλιό καθηγητή του. Η διαδρομή που πραγματοποιεί δίνεται μέσα από μια
σύνθετη, συνειρμική αφήγηση που εκτυλίσσεται επί οθόνης σε φλασμπάκ καθώς ο
ήρωας διασχίζει με ένα αυτοκίνητο τη χιονισμένη γαλλική επαρχία, καθ οδόν για να
δολοφονήσει τον πνευματικό μέντορά του. Μόνο που, στο πέρας αυτής της διαδρομής,
ο δυσπρόσιτος Μαρτσέλο θα συνειδητοποιήσει ότι η έννοια του φυσιολογικού
αποτελεί τελικά μια χίμαιρα, ένα αστείο μπροστά σε έναν κόσμο που κυβερνάται από
δυνάμεις του κακού, του απρόοπτου και του διφορούμενου.
Πώς να υπογράψεις το αριστούργημά σου
Ιδωμένος μέσα από
την αποστομωτική κάμερα του σκηνοθέτη, ο
«Κομφορμίστας» ταξιδεύει εκ πρώτης όψεως στο σκοτεινό
φασιστικό παρελθόν της Ιταλίας με τον ίδιο τρόπο που το επιχειρούσε η
προηγούμενη δημιουργία του Μπερτολούτσι: γλιστρώντας χωροχρονικά τη διήγηση,
ενώνοντας το ατομικό με το συλλογικό και προσεγγίζοντας τη σχέση του κεντρικού
ήρωα με τον χαμένο πατέρα του μέσα από μια ψυχαναλυτική ματιά. Αντίθετα όμως με
την «Στρατηγική Της Αράχνης» την οποία χαρακτήριζε μια
πιο νατουραλιστική τεχνοτροπία, ο «Κομφορμίστας»
έπαιρνε τις στυλιστικές αντιλήψεις του Μπερτολούτσι και τις ανήγαγε σε ένα
μεγαλειώδες σινεμά, με την καταλυτική, ασφαλώς, συνεργεία του Βιτόριο
Στοράρο. Υιοθετώντας μια διαλεκτική αντίληψη στη διεύθυνση της
φωτογραφίας, ο Στοράρο επεμβαίνει παντού για να μετατρέψει κάθε χώρο, κάθε δρόμο
και στενό, κάθε δωμάτιο σε ένα περιβάλλον απίστευτης ομορφιάς, έστω κι αν πίσω
του καιροφυλακτεί πάντα η παρακμή και η νοσηρότητα:
Ενα ένδοξο ηλιοβασίλεμα έξω από το παράθυρο ενός τρένου που ταξιδεύει, οι
δρόμοι της Ρώμης πνιγμένοι στο μπλε του λυκόφωτος, το παγερό λευκό στη σκηνή
όπου ο ήρωας επισκέπτεται στο άσυλο τον πατέρα του, τα παράξενα παιχνίδια που
παίζει ο ήλιος μέσα από τα δέντρα στη συγκλονιστική σκηνή της δολοφονίας. Κι
ακόμη οι ονειρικοί φωτισμοί στην αίθουσα όπου η Ντομινίκ Σαντά
και η Στεφανία Σαντρέλι επιδίδονται στο αλησμόνητο σαπφικό
τανγκό τους, τα βήματα του Μαρτσέλο που, σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, αντηχούν
σε έναν μπαρόκ, art deco διάκοσμο και η ιλαροτραγική ιστορία του που ανοίγει
δρόμο μέσα από αποχρώσεις μελαγχολικών απογευμάτων και εκτυφλωτικών πρωινών για
να χαθεί σε μια αποθέωση του χρώματος και του φωτός την οποία σκιάζουν μόνο η
σήψη, ο θάνατος και η πλήρης ανυπαρξία. Εκείνη που ο ήρωας φορά περήφανα επάνω
του.
Η ομολογουμένως μεγάλη εντύπωση που προκάλεσε η ταινία βοήθησε τον δημιουργό
της να ταξιδέψει γοργά έξω από τα σύνορα της χώρας του, να αποκτήσει θαυμαστές
στους κύκλους σπουδαίων μετέπειτα σκηνοθετών όπως ο Κόπολα και
ο Σκορσέζε, να οικειοποιηθεί ένα διεθνές κοινό που δεν τον
εγκατέλειψε σχεδόν ποτέ στην καριέρα του και να φτάσει μέχρι τις υποψηφιότητες
των Οσκαρ, διεκδικώντας έναν χρόνο μετά το βραβείο καλύτερου διασκευασμένου
σεναρίου. «Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο» εξομολογείται όμως ο
Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, «με την ταινία αυτή αισθάνθηκα σαν
να μεγάλωσα ξαφνικά και να ωρίμασα ως σκηνοθέτης. Οποιοδήποτε φιλμ έκανα πριν
τον Κομφορμίστα, θεωρώ ότι ήταν βγαλμένο κατευθείαν από τη ζωή. Με τον
Κομφορμίστα κατάφερα να κάνω ένα φιλμ βγαλμένο από τη συνάντηση της αληθινής
ζωής με το σινεμά».
«Αυτή η ταινία δεν είναι για το κοινό της
Αμερικής»
«Αμέσως μετά την πρεμιέρα της ταινίας μου στο φεστιβάλ
της Νέας Υόρκης και τις θερμές κριτικές στις εκεί εφημερίδες» θυμάται ο
Μπερτολούτσι, «πήγα να συναντήσω τον Αμερικανό παραγωγό
μου, για να συζητήσουμε την περαιτέρω πορεία της. Συγχαρητήρια μου είπε. Η
ταινία είναι πανέμορφη και το κοινό την απόλαυσε πραγματικά. Του απάντησα
Υπέροχα. Πότε θα κυκλοφορήσει, λοιπόν; Με κοίταξε με ένα βλέμμα απορίας, και μου
αποκρίθηκε. Εννοείς εδώ, στην Αμερική; Ποτέ δεν θα βγει εδώ! Δεν είναι ταινία
αυτή για το αμερικανικό κοινό. Μερικές εβδομάδες αργότερα έμαθα ότι ο παραγωγός
έλαβε ένα γράμμα υπογεγραμμένο από τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Αρθουρ Πεν, τον
Σίντνεϊ Λιούμετ και άλλους σκηνοθέτες που ζητούσαν τη γρήγορη διανομή της
ταινίας μου στις ΗΠΑ. Οπως και τελικά συνέβη».
Παρ όλο που απολαμβάνει της φήμης ενός από τα ωραιότερα φιλμ της δεκαετίας
του 70 (και όχι μόνο), ο «Κομφορμίστας» παρέμενε μέχρι
πρότινος μια από τις λιγότερο παιγμένες και δυσεύρετες, αν και κλασικές, ταινίες
του σινεμά. Μια ελαττωματική full screen βιντεοκασέτα που κυκλοφορούσε στα
χρόνια του 80 ήταν ο μοναδικός, ίσως, τρόπος να βρει κανείς και να δει την
ταινία. Πρόπερσι, με τη βοήθεια του Βιτόριο Στοράρο, ο
Μπερνάρντο Μπερτολούτσι δούλεψε εντατικά σε μια ψηφιακά
επεξεργασμένη εκδοχή του «Κομφορμίστα», την οποία
διένειμε σε DVD περιοχής 1 (χωρίς ελληνικούς υπότιτλους) μέσω της
Paramount Home Video. Αμέσως μετά, μια αναπαλαιωμένη κόπια της
ταινίας προβλήθηκε σε μητροπολιτικές αίθουσες της Αμερικής, στη Γαλλία και την
Αγγλία. Στην Ελλάδα, η ταινία έχει να προβληθεί στην τηλεόραση περισσότερο από
15 χρόνια και στον κινηματογράφο, πολλά περισσότερα.






