• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Ο υπάκουος εστέτ

13 Ιαν 2009 | Θέματα | 0 comments

Το έργο του Βινσέντε Μινέλι θα μπορούσε άνετα να παρουσιάζει συμπτώματα καλλιτεχνικής σχιζοφρένειας. Οχι μόνο επειδή κατάφερε να ολοκληρώσει ισόποσα μιούζικαλ, μελοδράματα και κωμωδίες με το ίδιο πάθος και την ίδια επιτυχία, αλλά κυρίως γιατί διέσχισε τα κινηματογραφικά είδη με την ίδια ακριβώς απαράμιλλη χάρη με την οποία άφηνε την κάμερά του να ίπταται πάνω από το φανταστικό του σύμπαν.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τη Δέσποινα Παυλάκη


Πάθος για τη ζωή
Η δέσμευσή του Μινέλι απέναντι στην ομορφιά ήταν πάντοτε φοδραρισμένη με μια γερή δόση έμφυτης διαλλακτικότητας που του επέτρεψε να επιβιώσει αναίμακτα στην MGM – γνωστή και ως καλλιτεχνικός ζουρλομανδύας – για 26 ολόκληρα χρόνια. Το δεσποτικό στούντιο είχε αποκτήσει την απειλητική του φήμη «ενοικιάζοντας» ταλαντούχους σκηνοθέτες και φιμώνοντας το καλλιτεχνικό τους όραμα σε βαθμό ασφυξίας. Μέχρι να λήξει το συμβόλαιό τους, ορισμένοι έχριζαν έως και ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ο Μινέλι όμως αντιμετώπιζε τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις με απόλυτη ψυχραιμία, πιστεύοντας -φροϋδικός γαρ- ότι το ταλέντο είναι συνέπεια βαθύτατων παιδικών τραυμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε σκοπό να επιτρέψει σε κανέναν να τον τρελάνει περισσότερο απ όσο χρειαζόταν για να ζει δημιουργικά.


Ως σκηνοθέτης υπήρξε υπάκουος και ως άνθρωπος μοναχικός. Ολα αυτά βέβαια γαρνιρισμένα με μια δόση κοσμοπολίτικης προσποίησης την οποία θα εγκατέλειπε για μια και μοναδική φορά αποσβολωμένος μπροστά στο μεγαλείο του Βαν Γκογκ.


Το «Lust For Life» του 1956 με τον Κερκ Ντάγκλας στο ρόλο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ ήταν η μοναδική καλλιτεχνική του πρωτοβουλία (στην MGM δεν υπήρχαν περιθώρια επιλογής) και μία από τις ελάχιστες ταινίες που έφτασαν στις αίθουσες όπως ακριβώς την είχε οραματιστεί. Η απόλυτη ταύτισή του με τον Βαν Γκογκ ξεκινούσε από τη μοναξιά, άγγιζε την καταπιεσμένη του σεξουαλικότητα και κατέληγε στον καθημερινό μόχθο. Ο Μινέλι ζούσε και ανέπνεε σινεμά. Η ζωή του εκτός στούντιο ήταν σχεδόν ασφυκτική, όπως και οι γάμοι του. Του έλειπε ο κινηματογραφικός αέρας. Γι αυτόν, όπως και για το Βαν Γκογκ, η τέχνη ήταν τόσο νεύρωση όσο και παρηγοριά, εξίσου παράλογη και θεραπευτική. Αναπόφευκτη και ταυτόχρονα απαραίτητη. Το «Lust For Life» όμως, όπως και όλες οι ταινίες του Μινέλι, δεν ήταν η πραγματική ζωή. Ηταν μια απόδοση της πραγματικής ζωής στολισμένη σαν χριστουγεννιάτικη βιτρίνα. Στυλιζαρισμένη, εκθαμβωτική και απολύτως ελεγχόμενη. Χωρίς όμως να είναι συνειδητά εμπορική. Ηταν ο Ορσον Γουελς που θα δήλωνε πως «Ο Μινέλι γεμίζει την οθόνη σαν βιτρίνα πολυτελούς πολυκαταστήματος!». Ετσι και η βασανιστική μοναξιά του Βαν Γκογκ γεμίζει απ άκρη σ’ άκρη το σινεμασκόπ, θαμπώνοντας την οθόνη με σκούρους γκρι τόνους για τις απαρχές του στα ανθρακωρυχεία, πλημμυρίζοντας την ολλανδική του περίοδο με γαλαζοπράσινη δυστυχία, κόκκινες πιτσιλιές για τα χρόνια του Παρισιού κι ένα μυστηριώδες κίτρινο, ειδικά κατασκευασμένο για το Μινέλι (που θα έμενε στην ιστορία ως «το κίτρινο του Μινέλι»), λίγο πριν το τέλος.


Μιούζικαλ
Ο Μινέλι δεν καταλάβαινε τη μεσαία τάξη.


Νόμιζε ότι όλος ο κόσμος δειπνούσε υπό το φως των κεριών. Παρ όλα αυτά όμως, το πιο τρυφερό του μιούζικαλ μοιάζει με οικογενειακή καντάδα στην Αμερική των προαστίων. Το «Μeet Me Ιn St. Louis» του 1944 τον βούτηξε μέχρι βαθιά στο χρώμα, αποθεώνοντας τη μικρομέγαλη γοητεία της Τζούντι Γκάρλαντ με μοναδική Technicolor βιρτουοζιτέ. Ακόμα και ο ίδιος ο Μινέλι ερωτεύτηκε τη λαμπερή εκδοχή της πρωταγωνίστριάς του, με αποτέλεσμα να την παντρευτεί με το που εκείνη έκλεισε τα 23. Οταν όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν στ αλήθεια η κόρη ενός ευτυχισμένου οικογενειάρχη στα προάστια του St. Louis, αλλά μια προβληματική σταρ που αδυνατούσε να ενηλικιωθεί, ήταν πια αργά. Οντας ένας από τους ελάχιστους μουσικοχορευτικούς σκηνοθέτες που δεν ξεκίνησαν ως χορογράφοι (βλέπε Μπομπ Φόσι, Στάνλεϊ Ντόνεν κτλ), άφηνε τις φιγούρες στα χέρια των ειδικών. Η απόδοση της χορογραφίας όμως ήταν ένα άλλο ζήτημα. Ο Μινέλι προτιμούσε να στροβιλίζεται με την κάμερα παρά με τα πόδια. Ποτέ δεν τεμάχιζε ένα μεγαλοπρεπές χορευτικό νούμερο με ασήμαντα κοντινά περιστρεφόμενων κορμιών και ιπτάμενων πελμάτων. Οι πρωταγωνιστές του τραγουδούσαν ενώ μιλούσαν και χόρευαν καθώς περπατούσαν, χωρίς ποτέ να ξέρεις πότε θα περάσουν από τη μια πράξη στην άλλη. Οπως το υπέροχα «αυθόρμητο» χορευτικό ζευγάρωμα του Φρεντ Αστέρ με τη Σιντ Τσαρίς στο Σέντραλ Παρκ που έκανε το box office να αναστενάξει. Για μισό λεπτό όμως. Το «Τhe Band Wagon» (απ όπου και το αμέσως παραπάνω χορευτικό) δεν υποτίθεται ότι είναι το τέλος του ρομαντισμού και η αρχή μιας νέας εποχής;


Ως συμπτωματικός αβανγκαρντίστας, ο Μινέλι έστησε ένα σόου με δάνεια από την ποπ κουλτούρα της εποχής. Το «Τhe Band Wagon» θα μπορούσε να είναι μια μελοποιημένη προφητεία του σημερινού Χόλιγουντ όπου, αν δεν ξέρεις τι είναι στη μόδα, δεν καταλαβαίνεις τις μισές ταινίες. Με τη διαφορά ότι, παρ όλο που ο Μινέλι χρησιμοποιούσε την ποπ κουλτούρα ως δανειστική βιβλιοθήκη, κατάφερνε να παραμένει ανεξήγητα αυθεντικός. Δυο χρόνια νωρίτερα π.χ. είχε επινοήσει ένα ειρωνικά αμερικανοποιημένο Παρίσι («Αn American In Ρaris») – αποκλειστικά κατασκευασμένο στις αλάνες της MGM- αναπροσαρμόζοντας τον ευρωπαϊκό εξωτισμό στις απαιτήσεις του μέσου Αμερικανού. Αυτό άλλωστε ήταν και το μυστικό της επιτυχίας του. Η τέχνη του δεν ήταν ούτε υψηλή ούτε χαμηλή. Ούτε επαναστατική ούτε συντηρητική. Ηταν κοινωνικά (ακατ)άτακτη και απευθυνόταν σε όλους! Αργότερα βέβαια αναγκάστηκε να διασχίσει στ αλήθεια τον Ατλαντικό, αλλά το έκανε για τα μάτια μιας γυναίκας. Η «Gigi» -η ταινία που θα του χάριζε το Οσκαρ σκηνοθεσίας το 1958- γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Γαλλία, συνοψίζοντας ολόκληρο το σύμπαν του Μινέλι σε μια ιδιοφυή ατάκα: «Οι κακοί τρόποι στο τραπέζι έχουν καταστρέψει περισσότερους γάμους και από την απιστία!» Μετάφραση: Οταν ένας δημιουργός αντιμετωπίζει το σινεμά ως βιτρίνα πολυκαταστήματος, η ζωή των πρωταγωνιστών του θα είναι πάντοτε σε κοινή θέα. Στερημένοι από οποιαδήποτε επίφαση ιδιωτικότητας, οι ήρωες του Μινέλι ήταν υποχρεωμένοι να φέρονται κόσμια μέχρι τελικής πτώσης. Ταυτόχρονα αληθινοί και τεχνητοί!


Κωμωδία = Μιούζικαλ χωρίς τραγούδια
Οι κωμωδίες του Μινέλι είναι μιούζικαλ απ την ανάποδη. Πάρτε το «Μeet Μe In St.Louis», αφαιρέστε τα τραγούδια, διηγηθείτε την ιστορία απ την οπτική γωνία του πατέρα και έχετε τον «Μπαμπά Της Νύφης» (1950). Το «Designing Woman» (1957) είναι το «Gigi» (1958) αντιστρόφως: Στο πρώτο, σοφιστικέ νεαρά – Λορίν Μπακόλ- αναγκάζεται να προσποιηθεί την άμαθη κορασίδα για να κατακτήσει το άντρα της ζωής της. Στο δεύτερο, άμαθη κορασίδα – Λέσλι Καρόν- αναγκάζεται να μετατραπεί σε εκλεπτυσμένη νεαρά για να κερδίσει τον δικό της. Ενδιάμεσα κατοικοεδρεύουν μερικά εκκεντρικά δείγματα σουρεαλιστικών διαθέσεων που θα παραμείνουν ασύγκριτα σε σύλληψη, με τη Λουσίλ Μπολ να ερωτεύεται ένα τροχόσπιτο στο «Τhe Long, Long Τrailer» (1953) και την Ντέμπι Ρέινολντς να γίνεται από άντρας γυναίκα στο «Goodbye Charlie» (1964)! Ευτυχώς το «Green Μansions», ένα σχέδιο για ένα κορίτσι-πουλί που ζει σκαρφαλωμένο στα δέντρα φορώντας ιστούς αράχνης, εγκαταλείφθηκε μετά από σύντομη επίσκεψη στα δάση της Βενεζουέλας. Μπορείτε ωστόσο να το αναζητήσετε στη φιλμογραφία της Οντρεϊ Χέπμπορν!


«Οι σουρεαλιστές είναι οι σύγχρονοι ζωγράφοι της βασιλικής αυλής. Συνοψίζουν μια εποχή που, στην καλύτερη περίπτωση, είναι βυθισμένη στην απόλυτη σύγχυση» αποφάνθηκε ο Μινέλι και κλείδωσε δια παντός τις ταινίες του στο στούντιο, όπου μπορούσε να θολώνει τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα κατά βούληση. Μερικά από τα πιο ανορθόδοξα κωμικά του πειράματα (με αποκορύφωμα το «Τhe Ρirate») είχαν μάλιστα έντονες αισθητικές παρενέργειες, που οδήγησαν στην προσθήκη ενός νέου λήμματος στο κινηματογραφικό λεξικό: το camp! Πώς αλλιώς να περιγράψεις, άλλωστε, την εμπειρία μιας Μπάρμπρα Στρέιζαντ στο «Οn Α Clear Day You Can See Forever» που ακούει τα τηλέφωνα πριν χτυπήσουν, κάνει τα λουλούδια να μεγαλώσουν τραγουδώντας τους και, στην προσπάθεια της να κόψει το κάπνισμα, μεταμορφώνεται, υπό συνθήκες ύπνωσης, σε μία αριστοκρατική κυρία περασμένου αιώνα- σε μια πολύχρωμη και τόσο περίεργη ταινία που ακόμη και σήμερα δεν θα χρηματοδοτούσε κανένα στούντιο;


(Μελό) Δράμα
Το δράμα στον Μινέλι κρύβεται εκεί που δεν το περιμένεις: στο «Τhe Bad And The Βeautiful» είναι μέσα στη φανταχτερή γούνα της ερωμένης Λάνα Τάρνερ που έρχεται σε χυδαία αντίθεση με την τουαλέτα της συζύγου Γκλόρια Γκράχαμ. Στο «Τhe Cobweb» είναι μέσα στις καινούργιες κουρτίνες της βιβλιοθήκης, που οδηγούν ένα ολόκληρο ψυχιατρικό άσυλο σε παροξυσμό. Στο «Some Came Running» κρύβεται στο τέλεια συμμετρικό υπνοδωμάτιο της Μάρθα Αϊερ την ώρα που χωρίζει τον Φρανκ Σινάτρα, γιατί δεν αντέχει το χάος που επικρατεί στη ζωή του. Στο «Ηome From The Ηill» είναι πάνω στην ταφόπλακα του πεθαμένου Ρόμπερτ Μίτσαμ που καταφέρνει να ενώσει την εναπομείνασα οικογένεια. Στη «Μadame Βovary» είναι μέσα στους καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν τις παραισθήσεις της Τζένιφερ Τζόουνς.


Το κλειδί στα φροϋδικά μελοδράματα του Μινέλι είναι κρυμμένο στο διάκοσμο που συχνά αποκαλύπτει πολύ περισσότερα απ ότι οι ίδιοι οι διάλογοι. Οι πιο πολλοί χαρακτήρες του πάσχουν από την ίδια νεύρωση που καταδίωκε τον ίδιο: την αιώνια πάλη των καλλιτεχνών να συμφιλιώσουν τη ζωή με την τέχνη. Τελικός προορισμός η πανωλεθρία.


Η μάχη ανάμεσα στις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος ήταν βαθιά ριζωμένη στην ψυχολογία του σκηνοθέτη που κατάφερε να μιλήσει για τον αμερικανικό τρόπο ζωής με έναν εντελώς δικό του τρόπο, τονίζοντας με την απαραίτητη δόση υπερβολής την πραγματικότητα. Υπάρχει κάτι στα μελοδράματα του Μινέλι που περιγράφεται μόνο με το μοναδικό ταλέντο του να συνδυάζει το οπερατικό κινηματογραφικό του σύμπαν με τη βαθιά μελαγχολία μιας χώρας σε αποσύνθεση, παραδίδοντας τελικά μικρές εκρήξεις κριτικής πάνω στο ίδιο το σύστημα που τον ανέθρεψε. Και που, κατ εξαίρεση, δεν κατάφερε ποτέ να τον καταστρέψει. Αλλά ίσως και να τον καταλάβει.


Βινσέντε Μινέλι (1903 -1986)


Φιλμογραφία




* Οταν Η Γυναίκα Θέλει


(Α MATTER OF ΤΙΜΕ), 1976


* Η Διπλή Ζωή της Ντέζι Γκέιμπλ


(On Α Clear Day You Can See Forever), 1970


* Πύργος Στην Αμμο


(The Sandpiper), 1965


* Μερικοί Το Προτιμούν…Ντούμπλεξ


(Goodbye Charlie), 1964


* Παντρεύω Τον Μπαμπά Μου


(The Courtship Of Eddies Father), 1963


* Δύο Βδομάδες Σ Αλλη Πόλη


(Τwo Weeks In Another Town), 1962


* Οι 4 Ιππότες Της Αποκάλυψης


(The Four Horsemen Of The Apocalypse), 1962


* Κορίτσια Για Ολες Τις Δουλειές


(Bells Are Ringing), 1960


* Ο Καρπός Του Παράνομου Ερωτα


(Home From The Hill), 1960


* Το Στίγμα Του Κολασμένου


(Some Came Running), 1958


*Στο Χορό Των Ανακτόρων


(The Reluctant Debutante), 1958


* Ζιζί, Η Πονηρή Παρθένα


(Gigi), 1958


* Designing Woman, 1957


* Τσάι Και Συμπάθεια


(Tea And Sympathy), 1956


* Η Ζωή Ενός Ανθρώπου


(Lust For Life), 1956


* Ενας Ξένος Στον Παράδεισο


(Κismet), 1955


* Ασυγκράτητα Πάθη


(The Cobweb), 1955


* Μπριγκαντούν


(Brigadoon), 1954


* Μην Παντρεύεστε Ποτέ


(The Long, Long Trailer), 1953


* Ενα Χορό Για Σένα


(The Band Wagon), 1953


* Ιστορία Τριών Ερώτων


(The Story Of Three Loves), 1953-επεισόδιο «Μademoiselle»


* Η Ωραία Και Το Κτήνος


(Τhe Bad And The Beautiful), 1952


* Ενας Αμερικάνος Στο Παρίσι


(Αn American In Paris), 1951


* Ο Πεθερός Της Νύφης


(Fathers Little Dividend), 1951


* Ο Μπαμπάς Της Νύφης


(Father Of The Bride), 1950


* Μαντάμ Μποβαρί


(Μadame Bovary), 1949


* Ο Πειρατής


(Τhe Pirate), 1948


* Σκιές Υποψίας


(Undercurrent), 1946


* Zigfield Follies, 1946


* Η Γιολάντα Και Ο Κλέφτης


(Yolanda And The Thief), 1945


* The Clock, 1945


* Το Τραγούδι Της Αγάπης


(Meet Me In St. Louis), 1944


* Η Δεσποινίς Γυναίκα Μου


(Ι Dood It), 1943


* Cabin In The Sky, 1943



Some Came Running (1958)
Το 1957, έξι χρόνια μετά τον προσωπικό του θρίαμβο με το βιβλίο «From Here to Εternity», ο Τζέιμς Τζόουνς επέστρεφε στο λογοτεχνικό προσκήνιο με ένα ογκώδες μυθιστόρημα που κατέγραφε την υπαρξιακή και συναισθηματική περιπλάνηση ενός συγγραφέα -που μόλις γύρισε από τον στρατό- πίσω στην κωμόπολη όπου γεννήθηκε. Και παρά την κάπως χλιαρή αντιμετώπιση που συνάντησε το βιβλίο από την πλειοψηφία των τότε κριτικών, η MGM δεν δίστασε να αναθέσει την μετατροπή του σε σενάριο, επιλέγοντας ταυτόχρονα ως σκηνοθέτη τον σταθερά περιζήτητο Βινσέντε Μινέλι. Συμπυκνώνοντας κατά πολύ τον χρόνο του βιβλίου (που κάλυπτε τρία έτη από τη ζωή του ήρωα), απαλείφοντας δευτερεύοντες χαρακτήρες και αλλάζοντας την τραγική κατάληξη του φινάλε όσον αφορά το πρόσωπο που εμπλέκεται σε αυτό, η κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος αποτέλεσε το κορυφαίο, ίσως, μελόδραμα στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη.


Με δυο εξαίσιες ερμηνείες από τους Φράνκα Σινάτρα και Σίρλεϊ ΜακΛέιν στα χέρια του, ο Μινέλι μετατρέπει τη μοναχική σταυροφορία του πρωταγωνιστή του προς την αυτογνωσία σε ένα μελαγχολικό δράμα πάνω στο ανέφικτο της ευτυχίας και στη βεβαιότητα ότι, αντίθετα με την λογοτεχνία και το σινεμά, η πραγματική ζωή δεν επιφυλάσσει κανένα χάπι εντ. Υπηρετώντας στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ ένα συγκρατημένο ύφος, ο Μινέλι οδηγεί τα πάντα σε ένα παροξυσμικό φινάλε όπου, με φόντο το πολύχρωμο ντεκόρ ενός θορυβώδους πανηγυριού (που εκφράζει ιδανικά τις ξένοιαστες χίμαιρες που κυνηγούν οι χαρακτήρες σε όλο το φιλμ), οι μοίρες των ηρώων συναντούν τη γνήσια τραγωδία μέσα σε λίγα λεπτά καθαρόαιμης βιρτουοζιτέ. Είναι το κρεσέντο που μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε να σκαρφιστεί. Κι ο Μινέλι δεν υπήρξε τίποτα λιγότερο από αυτό.


ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ