• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Βινσέντε Μινέλι

13 Ιαν 2009 | Θέματα | 0 comments

Εκανε το όνομά του συνώνυμο με τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ για να καταφέρει να αποτινάξει από πάνω του την ετικέτα του «υπαλλήλου της ΜGΜ» και να αναγνωριστεί ως ένας καθαρόαιμος δημιουργός. Παίρνοντας έτσι το αίμα του πίσω για όσους δεν μπόρεσαν να δουν πως, πίσω από το φαντασμαγορικό, έντονα μελοδραματικό και στυλιστικά αξεπέραστο έργο του, κρυβόταν ένας μεταμοντέρνος καλλιτέχνης που το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει το σινεμά μια συναρπαστική διαδρομή προς το όνειρο.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ


Από τον Μανώλη Κρανάκη


«Το έργο μου είναι, σε τελική ανάλυση, η ιστορία της ζωής μου»


«Δουλεύω για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου. Ακόμη δεν είμαι σίγουρος ότι οι ταινίες είναι μια μορφή τέχνης. Και αν όντως δεν είναι, τότε αφήστε τους να γράψουν ό,τι θα έγραφαν στον τάφο ενός τεχνίτη που απλά αγάπησε αυτό που έκανε: Εδώ κείτεται ο Βινσέντε Μινέλι. Πέθανε δουλεύοντας σκληρά».


Συνάντησέ με στο Σικάγο
Ακόμη και όταν η γενιά της Νουβέλ Βαγκ διχάστηκε ανάμεσα στο αν ο Μινέλι ήταν ένας γνήσιος «δημιουργός» ή απλά ένας «ιδιοφυής εργάτης του Συστήματος», ο ίδιος δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να αναρωτηθεί. Πεισματικά προσκολλημένος στο «σινεμά», έτσι όπως το έμαθε και το υπηρέτησε -ως μια μορφή λαϊκής διασκέδασης- αρνήθηκε για χρόνια να απαντήσει καταφατικά σε όσους έσπευσαν να ερμηνεύσουν το έργο του μέσα από φροϋδικές αναλύσεις και όσους περισσότερους φρόντισαν να ανιχνεύσουν στις επιρροές του την κλασική τέχνη των μεγάλων ζωγράφων του 19ου αιώνα και μετέπειτα των σουρεαλιστών. Για τον ίδιο το μόνο που είχε σημασία ήταν η «ιστορία» και κανείς δεν θα μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι η διαδρομή ζωής του Βινσέντε Μινέλι θα μπορούσε, σχεδόν χωρίς ίχνος επεξεργασίας, να αποτελεί ένα έτοιμο σενάριο για ένα εκστατικό μελόδραμα. Από αυτά που ο ίδιος θα άφηνε ως παρακαταθήκη στην πολύπαθη διαδρομή του αμερικανικού σινεμά. Κυρίως γιατί, για έναν άνθρωπο που έμελλε να αναγνωριστεί ως ο μεγαλύτερος στυλίστας του Χόλιγουντ, τα παιδικά του χρόνια υπήρξαν τουλάχιστον… άχρωμα.


Πέμπτο παιδί του Ιταλού Βίνσεντ Τσαρλς Μινέλι, ιμπρεσάριου ενός υπαίθριου θεάτρου και της Γαλλίδας Μίνα Λε Μπο, ηθοποιού των αυτοσχέδιων παραστάσεων του Minnelli Brothers Tent Theater, o μικρός Λέστερ Αντονι Μινέλι υπήρξε το μόνο μέλος της οικογένειας που έζησε μετά τη γέννα για να αντικρίσει την αλλαγή του αιώνα και να γνωρίσει τον κόσμο του θεάματος, μέσα από απομιμήσεις θεατρικών παραστάσεων του Μπρόντγουεϊ και το πάθος των καλλιτεχνών του δρόμου. Οταν δεν εμφανιζόταν στη σκηνή μαζί με την μητέρα του, περνούσε τους χειμώνες του σε συγγενικά σπίτια στο Σικάγο ή στο Οχάιο, περιμένοντας τους γονείς του να γυρίσουν από τις εξαντλητικές περιοδείες τους και γεμίζοντας τον χρόνο του με βιβλία, μουσική και το ήδη ανεπτυγμένο ταλέντο του στο σχέδιο. Και μετά ήρθαν οι ταινίες.


Η σαρωτική δημοτικότητα του βωβού κινηματογράφου θα ανάγκαζε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τον περιοδεύοντα θίασό τους και να εγκατασταθούν μόνιμα στο Ντελαγουέρ του Οχάιο. Η αγροτική ζωή, όμως, δεν ταίριαζε στον μικρό Λέστερ που γρήγορα θα εγκατέλειπε τις σχολικές παραστάσεις, τη βιβλιοθήκη του πατέρα του και το αυτοσχέδιο ατελιέ που είχε εγκαταστήσει στο κοτέτσι του σπιτιού του για να μετακομίσει στο Σικάγο.


Ο,τι ακολούθησε είναι αυτό που όλες οι βιογραφίες αλλά και η ίδια η αυτοβιογραφία του Μινέλι (κυκλοφόρησε το 1990 με τον τίτλο «Ι Remember It Well!») αρέσκονται να συνδέουν άρρηκτα και συχνά ειρωνικά με τη μετέπειτα καριέρα του σκηνοθέτη που, αμέσως μετά την αποφοίτηση του από το σχολείο, βρέθηκε να σχεδιάζει τις βιτρίνες ενός πολυτελούς καταστήματος με το όνομα Marshall Field. Τέταρτος βοηθός του τμήματος διακόσμησης ενός καταστήματος του οποίου οι βιτρίνες θεωρούνταν «οι ωραιότερες στη χώρα, ακόμη κι από αυτές της Νέας Υόρκης», ο Μινέλι θα διοχέτευε αρχικά το ταλέντο του στη ζωγραφική. Εκανε το όνομα του (που από τότε ήταν το όνομα του πατέρα του, συν ένα έψιλον που του σύστησε ένα αριθμολόγος!) γνωστό και βρέθηκε γρήγορα βοηθός του Πολ Σλόαν, ενός κοσμικού φωτογράφου που είχε χτίσει τη φήμη του με τις λαμπερές απεικονίσεις ηθοποιών και διασημοτήτων της εποχής, ακολουθώντας πιστά τα μοτίβα των αριστοκρατικών πορτρέτων του 16ου αιώνα.


Αποφασισμένος πως το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής του -να γίνει ένας μεγάλος ζωγράφος στο Παρίσι όπως ο Ντουσάμπ, ο Ερνστ, ο Νταλί- ήταν πιο άπιαστο και από το να πείσει τους συνεργάτες του για το εύρος των δυνατοτήτων του, κατάφερε να εισχωρήσει στον χώρο του θεάτρου ως σχεδιαστής κοστουμιών στην αλυσίδα θεάτρων των Μπάλαμπαν και Κατζ, οι οποίοι ανέβαζαν θεατρικές παραστάσεις κάθε εβδομάδα συνοδεύοντας την έξοδο των καινούργιων ταινιών στις αίθουσές τους.


Μαζί τους θα έφτανε μέχρι τη Νέα Υόρκη, ακριβώς την εποχή του οικονομικού κραχ. Το τμήμα θεάτρου της Paramount στο οποίο δούλεψε αρχικά θα έπεφτε θύμα της ύφεσης, αλλά ο Μινέλι είχε ήδη το βιογραφικό που χρειαζόταν για να προσληφθεί ως ο βασικός σχεδιαστής κοστουμιών στο μεγαλύτερο τότε θέατρο του κόσμου: το χωρητικότητας 6.200 θεατών Radio City Music Hall. Θα αναβαθμιζόταν γρήγορα σε καλλιτεχνικό διευθυντή και έτσι θα του δινόταν η άδεια της παραγωγής και της σκηνοθεσίας δικών του παραστάσεων. Το 1935 θα εγκατέλειπε το Radio City Music Hall για να σκηνοθετήσει την πρώτη ανεξάρτητη θεατρική του παράσταση, το «Αt Home Αbroad» και ένα χρόνο αργότερα το περιβόητο «Τhe Zigfield Follies» που θα έκανε το Χόλιγουντ να στρέψει το βλέμμα του σε αυτήν την ιδιαίτερη περίπτωση ενός άγνωστου ντεκορατέρ που έκανε το box office να υποκλίνεται σε κάθε νέα του παράσταση.


Ο καφές πίνεται σκέτος.


Μόνο με γάλα.


Δύο δεκαετίες μετά, το γεμάτο παιχνίδια, πόρτες και ανοιχτό ψεύτικο ουρανό σπίτι που ονειρευόταν (ως γνήσια Μαντάμ Μποβαρί) ανάμεσα σε άλλα ο Βινσέντε Μινέλι ήταν επιτέλους δικό του. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα συνεργασίας με την Paramount το 1937 θα γινόταν μόνιμος κάτοικος της MGM και, κυρίως, ένας από τους πιο «αποδοτικούς» υπαλλήλους της, ειδικά σε μια εποχή που το σινεμά ήταν τα στούντιο και τα στούντιο ήταν το σινεμά. Και ενώ η φιλμογραφία του θα πλήθαινε από εμπορικές επιτυχίες, πρωτοφανείς φαντασμαγορίες, ήρωες που ζούσαν ταυτόχρονα στον κόσμο της φαντασίας και της σκληρής πραγματικότητας, ο ίδιος ζούσε ερήμην του μύθου που θα πλεκόταν γύρω από την αινιγματική προσωπικότητά του.


Ενός μύθου που δεν εξαντλήθηκε στο πώς ένας εργάτης του Συστήματος κατάφερε να εισχωρήσει σχεδόν με κάθε ταινία του στις ετήσιες δεκάδες των καλύτερων ταινιών του Cahiers Du Cinema αλλά που απλώθηκε και στην προσωπική του ζωή, η οποία θα μπέρδευε πολλούς με την ακραιφνώς ομοφυλόφιλη ετεροφυλία της.


Ο ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν «ετεροφυλόφιλο που σιχαινόταν την ακατέργαστη έννοια του ανδρισμού, έτσι όπως αυτή επικρατούσε σε όλο το φάσμα της αμερικανικής κοινωνίας», αλλά η πραγματικότητα βρισκόταν ακόμη πιο μακριά. Ο Βινσέντε Μινέλι ήταν ένας αυθεντικός δανδής που, αντί να ζει στον 18ο αιώνα, έτυχε να βρεθεί στο κέντρο μιας εποχής που λάτρευε για Θεό της τη μαζική κουλτούρα, με αποτέλεσμα να μετουσιωθεί αυτόματα σε έναν καθαρόαιμο μοντερνιστή.


Στην πραγματικότητα, ο Μινέλι δεν ήταν παρά το τέλειο παράδειγμα σε όσα κάποτε παρατήρησε εύστοχα ο Μποντλέρ δηλώνοντας πως ο «δανδής δεν είναι μόνο ένας ονειροπόλος. Η φαντασία του πρέπει να εξωτερικευτεί σε απτά σημάδια». Και δεν θα σκεφτόταν κανείς ιδανικότερη εξωτερίκευση για έναν σύγχρονο δανδή από τον κόσμο του θέαματος, είτε αυτό περιλάμβανε να διακοσμεί βιτρίνες για την Μέρα των Ευχαριστιών είτε να σκηνοθετεί φαντασμαγορικά μιούζικαλ προορισμένα για εκατομμύρια θεατών.


Πίνοντας αυστηρά τον καφέ του «φυσικά σκέτο, μόνο με γάλα».


Ανήκοντας σε μια κάστα καλλιτεχνών όπως ο Μαν Ρέι, ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο Τζάσπερ Τζόουνς ακόμη και ο Αντι Γουόρχολ που ξεκίνησαν την καριέρα τους είτε ως σχεδιαστές είτε ως διακοσμητές βιτρινών, ο Μινέλι έζησε τη ζωή του και κατασκεύασε το σύνολο του έργου του πιστός σε μία θεώρηση της «τέχνης για την τέχνη» και καταδικασμένος να κατηγορηθεί ως εστέτ. Σε μια Αμερική που μπορούσε πια να βλέπει από ορόφους διψήφιων αριθμών τον εαυτό της, ο Μινέλι διένυσε απλά ολόκληρη τη διαδρομή μίας βιομηχανίας ονείρων με απαράμιλλο στυλ και, επιπρόσθετα, χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Πετυχαίνοντας, τελικά, το ακατόρθωτο: να κάνει ταινίες που δεν ανήκαν πουθενά. Οι θεωρητικοί μπορούσαν να ανιχνεύσουν επιρροές και το γνήσιο ταλέντο ενός μεγάλου καλλιτέχνη, την ίδια στιγμή που ο μέσος όρος των θεατών μπορούσε να απολαύσει το σινεμά έτσι όπως το είχε φανταστεί.


Το αποτέλεσμα: μερικά από τα πιο σπουδαία μιούζικαλ της εποχής, μερικές από τις πιο σοφιστικέ κωμωδίες που γυρίστηκαν ποτέ και σίγουρα μερικά από τα πιο κλασικά μελοδράματα που γνώρισε η δεκαετία του 50. Και την ίδια στιγμή ταινίες που στη βάση τους μιλούσαν πάντοτε για το ίδιο το σινεμά, τον κόσμο του θεάματος, τη ζωή σαν μια «παραξενιά» που όταν δεν μπορείς να αντέξεις μπορείς να την ξορκίσεις ποτίζοντας τη με χρώμα, μουσική, έντονα πάθη και ανεξάντλητη φαντασία.


Οι κριτικοί της εποχής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ένιωσαν πως κάτι αναρχικό συνέβαινε στα αυστηρών αρχών κλιμάκια της MGM. Και φυσικά δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Οι Αμερικάνοι υπήρξαν σαφώς πιο συντηρητικοί αναγνωρίζοντας τη μοναδική ικανότητα του Μινέλι να περιγράφει την καθημερινή ζωή με εξέχοντα παραδείγματα το «Μeet Me In St. Louis» και το «Τhe Clock», αλλά θα απέρριπταν συλλήβδην τη στουντιακή ατμόσφαιρα που αναδυόταν έντονα στο έργο του. Οι Βρετανοί ανακάλυψαν στα μιούζικάλ του την κορυφή της σοφιστικέ σκηνοθεσίας λαϊκών χορών και τραγουδιών με τον μετέπειτα σκηνοθέτη Λίντσεϊ Αντερσον να εξαίρει τον πρώιμα camp «Πειρατή» ως ένα «τολμηρό πείραμα της έννοιας του τεχνητού με νούμερα καλογυαλισμένης ιδιοφυϊας» αλλά και να απορρίπτει τον «Αμερικάνο Στο Παρίσι» σαν μια «επιστροφή στις συμβάσεις της παραδοσιακής μουσικής κωμωδίας».


Η ετυμηγορία θα ερχόταν από τους Γάλλους. Ο Αντρέ Μπαζέν θα μιλούσε για μια «ιδιοφυία του Συστήματος» προκαλώντας τους διχασμένους συναδέλφους του να πάρουν θέση για την υπόθεση Μινέλι. Οι περισσότεροι προτίμησαν να ξεμπερδέψουν κατηγοριοποιώντας τον ως έναν «αφελή σατιριστή του αμερικανικού τρόπου ζωής». Ο Ζαν Ντομαρσί θα χαρακτήριζε το «Βad And The Βeautiful» ως μία ευθεία «επίθεση στον αμερικανικό καπιταλισμό, σκηνοθετημένο από έναν σύγχρονο Μπαλζάκ» ενώ ο Ζακ Ριβέτ θα εναντιωνόταν στην αποδοχή που φαινόταν να απολαμβάνει ο Μινέλι, δηλώνοντας πως «αν διευρύνουμε τόσο τη θεωρία του δημιουργού ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτήν ο Μινέλι, τότε έχουμε χάσει το νόημα».


Ο Φρανσουά Τριφό θα συνέχιζε να αδιαφορεί για την περίπτωση «Μινέλι» και ενώ ο Ζαν Λικ Γκοντάρ θα τον αποθέωνε σε κάθε ευκαιρία, το κλίμα απέναντι στην αξία του Μινέλι άρχισε να αλλάζει. Πρώτα στη Βρετανία το περιοδικό «Μovie» θα τον τοποθετούσε στην κατηγορία των «σπουδαίων» μαζί με τον Χίτσκοκ και τον Χάουαρντ Χοκς και μετά, στην Αμερική, ο Αντριου Σάρις θα τον τοποθετούσε στη διάσημη λίστα του με τους Αμερικανούς σκηνοθέτες, στην κατηγορία «η άλλη πλευρά του παραδείσου», γράφοντας: «Αν ο Μινέλι έχει ένα ελάττωμα αυτό είναι η αφέλειά του ότι το στυλ μπορεί να ξεπεράσει την ουσία και πως ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο είναι κάτι πιο σημαντικό από το πώς είναι ο κόσμος στην πραγματικότητα. Πιστεύει περισσότερο στην ομορφιά απ ό,τι στην Τέχνη».



Πίσω από το σινεμασκόπ
Ο Μινέλι θα παρέμενε ατάραχος. Η θεωρητική ανάλυση του έργου του δεν είχε γι αυτόν την παραμικρή σημασία. Μέχρι και το τέλος της ζωής του, το 1986, θα συνέχιζε να σκηνοθετεί με την ίδια αίσθηση του «επείγοντος» και του «μαγικού». Ευτυχισμένος για όσα τον είχαν απομακρύνει για πάντα από το ερασιτεχνικό πάλκο των γονιών του θα ξεκινούσε κάθε πρωί για να περάσει την μέρα του μέσα στα σετ της MGM ως ένας άψογος επαγγελματίας αφήνοντας τους κριτικούς να αναζητούν την «ιστορία» και τις κακές γλώσσες να διερευνούν με «κίτρινα» μέσα τη σεξουαλικότητά του. Για έναν άντρα που παντρεύτηκε τέσσερις φορές στη ζωή του, με σημαντικότερη στιγμή της οικογενειακής του ευτυχίας ή δυστυχίας τη συμβίωση του με την -αν μη τι άλλο ιδιοσυγκρασιακή- Τζούντι Γκάρλαντ, τίποτα δεν μπορούσε να είναι απλά ασπρόμαυρο ή έγχρωμο. Οπως και στις ταινίες του, όλα στην προσωπική του ζωή δεν μπορούσαν παρά να είναι υπερβολικά, παθιασμένα, φωτεινά και σκοτεινά την ίδια στιγμή. Χρόνια μετά τον θάνατο του, το 1986, η αποκάλυψη σε ένα άρθρο του Vanity Fair πως η Γκάρλαντ τον είχε «πιάσει» με τον κηπουρό τους στο κρεβάτι δεν είχε να προσθέσει κάτι στην ήδη περιπετειώδη σχέση τους. Ο Μινέλι ήταν ένας ακόμη ήρωας των ταινιών του που αναζητούσε το «όνειρο», εκείνη τη μικρή ή μεγάλη πόρτα που τον έκανε σε κάθε γύρισμα να εξουσιάζει το πολυπληθές τμήμα παραγωγής της MGM από τον γερανό που ο ίδιος εφηύρε και χάρισε σε όλους τους μετέπειτα δημιουργούς του κινηματογράφου.


Η κόρη τους, Λάιζα, θα γεννιόταν το 1946 για να ενσαρκώσει -τόσο στη ζωή της όσο και στην καριέρα της- ιδανικά το alter ego του ίδιου του πατέρα της (παίζοντας και στην τελευταία του ταινία, «Α Matter Of Τime» το 1976), ο Μάρτιν Σκορσέζε θα υποκλινόταν αμετάκλητα στην «Τέχνη» του Βινσέντε Μινέλι και η γενιά των DVD θα απολάμβανε αμαχητί σε LCD οθόνες τις αποκατεστημένες κόπιες των ταινιών του.


Οι θεατές που ο ίδιος ο Μινέλι είχε προβλέψει πως ενδιαφέρονται πια μόνο για τη βία και τον «Πόλεμο Των Αστρων», μπορούν πια να απολαύσουν χωρίς το βάρος των περιστάσεων μέσα στις οποίες γεννήθηκε, ένα σινεμά απενοχοποιημένο, αποτέλεσμα της σκληρής προσπάθειας ενός ανθρώπου που, τελικά, έγινε κατανοητό μέσα στα χρόνια ότι χρειαζόταν το Σύστημα όσο τον χρειαζόταν κι αυτό. Αποδεικνύοντας πως πίσω από κάθε συναρπαστικό μύθο κρύβεται πάντα μία πεζή πραγματικότητα. Αρκεί να γνωρίζεις πώς να την σκηνοθετήσεις!




The Bad And The Beautiful (1952)
Από τις τέσσερις φορές στην καριέρα του που ο Βινσέντε Μινέλι καταπιάστηκε με τον κόσμο του θεάματος και τους ανθρώπους του, το «Βad And The Βeautiful» παραμένει σαφώς η σημαντικότερη. Αντλώντας το υλικό του από ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε σε γυναικείο περιοδικό της εποχής, ο σκηνοθέτης πήρε την ιστορία ενός ευφυούς αλλά τυραννικού θεατράνθρωπου και τη μετέφερε στον χώρο του σινεμά που γνώριζε ο ίδιος σε βάθος. Βάζοντας τον Κερκ Ντάγκλας να ερμηνεύσει έναν μεγαλομανή και μακιαβελικό παραγωγό ο οποίος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της αναγνώρισης με την ίδια ταχύτητα που καταλήγει στο τέλος να τα κατρακυλήσει. Απαντώντας σε ένα λαλίστατο και κατά βάση διαλογικό σενάριο με μια σκοπίμως δυναμική και σχεδόν χορογραφική σκηνοθετική προσέγγιση, ο 51χρονος τότε δημιουργός απηύθυνε ένα ερωτικό γράμμα στο Χόλιγουντ ως πανίσχυρη μηχανή κατασκευής ονείρων, υψώνοντάς του την ίδια ώρα έναν απομυθοποιητικό καθρέφτη. Ως ανατομία των μηχανισμών και των συμπεριφορών που διέπουν τη μεγαλύτερη βιομηχανία θεάματος στον κόσμο, η ταινία δεν έχει όμοιά της. Ξαναβλέποντας, ωστόσο, κανείς το «Βad And The Βeautiful», περισσότερο από πέντε δεκαετίες αφότου κυκλοφόρησε, συνειδητοποιεί ότι πίσω από τον συναισθηματικό κυκεώνα που γεύονται οι ήρωες, τις καταστάσεις που χρωματίζονται με τις αποχρώσεις του μελοδράματος ή το σενάριο που βρίθει παραπομπών σε υπαρκτά πρόσωπα και γεγονότα, ο Βινσέντε Μινέλι σφράγισε για πάντα σε φιλμ μια εποχή μεγαλείου και υπερβολής για το Χόλιγουντ. Οταν οι ταινίες που παράγονταν ήταν τόσο μεγάλες, όσο και οι ψευδαισθήσεις των ανθρώπων που τις γύριζαν.


ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ


The Band Wagon (1953)
Αν το «Τραγουδώντας Στη Βροχή» είναι το καλύτερο μιούζικαλ που έγινε ποτέ για το σινεμά, τότε το «Τhe Band Wagon» είναι το καλύτερο μιούζικαλ που έγινε ποτέ για το Broadway. Γεννημένο κάτω από τη σκιά του αριστουργήματος του Τζιν Κέλι, το οποίο κυκλοφόρησε έξι μήνες πριν την πρεμιέρα του, το «Τhe Band Wagon» (που δεν υπήρξε επιτυχία στην εποχή του) είχε τόσα κοινά με το «Τραγουδώντας Στη Βροχή» όσες ήταν και οι διαφορές τους. Βασισμένα και τα δύο πάνω σε ήδη υπάρχοντες καταλόγους τραγουδιών της MGM, είχαν για παραγωγό τους τον εμπνευσμένο Αρθουρ Φριντ και για πρωταγωνιστή τους έναν μύθο των μιούζικαλ. Και θα αρκούσε το γεγονός ότι, αντίθετα με τον ακμαίο Τζιν Κέλι, ο Φρεντ Αστέρ υποδύθηκε στην πραγματικότητα τον εαυτό του μέσα από τον ρόλο του ξεπεσμένου σταρ του μουσικού θεάτρου για να κατανοήσει κανείς πως η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα δύο μυθικά μιούζικαλ ήταν ο… δημιουργός τους. Αντίθετα με την απαστράπτουσα technicolor φαντασμαγορία του «Τραγουδώντας Στη Βροχή» που στην ουσία αντανακλούσε το «υπέροχο» ψέμα του κινηματογράφου, το στηριγμένο στα έντονα κοντράστ φόντο του «Τhe Band Wagon» καθρέφτιζε την «πικρή» αλήθεια της σόουμπιζ. Μια αλήθεια που θα έβρισκε σύμμαχο στο κομβικό νούμερο της ταινίας και κατά βάθος μελαγχολικό «Τhats Εntertainment», στον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο Μινέλι ενορχηστρώνει -σχεδόν τρισδιάστατα- το κινούμενο πλήθος του, στη φινέτσα με την οποία οι πρωταγωνιστές περνούν από την πρόζα και την ακινησία στον χορό και το τραγούδι, στα πόδια της Σιντ Τσαρίς που κάνουν τον χώρο να γεμίζει από την ψυχή και το πάθος ανθρώπων που χάρισαν σε ανύποπτη στιγμή ολόκληρη τη ζωή τους στο θέαμα. Επιμένοντας να χορεύουν ακόμη και όταν όλα γύρω τους παραμένουν πεισματικά ακίνητα και να αποθεώνουν την τέχνη τους ακόμη και όταν αυτή μοιάζει να έχει ξεπεραστεί από το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου.


ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ