• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Warriors… Come out to play-ay!!

26 Φεβ 2009 | Θέματα | 0 comments

Στις 9 Φεβρουαρίου του 1979, μια ταινία με πρωταγωνιστές τα μέλη μιας νεανικής συμμορίας τρομοκρατούσε άθελά της την Αμερική. Τριάντα χρόνια μετά από τα περιστατικά βίας που προκάλεσαν, πριν και μετά την προβολή τους στις αίθουσες, οι «Μαχητές» λάμπουν ακόμα ως μια από τις πιο rock n roll ταινίες όλων των εποχών.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τον Μάρκο Φράγκο


Caaaaaaan you dig iiiiiiiiit ?
Περισσότερο και από κάθε εμπεριστατωμένο ντοκιμαντέρ σχετικά με τη ροκ μουσική, οι «Μαχητές» του Γουόλτερ Χιλ αποτελούν μια ποιητική απεικόνιση της «Κύρου Ανάβασις» του ιστορικού και στρατιωτικού Ξενοφώντα, τοποθετημένη στη μοντέρνα Νέα Υόρκη της νύχτας. Ενα road movie αλλά και μια περιπέτεια, μια ταινία δράσης αλλά και ένα υπαρξιακό θεαματικό σόου που περιλαμβάνει όλες τις συνιστώσες που μετατρέπουν το ταξίδι ενός ανένταχτου τυχοδιώκτη σε μια απρόσμενα συγκινητική ταινία, η οποία ήταν βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Σολ Γιούρικ.


Στην πορεία επιστροφής της προς τη γειτονιά της, στο Κόνι Αϊλαντ, η συμμορία των Warriors πέφτει θύμα προβοκάτσιας από την αντίστοιχη των Rogues που προσπαθεί να συγκαλύψει τη δική της ενοχή. Οι Warriors κατηγορούνται για τη δολοφονία του Σάιρους, του κοινώς αποδεκτού «πάπα» όλων των συμμοριών της νυχτερινής Νέας Υόρκης και ο δρόμος της επιστροφής τους γίνεται ένας περιπετειώδης εφιάλτης, με άγριο κυνηγητό από όλες τις συμμορίες της μεγαλούπολης. Ο Γουόλτερ Χιλ έπλασε με τους «Μαχητές» μια ελεγεία για τον κυνηγημένο φυγά, για την αδικία και για το ανταγωνιστικό περιβάλλον που αναπτύσσεται στην τσιμεντένια «φυλακή» της πόλης. Εκεί όπου η επιβίωση δεν είναι αυτονόητη αλλά παραμένει πάντα ένα τερέν προς κατάκτηση. Η ταινία δεν αναγνωρίστηκε, βέβαια, από την αμήχανη κριτική της εποχής στο βαθμό που της άξιζε, αν και, μέσα στα χρόνια, απέκτησε το στάτους που ενυπήρχε από τη γέννησή της στα σπλάχνα της και απέδειξε το εκτόπισμά της, επηρεάζοντας την ποπ κουλτούρα της τελευταίας τριακονταετίας με ποικίλους, αποφασιστικούς τρόπους.


Με απαρχή τα βίαια γεγονότα που είχαν ξεσπάσει μετά το «άνοιγμά της» στους κινηματογράφους της Αμερικής, στις 2 Φεβρουαρίου 1979, αλλά και μέχρι το σχετικά πρόσφατο «directors cut» που είδε το φως της μέρας και το επικείμενο ριμέικ του Τόνι Σκοτ που αναμένεται μέσα στην επόμενη χρονιά και το οποίο τοποθετεί τη δράση στο σύγχρονο Λος Αντζελες, οι «Μαχητές» παραμένουν μια εκκεντρικά κλασική ταινία. Οι βανδαλισμοί που προκλήθηκαν μετά την έναρξή της, η διακοπή της διαφημιστικής καμπάνιας της ταινίας από την εταιρεία παραγωγής Paramount, αλλά και η χρέωση της τελευταίας για όλες τις πρόσθετες δαπάνες φύλαξης και ασφάλειας των κινηματογράφων που πρόβαλλαν την ταινία λειτουργούν σήμερα ως μια συμβολική προέκταση της «ψυχής» του φιλμ.





Η μυθολογία του ροκ περνάει  από τον Ξενοφώντα

Η πραγματική ουσία με τους «Μαχητές» είναι η αξεπέραστη ροκ αισθητική της. Οι χαρακτήρες των Warriors, ένας προς έναν, αποτελούν τους ιδανικούς ντεσπεράντο που προσφέρουν απλόχερα λόγους, κίνητρα και πεδία ολόκληρα από τη δράση τους, ώστε να ταυτιστούν οι θεατές. Ο Κύκνος, αρχηγός των Warriors (Μάικλ Μπεκ), είναι ο σοφός, αγέλαστος αλλά αποφασιστικός πολεμιστής, ο Κλέων (Ντόρσεϊ Ράιτ) που πέφτει νεκρός μετά τη συμπλοκή που ακολούθησε της δολοφονίας του Σάιρους, ο ρωμαλέος και παρορμητικός Αίαντας (Τζέιμς Ρεμάρ) που συλλαμβάνεται από τα «θέλγητρα» μιας καλυμμένης αστυνομικού (της νεαρής, τότε, Μερσέντες Ρουλ) δεν αντιπροσωπεύουν ακριβώς ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αλλά ανταποκρίνονται πλήρως σε αυτό που θέλει να μεταδώσει η ταινία.
Η συμμετοχή σε ομάδες, ακόμα και αν αυτές είναι οι συμμορίες της νύχτας με την παραβατική, ημι-εγκληματική δράση, είναι αναγκαία για την επιβίωση. Οσο ανεξάρτητος και μοναχικός είναι ο κάθε συμμετέχοντας σε αυτές τις συμμορίες, τόσο επιτακτικά εγείρεται η αναγκαιότητα της συμμετοχής του σε ένα σύνολο, οργανωμένο σε δικούς του νόμους, για να επιβιώσει και να επικρατήσει απέναντι στις εχθρικές ομάδες. Ο ανταγωνισμός θεωρείται αυτονόητος στη ζούγκλα του τσιμέντου. Το συμφέρον του ενός δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει και να προκαλεί τη ζημία ενός άλλου.


Αυτό που μέσα στις σελίδες της ιστορίας αφηγήθηκε ο Ξενοφώντας στην «Κύρου Ανάβαση», αυτό που κατέγραψε με κυνική ψυχραιμία ο Σολ Γιούρικ στο βιβλίο του, αυτό ακριβώς μετατρέπει σε εικόνες ο Γουόλτερ Χιλ στην ταινία. Ενα αρχέγονο «Dogville» με κυνηγημένο ήρωα τον καθένα από μας. Στο πρόσωπο του Κύκνου, μετατίθενται όλες οι προβολές του θεατή για τη δική του πάλη ενάντια στην όποια άδικη κατηγορία που έχει επωμιστεί. Ενας λόγος που εξηγεί, λοιπόν, τη φαινομενικά ανόητη βία που πυροδότησε η ταινία στους πραγματικούς δρόμους της Αμερικής, είναι ακριβώς αυτός: το άδικο έχει ανάγκη τον πόλεμο για να αντιμετωπιστεί.





Warriors… Come out to play-ay

O Ντέιβιντ Πάτρικ Κέλι που ερμηνεύει τον παρανοϊκό Λούθερ από τη συμμορία των Rogues ενσαρκώνει ουσιαστικά τον αρνητισμό και τη σχιζοφρένεια των κοινωνικών ισορροπιών στην πραγματική ζωή. Το άδικο έχει εχθρό του τη λογική. Το ντόμινο που προκαλεί η ηλιθιότητα μιας παρόρμησης είναι ανυπολόγιστο και βαραίνει μοιραία πάνω στις ζωές των άλλων. Η ατάκα που έχει μείνει γνωστή από την ταινία, κάνοντας τον γύρο σε συζητήσεις από παρέες που έχουν ευλαβικά ενστερνιστεί το cult μεγαλείο της, το «Warriors… Come out to play-ay», αποτελεί το σήμα κατατεθέν στην τυφλά βίαιη διεκδίκηση της ισχύος, της επιβολής πάνω στο ανυποψίαστο και στο λογικό. Η βλακεία είναι επικίνδυνη και ο Λούθερ αντιπροσωπεύει τον βλάκα της διπλανής πόρτας, του οποίου η αφελής δράση προκαλεί την καταστροφή. Είναι ο τύπος που πατάει ελαφρά την καρδία το ολέθριο «κόκκινο κουμπί», μόνο και μόνο για να διασκεδάσει με τον κρότο που θα προκαλέσει η έκρηξη. Δείχνει να αγνοεί, όμως, το γεγονός ότι αυτή η έκρηξη συμπαρασύρει και τον ίδιο.


Η Paramount, στα διαφημιστικά τσιτάτα που επέλεξε για να προωθήσει την ταινία, έδωσε βαρύτητα στη δράση. Ωστόσο αυτό που αποτελεί την ψίχα της ταινίας είναι η συναισθηματική συμπαράταξη του κοινού με τους αθώους Warriors που αγωνίζονται να επιστρέψουν στον τόπο τους. Εξήντα χιλιάδες μέλη διάφορων συμμοριών (οι Gramercy Riffs, οι σκίνχεντ Turnbull ACs, τα Ορφανά, οι Punks πάνω σε ρόλερ, οι Baseball Fury επηρεασμένοι από το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και η αποκλειστικά γυναικεία συμμορία των Lizzies, με όνομα που παραφράζει ειρωνικά τον όρο Lezzies που χρησιμοποιείται στην αργκό για τις λεσβίες,ξεχύνονται στους δρόμους για να εκδικηθούν τον θάνατο του Σάιρους.
Με tag όπως «Σήμερα βρίσκονται όλοι έξω για να πιάσουν τους Warriors», η Paramount έδινε βάση στο κυνηγητό και όχι στη δραματική, σχεδόν υπαρξιακή διάσταση της ταινίας. Και τα δύο στοιχεία της αυτά, όμως, ισορροπούν και δικαιώνουν το αποτέλεσμα. Μετά από ενάμιση μήνα της αρχικής προβολής της ταινίας, τα έσοδα στάθηκαν υπερδιπλάσια από το κόστος παραγωγής της. Ολοι ήταν ευχαριστημένοι, εκτός από τους κριτικούς που δεν βρήκαν λόγια για να ξορκίσουν την αμηχανία τους και τους «νοικοκυραίους» αιθουσάρχες που είδαν τις περιουσίες τους να καταστρέφονται.





Ενα ολοκληρωμένο ποπ έργο
Αυτό που ολοκληρώνει το σημαντικό εκτόπισμα της ταινίας είναι το σάουντρακ φυσικά. Συνοδεύει τη δράση των ηρώων, όχι με τον τυπικό ηχητικό οίστρο του rock n roll, αλλά με μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στα ακούσματα του «δρόμου» της εποχής, την παραζάλη του απόηχου της ντίσκο και, κυρίως, τη φουτουριστική αύρα που έχει η γραφή του Μπάρι Ντε Βορζόν που επιμελήθηκε την αυθεντική παρτιτούρα. Το σάουντρακ του «Warriors» ξεκινάει την κλασική επίδρασή του από το εξώφυλλο κόμικ, στο οποίο μια πανσπερμία από «αστικούς» πολιτισμούς του περιθωρίου παρατάσσονται για να αποδώσουν το χρώμα και το «σημείο αιχμής» της νεοϋορκέζικης νύχτας. Βαμμένοι και ντυμένοι σύμφωνα με τα επιμέρους σήματα κατατεθέντα της συμμορίας τους, τα μέλη ποζάρουν προκλητικά και επικίνδυνα. Το εξώφυλλο του «Warriors» (και η αντίστοιχη μακέτα της ταινίας) είναι η απόδοση αυτού που αργότερα, στη δεκαετία του 80, έφτασε στην Ευρώπη ως καμβάς διαφορετικών φυλών της πόλης.


Στο περιεχόμενο του άλμπουμ, ο Βορζόν παρουσιάζει ένα κεντρικό θέμα («Τheme From The Warriors») που έγινε κλασικό με την υποδόρια μελλοντολογική ατμόσφαιρα που πρότεινε ως φόντο στην νυχτερινή δράση. Το κομμάτι έγινε σταθερό στη λίστα των τραγουδιών της ανερχόμενης, τότε, σκηνής των κλαμπ της Ευρώπης (μην ξεχνάμε ότι τότε ήταν που οι παραδοσιακές ντισκοτέκ μετονομάστηκαν σε κλαμπ για να εκφράσουν μια άλλη, διαφορετική ανάγκη των θαμώνων τους, χωρίς την πίστα στο κέντρο). Το «Τheme From The Warriors» θεωρείται μια underground επιτομή του Τζόρτζιο Μόροντερ και της αισθητικής των νεορομαντικών στο κομμάτι που δανείστηκαν από τον ρυθμό της ντίσκο. Ο Βορζόν γράφει άλλα δύο μουσικά θέματα, ίσης μουσικής αξίας, τα «Βaseball Furies Chase» και «Τhe Fight» σε ανάλογο πνεύμα, δίνοντας και τον βασικό ρυθμοκεντρικό άξονα του σάουντρακ.


Γύρω από αυτόν, υπάρχει μια ισορροπημένη «δίαιτα» από το ορθόδοξο δωδεκάμετρο μπλουζ rock n roll του Ερικ Μέρκιουρι («Υoure Moving Too Slow»), το πλούσιο αστικό φανκ ροκ των Mandrill («Εchoes In My Μind») και την εύγλωττη διασκευή του «Νowhere To Run» από τον Αρνολντ ΜακΚιούλερ (o συχωρεμένος, σήμερα, Λούθερ Βάντρος στο υπόβαθρο, δίνει ρέστα…). Από την άλλη, το κοριτσίστικο, «ψημένο στον δρόμο» όμως «Love Is Α Fire» της Τζένια Ράβαν -ίσως το μοναδικό τραγούδι στο οποίο μπορεί να ακουμπήσει η Μέρσι της ταινίας, την οποία υποδύεται η Ντέμπορα Βαν Βάλκενμπεργκ– το λάτιν ροκ του Κένι Βανς («Ιn Ηavana») και το δραματικό «Last Of An Ancient Βreed» του Ντέσμοντ Τσάιλντ και των Rouge, αποδίδουν την ποικιλομορφία των στυλ που παρελαύνουν και οπτικά στην ταινία.





Η δικαίωση έρχεται σχεδόν πάντα το ξημέρωμα
Ο κιθαρίστας Τζο Γουόλς αποδίδει το τραγούδι «Ιn The City» στη σκηνή της άφιξης των Warriors στην παραλία. Στο ξημέρωμα, το Κόνι Αϊλαντ φαντάζει ξανά οικείο και δικό τους. Ο Κύκνος αντιμετωπίζει τον Λούθερ σε μια ακούσια μονομαχία και οι ήχοι του τραγουδιού, που αργότερα συμπεριέλαβαν και οι Eagles στο άλμπουμ τους «Τhe Long Run», κάνουν τον Κύκνο να χαμογελάει. Είναι ίσως η μοναδική στιγμή σε όλη τη διάρκεια της ταινίας που ο Κύκνος διασπά αυτό το παγωμένο, σκληρό πρόσωπο και χαμογελά, έχοντας στο πλευρό του τη Μέρσι που κέρδισε κατά τη διάρκεια των ωρών της αγωνίας τους και του κυνηγητού…

Από τότε και μέχρι σήμερα, η -έστω και με απώλειες- επιστροφή των Warriors στην γειτονιά τους έχει γίνει πηγή έμπνευσης για τραγούδια της ποπ (Γκάρι Νιούμαν – «Warriors», Frankie Goes To Hollywood – «Warriors Of The Wasteland» κ.λπ.), για τηλεοπτικά επεισόδια του Μπάτμαν (στο «Gotham City») ακόμα και για φουτουριστικά κόμικ manga («First Of The North Star»).
Το ταξίδι άξιζε τον κόπο.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ