ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΟΔΩΡΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟ, ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΙΚΑ, ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΑΚΗ, ΗΡΑΚΛΗ ΚΟΡΕΛΗ, ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΤΣΑΒΟ, ΜΑΡΚΟ ΦΡΑΓΚΟ
Session 9 (2001): του Μπραντ Αντερσον
Ολιγομελές συνεργείο αναλαμβάνει καθαρισμό εγκαταλειμμένου άσυλου φρενοβλαβών το οποίο εξακολουθούν να βαραίνουν τραγικές ιστορίες από το παρελθόν. Ελάχιστοι θα βγουν ζωντανοί από εκεί και τον λόγο προτιμώ να μην είμαι εγώ αυτός που θα τον αποκαλύψει. Χωρίς φιλοδοξία να αλλάξει την ιστορία του σινεμά τρόμου, το «Session 9» στηρίζεται στη λογική του υπαινιγμού, παίζοντας ύπουλα με τον θεατή που θα το παρακολουθήσει κουλουριασμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού του και με τα φώτα σβηστά. Ραδιουργώντας με βάση μια ανησυχητική ηχητική μπάντα, αξιοποιώντας κάθε ψίθυρο και τριγμό ενός στοιχειωμένου σκηνικού που δεν θα ήθελες με τίποτα να επισκεφτείς, πόσω μάλλον όταν πέφτει η νύχτα, ο σκηνοθέτης πλέκει γύρω σου έναν κλοιό ανατριχίλας που σε αναγκάζει να κοιτάζεις τακτικά πίσω από τον ώμο σου, φοβούμενος τι μπορεί να καιροφυλακτεί στο σκοτάδι του δικού σου σπιτιού. Ιδίως όταν η μαγνητοταινία με τη διαβόητη Συνεδρία 9 αρχίσει να παίζει από τα ηχεία της τηλεόρασης.Λ.Κ.
Η Εξαφάνιση: (Spoorloos / 1988) του Τζορτζ Σλούιζερ
Πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια εμμονή; Αν αφορά την τύχη της πολυαγαπημένης σου φίλης που εξαφανίστηκε δίχως ίχνος και τρία χρόνια μετά συνεχίζει να σε στοιχειώνει, μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί στον πιο θανάσιμο εφιάλτη. Ιδιαίτερα όταν ο απαγωγέας της εμφανίζεται με την υπόσχεση να αποκαλύψει επιτέλους όλη την αλήθεια. Πλέκοντας τον θανατηφόρο ιστό του γύρω από ένα μουντό φόντο επαρχιακών αυτοκινητόδρομων και βενζινάδικων, ο Σλούιζερ φωτίζει σταδιακά το βασανισμένο ψυχισμό των ηρώων του: ενός άντρα που αδυνατεί να ξεπεράσει το παρελθόν κι ενός ψυχοπαθή με αθώο παρουσιαστικό, εθισμένου στη σαδιστική εξουσία που έχει αποκτήσει. Το τίμημα που πληρώνει ο πρωταγωνιστής για την αδυναμία του να προχωρήσει είναι απάνθρωπο, όμως μονάχα στο συγκλονιστικό φινάλε αντιλαμβανόμαστε έντρομοι ότι αυτό που παρακολουθούμε ισοδυναμεί με μια κατάβαση στον κάτω κόσμο. Θ.Π.
Candyman (1992): του Μπέρναρντ Ρόουζ
Οι αστικοί μύθοι ζωντανεύουν στα ξεχασμένα από θεούς και ανθρώπους γκέτο του Σικάγο και αναπνέουν κάτω από το δέρμα της πόλης και τα εξπρεσιονιστικά γκράφιτι που το στολίζουν σαν απόκοσμα τατουάζ. Ο Ρόουζ παραλαμβάνει ένα σύντομο διήγημα του Κλάιβ Μπάρκερ και το μετατρέπει σε μια σφιχτοδεμένη νέα μυθολογία που λειτουργεί τόσο εγκεφαλικά όσο και σε επίπεδο πρωτόγονου φόβου. Ενας γαντζοφορεμένος δολοφόνος, μια ιδέα βγαλμένη θαρρείς από τιποτένιο slasher (τολμάς να πεις το όνομά του πέντε φορές μπροστά από ένα καθρέφτη;) και μια ανατριχιαστική παρτιτούρα του Φίλιπ Γκλας συνθέτουν την καλύτερη, ίσως, καθαρόαιμη ταινία τρόμου των 90s σε μια δεκαετία που τα πιο ρεαλιστικά πορτρέτα serial killer κυριάρχησαν ολοκληρωτικά. Οσο για τη χαραμισμένη Βιρτζίνια Μάντσεν που πρωταγωνιστεί εδώ, η μεταμόρφωσή της από ορθολογίστρια φοιτήτρια σε screaming queen αποτελεί μια από τις πιο αγχωτικές ερμηνείες αμφιλεγόμενης γυναικείας υστερίας. Θ.Π.
Αudition (1999): του Τακάσι Μίικε
Ποτέ άλλοτε ο πιο παραγωγικός σκηνοθέτης όλων των εποχών δεν βρέθηκε τόσο κοντά στο αριστούργημα όσο με αυτήν εδώ τη συγκρατημένη ρομαντική ιστορία που εκτροχιάζεται προς τον απόλυτο τρόμο. Η αναζήτηση νύφης μέσα από μια στημένη ακρόαση ηθοποιών μετατρέπεται για τον επίδοξο γαμπρό σε ανείπωτο εφιάλτη, θρυμματίζοντας κάθε κλισέ της ιαπωνικής -και όχι μόνο- κοινωνίας για τα χαρακτηριστικά της ιδανικής συντρόφου. Η κλασική γυναικεία φιγούρα με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα τσιτωμένα νεύρα που μας φόρτωσε το γιαπωνέζικο σινεμά βρίσκει στο «Αudition» την πιο μεταμοντέρνα και ρεαλιστική εκδοχή της, καθώς δεν έχει ανάγκη ιστορίες εκδίκησης περασμένων ζωών για να τα κάνει λίμπα. Ολες οι αμαρτίες πληρώνονται σε αυτή τη ζωή και η ντροπαλή Ασάμι στρέφεται ενάντια στην αντρική εκμετάλλευση με ορμή μαινάδος, δίχως όμως καμία σύσπαση στο γαλήνιο πρόσωπό της. Αφήνοντας πίσω της κομμένα μέλη σε ένα βασανιστικό φινάλε που σε προκαλεί να μείνεις με τα μάτια ανοιχτά. Θ.Π.
28 Μέρες Μετά: (28 days later /2002 ) του Ντάνι Μπόιλ
Δεν τρομάζω πια εύκολα με τα ζόμπι. Εχω μάθει πώς να τα αναγνωρίζω, πώς να τα αποφεύγω, πώς να τα σκοτώνω. Το σινεμά έχει διδάξει τι πρέπει να κάνεις αν θέλεις να μείνεις ζωντανός. Μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα -πρώτη από τις 28- που ο Ντάνι Μπόιλ έβαλε σκοπό να φέρει ολόκληρη τη μυθολογία του είδους στα όριά της. Αδειάζοντας το Λονδίνο για να θυμίζει πόλη μετά από πυρηνική καταστροφή, ρίχνει στην αρένα τον ήρωά του που μόλις έχει ξυπνήσει από κώμα, οι μεταλλαγμένοι Λονδρέζοι είναι ελεύθεροι και το κυνηγητό δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ουρλιαχτά σε dolby digital, αργή κίνηση των ζόμπι που επιταχύνεται καθώς αυτά επιτίθενται στα θύματά τους και μια παραβολή για την ανθρώπινη φύση που δεν μπορεί παρά να σε βάλει σε (τρομακτικές) σκέψεις για το τέλος του κόσμου. Οπως τον ξέραμε, τουλάχιστον. Μ.Κ.
Η Εβδομη Πύλη Της Κολάσεως: (Ε Tu Vivrai Nel Terrore L Aldila / 1981) του Λούτσιο Φούλτσι
Η αξεπέραστα εφιαλτική ταινία του Λούτσιο Φούλτσι ήταν η πρώτη μέσω της οποίας συστήθηκα αυτοπροσώπως στην… Κόλαση. Το ξενοδοχείο εκείνο στη Λουιζιάνα, χτισμένο πάνω σε μια από τις επτά πύλες του διαβόλου, είναι υπεύθυνο για μερικά από τα πιο βαθιά τραύματα της φαντασίας μου. Επικίνδυνη και άγρια, η ταινία δεν χαρίζεται σε κανέναν. Καταπίνει τους πάντες, ανεξαιρέτως συναισθηματικής εξοικείωσης του θεατή μαζί τους. Δεν γλιτώνει κανείς ούτε καν η συμπαθέστατη Λίζα Μέριλ (Κατρίνα ΜακΚολ) που καταφτάνει από τη Νέα Υόρκη για να ανακαινίσει το ξενοδοχείο που κληρονομεί. Το 1981 έμελλε να είναι η πρώτη χρονιά στη ζωή μου που συνειδητοποίησα πώς θα μπορούσε να είναι η κόλαση. Ακόμα δεν έχω ξεπεράσει τις υποβλητικές εικόνες του Φούλτσι και την απεγνωσμένη ματιά του πάνω στο υπερφυσικό και την κακή ενέργεια που μοιραία καταλαμβάνει τη δύναμη. Μ.Φ.
Ringu (1998): του Χιντέο Νακάτα
Η, πώς να κόψεις μαχαίρι το τηλέφωνο και την τηλεόραση στο βλαστάρι σου. Εχει γνωρίσει τέτοιο κύμα απομιμήσεων το πρώτο «Ringu» του Χιντέο Νακάτα που πλέον κάθε τυπικά λευκοφορεμένο, με λιγδιασμένα ολόισιο μαύρο μαλλί νεκρό κοριτσάκι εξ Ιαπωνίας αποτελεί περισσότερο αφορμή για χαβαλέ παρά για ουρλιαχτά. Αλλά θυμηθείτε λίγο την πρώτη φορά που ακούσατε το ρημάδι το τηλέφωνο να χτυπάει μετά τη θέαση της ταινίας. Και θυμηθείτε με τι τρόμο κοιτάζατε το μοναχικό κουτί της τηλεόρασης στο σκοτεινό σας σαλόνι, σίγουροι πως ανά πάσα στιγμή θα ζωντάνευε από μέσα του αυτή η καταραμένη φιγούρα της μάγισσας. Θυμηθείτε πως, για ένα διάστημα, η έννοια της ανατριχίλας είχε το όνομά της: Σαντάκο. Θ.Δ.
Αίμα Στους Λόφους: (The Hills Have Eyes / 1977) του Γουές Κρέιβεν
Εχει γυρίσει κι άλλες ταινίες τρόμου ο Γουές Κρέιβεν, πιο πετυχημένες από το «Αίμα Στους Λόφους». Καμία όμως τόσο cult όσο αυτή. Η υπόθεση αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας που ξεμένει στη μέση της ερήμου της Καλιφόρνια και πέφτει θύμα μιας αιμοσταγούς συμμορίας. Ο Κρέιβεν κάνει τον θεατή να αισθάνεται άβολα σε κάθε σκηνή, καθώς φροντίζει να απεικονίσει τη βία με τον πιο ωμό τρόπο. Εντάξει, η ηθοποιία παραπέμπει σε κλασικά exploitation και grindhouse φιλμ της δεκαετίας του 70, η ατμόσφαιρα, όμως, είναι ανατριχιαστική και ο θάνατος αναπόφευκτος. Κανένα ριμέικ δεν πλησίασε την αυθεντική ταινία. Η τελευταία σκηνή του φιλμ θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται επ άπειρον – ένα μαρτύριο σε λούπα. H.K.
Who Can Kill Α Child?: (1975) του Ναρσίσο Ιμπάνεζ Σεραδόρ
Ετυχε να δω πρώτη φορά αυτό το φιλμ μόλις πέρσι, παραμονές ενός αφιερώματος που κάναμε στο περιοδικό σε όχι ιδιαίτερα γνωστές ταινίες τρόμου. Πιστεύοντας ότι είχα εξαντλήσει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος από τις πιο σημαντικές του προσθήκες, βρέθηκα προ εκπλήξεως μπροστά σε έναν ανελέητο δυναμίτη που έκανε το στομάχι μου νταμάρι. Το υπέγραψε στα μέσα του 70 ένας εμφανώς χαρισματικός δημιουργός από την Ουρουγουάη που έκτοτε δεν έτυχε να σκηνοθετήσει ποτέ ξανά για τον κινηματογράφο και ο οποίος αντλούσε τον παραλυτικό τρόμο όχι μέσα από το σύνηθες σκοτάδι αλλά από το λαμπρό φως του καλοκαιριού. Και όχι από την αντιπαράθεση με κάποιον αιμοδιψή και αποκρουστικό μπαμπούλα αλλά με την αναμέτρηση ενός ζευγαριού τουριστών με μια ορδή αγγελικά πλασμένων πιτσιρικάδων που έχουν σφαγιάσει όλους τους ενήλικες στο καρτ ποσταλικής ομορφιάς νησί τους. Μέχρι την παγωμένη και μαζί παράξενα απελευθερωτική στιγμή όπου ο ήρωας θα υψώσει ένα γεμάτο αυτόματο όπλο ενάντια σε μια στρατιά παιδιών, απαντώντας συνταρακτικά στο ερώτημα του τίτλου, η ταινία και η δυσβάσταχτη έντασή της με είχαν κάνει κουρέλι.λ.κ.
Ξύπνημα Sτον Εφιάλτη: (Jacobs Ladder / 1990) του Εϊντριαν Λάιν
Οταν ο Τζέικομπ Σίνγκερ αρχίζει να οραματίζεται δαίμονες και εικόνες που μοιάζουν να έρχονται κατευθείαν από την κόλαση, τις συνδέει με τις φρικτές αναμνήσεις του από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Δέσμιος ανάμεσα σε εναλλακτικές πραγματικότητες που μπορεί να είναι ή να μην είναι αποτέλεσμα ουσιών που χρησιμοποιήθηκαν πάνω του όταν βρισκόταν στο μέτωπο, δεν έχει παρά μία επιλογή: να ξετυλίξει το κουβάρι του μυαλού του που θα τον οδηγήσει σε μια ανακάλυψη πέρα από κάθε φαντασία. Πέρα, όμως, από την τελική ανατροπή, που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από δεκάδες άλλες ταινίες, ο Λάιν μεγαλουργεί οπτικοποιώντας τις παραισθήσεις του Τζέικομπ με το αλάνθαστο ένστικτο ενός πραγματικού μετρ του τρόμου, ταλέντο που δεν είχε μέχρι τώρα επιδείξει. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που παραπαίει διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, την πραγματικότητα και την οδυνηρή φαντασία, βυθίζοντας τον θεατή σε ένα παρανοϊκό τριπάκι άνευ προηγουμένου. Θ.Π.
Ηellraiser (1987): του Κλάιβ Μπάρκερ
Στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, ο συγγραφέας Κλάιβ Μπάρκερ πρόσθεσε στο μαυσωλείο του τρόμου μια ξεκάθαρη, ζοφερή δήλωση: ο πόνος είναι το ζητούμενο και η φρίκη της διαδικασίας αναζήτησής του είναι μόνο η αρχή, ένα ενδεικτικό ζέσταμα για την απόλυτη κόλαση που ακολουθεί. Το κουτί της Πανδώρας είναι η λύτρωση. Ομολογώ ότι ποτέ στην προσωπική μου «καριέρα» τρόμου δεν είχα αντιμετωπίσει έτσι την φρίκη και τον πόνο. Πάντα στεκόμουν απέναντι σαν στρατιώτης και τα πολεμούσα. Ηταν, θυμάμαι, η πρώτη φορά που ο πόνος προσφέρθηκε ως επιλογή και όχι ως αναπόφευκτο κακό. Επιλογή εξουσίας και δύναμης αλλά και απόδρασης. Ποτέ πριν δεν είχα αντιληφθεί ότι ο σαδισμός απέναντι στο σώμα είναι ηδονικός και απολαυστικός. Η οικογένεια Κότον, στα μάτια μου τότε, έγινε μια εναλλακτική περίπτωση ευτυχίας, μια διαφορετική, αιματοβαμμένη και εφευρετικά φρικτή νέα ισορροπία του πάθους. Οι γάντζοι που αγκιστρώνουν το δέρμα ακόμα με ξυπνούν κάθιδρο. Μια σταγόνα αίματος που πέφτει ακόμα μου φέρνει στο μυαλό τη φρικτή ενσάρκωση του τέρατος που ίσως κρύβουμε όλοι μέσα μας Μ.Φ.
Το Μωρό Της Ρόζμαρι: (Rosemarys Baby / 1968) του Ρόμαν Πολάνσκι
Είδα το «Μωρό Της Ρόζμαρι» πρόσφατα, σε μια παγωμένη αίθουσα, στο Αστυ της Κοραή. Ηταν μια κενή θέση στη λίστα των θρίλερ που «έπρεπε να έχω δει». Γιατί τρόμαξα με μια ταινία που έχει στην πλάτη της ιστορία 40 χρόνων; Μάλλον γιατί ο Πολάνσκι αγγίζει το κακό, χωρίς καν να μας το παρουσιάζει. Γύρω από τη Μία Φάροου στήνει έναν δαιμονικό ιστό από πρόσωπα, που μοιάζουν να είναι όλα στο κόλπο. Ολοι διαβολικοί, ο τρόμος παραμονεύει παντού. Ακόμα και μια φιγούρα στον τηλεφωνικό θάλαμο μπορεί να σου προξενήσει φόβο, το καθετί φαντάζει ύποπτο, μέρος μιας καθολικής συνωμοσίας. Η μορφή του Σατανά αποτελούσε πάντα το απόλυτο κακό κι ο Πολάνσκι δεν θέλει να το ξορκίσει. Παίζει με τον θεατή και τον υποβάλλει. Το σχεδόν σουρεαλιστικό τέλος ισορροπεί μεταξύ φρίκης και ειρωνείας. Αν ο Εωσφόρος φτάσει μια μέρα στη Γη, θα είναι γιος ξανθιάς, είμαι πεπεισμένος γι αυτό. Η.Κ.
Παράξενα Παιχνίδια: (Funny Games / 1997) του Μίκαελ Χανεκε
Μια οικογένεια αστών παγιδεύεται στο εξοχικό της από ένα σαδιστικό ζευγάρι νεαρών, αποφασισμένο να ξεκληρίσει τα μέλη της. Ελπίδα διαφυγής δεν υπάρχει, εξήγηση στο φονικό μένος των δυο αντρών δεν θα δοθεί και καθένας από τους αβοήθητους ήρωες θα πεθάνει αναίτια και βασανιστικά μπροστά στα έντρομα μάτια του κοινού. Σε μια γενιά εξοικειωμένη με το θέαμα αλλά όχι την εμπειρία της βίας και μεγαλωμένη με τον εφησυχασμό που προσφέρει ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι, ο Αυστριακός σκηνοθέτης απαντούσε με έναν οδυνηρό μηχανισμό ταινίας ο οποίος μετέτρεπε εμάς τους θεατές σε συνεργούς και απολογητές των όσων αποτρόπαιων επρόκειτο να διαπραχθούν επί οθόνης. Καταρρίπτοντας παγιωμένες αντιλήψεις που ενώνουν έναν σκηνοθέτη με τους χαρακτήρες και το κοινό του, ο Χάνεκε τεστάρει την ηθική των κινηματογραφικών εικόνων και τη δική μας σε μια παγερή και ιδιοφυή σπουδή που φρόντισε να κάνει τουλάχιστον έναν άνθρωπο που ξέρω να μείνει ξάγρυπνος το βράδυ που είδε την ταινία. Λ.Κ
Ιnvasion Of The Body Snatchers: (1978) του Φίλιπ Κάουφμαν
Σε έναν κόσμο παραδόπιστων αξιών και ξεπεσμένων ιδεολογιών, μυστηριώδεις εξωγήινοι οργανισμοί καταλαμβάνουν ανθρώπινα σώματα, μετατρέποντας τους κατόχους τους σε άβουλους υπνοβάτες έτοιμους να παραδώσουν στα χέρια των κατακτητών το επόμενο θύμα. Αργά και μεθοδικά και χωρίς καμία διάθεση νοσταλγίας, ο Φίλιπ Κάουφμαν μεταμορφώνει το κλασικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας του 1955 σε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: στην αγωνιώδη προσπάθεια μιας χούφτας χαρακτήρων να αποκαλύψουν μια μακάβρια συνωμοσία και κυρίως να διατηρήσουν την ανθρώπινη φύση τους, αντιμέτωποι με έναν κλοιό που σφίγγει ολοένα πιο ασφυκτικά γύρω τους. Μακριά από τις συμβάσεις και τις ευκολίες του είδους και κόντρα στις προβλέψεις που θέλουν κάθε ριμέικ κατώτερο του προκατόχου του, ο Κάουφμαν χτίζει ένα αφόρητο κλίμα αγωνίας που κορυφώνεται σε ένα αξεπέραστο φινάλε, αντάξιο της «Νύχτας Των Ζωντανών Νεκρών» σε ακραίο πεσιμισμό. Θ.Π.
Σαλό: 120 Μέρες Στα Σόδομα: (Salo /1975) του Πιερ Πάολο Παζολίνι
Πάντοτε πίστευα πως τo «Σαλό» θα έπρεπε να ανήκει στις πιο σπουδαίες ταινίες τρόμου όλων των εποχών. Από όποια πλευρά κι αν την αντιμετωπίσεις. Είτε σαν ακραίο πολιτικό σχόλιο κατά του φασισμού (όπως το ήθελε ο Παζολίνι) είτε σαν μια ταινία φτιαγμένη για να ενοχλήσει την ηθική και τα όριά σου. Αφοπλίζοντας ακόμη και τον πιο υποψιασμένο θεατή, το συνονθύλευμα αποκρουστικών εικόνων, αφοδευμάτων και εφηβικής σάρκας που συνθλίβεται κάτω από ένα αποτρόπαιο παιχνίδι εξουσίας δεν μπορεί παρά να προκαλεί αμηχανία, οργή και ναυτία που προσπαθείς να πνίξεις προκείμενου να αντέξεις μέχρι το τέλος. Μετά, όμως, από αυτό, ο τρόμος παραμένει ζωντανός. Καρφωμένο στη μνήμη ως μια ταινία που γυρίζεις μόνο όταν είσαι έτοιμος να πληρώσεις ακόμη και με τον θάνατο σου γι αυτή, το «Σαλό» καίει σαν το πυρακτωμένο σίδερο που ακουμπά το δέρμα, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στην προ πολλού άσπιλη αλλά τερατώδη φύση του ανθρώπου.Μ.Κ.
Τhe Blair Witch Project: (1999) των Ντάνιελ Μάιρικ και Εντουάρντο Σάντσεζ
Η φήμη της ταινίας προηγήθηκε και, πριν καν τη δούμε, γνωρίζαμε τα πάντα για τον ψευδοντοκιμαντεριστικό χαρακτήρα της και για τον θρίαμβο του μάρκετινγκ που εκπροσωπούσε. Κι, όμως, όταν τα φώτα της αίθουσας έσβησαν, όσα ξέραμε ξεχάστηκαν μεμιάς και ο παγωμένος ιδρώτας ήταν ξαφνικά αληθινός. Ενα θρίλερ διαφορετικό επιχειρούσε ανηλεή επίθεση στον θεατή που, αντίθετα με ό,τι νόμιζε, παρέμενε τελικά ανυποψίαστος. Η τρεμάμενη κάμερα των Χέδερ, Τζος και Μάικλ κατέγραψε τον πανικό απέναντι στο απόλυτο τίποτα και αρνήθηκε να προσφέρει την τελική λύτρωση στους θεατές, σηματοδοτώντας ένα νέο είδος τρόμου που ακόμη και σήμερα παραμένει μια ολόκληρη κατηγορία από μόνο του. Δέκα χρόνια μετά, ακόμα φοβόμαστε. Θ.Δ.
Ψυχώ (Psycho / 1960): του Αλφρεντ Χίτσκοκ
Το απομονωμένο ξενοδοχείο του Νόρμαν Μπέιτς προμήνυε φόνους. Δεν χρειαζόταν να είσαι μάντης για να το υποπτευθείς: η αρρωστημένη ατμόσφαιρα, το ερημικό μοτέλ, οι σκιές, το πρόσωπο του Πέρκινς που φωνάζει «είμαι ψυχάκιας, αλλά μην το πεις πουθενά». Η σκηνή στο ντους μπορεί να είναι ασπρόμαυρη και το αίμα να μην πιτσιλάει την οθόνη, αλλά η χειρουργική της ακρίβεια σε παγώνει. Ακόμη και στην τελευταία, φαινομενικά καθησυχαστική σκηνή όπου αποκαλύπτονται όλα, εξακολουθείς να νιώθεις πως κάτι τρομακτικό θα συμβεί. Να οφείλεται στην (αριστουργηματική) γωνία λήψης; Στην όψη του δολοφόνου; Στη μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν; Στο διεστραμμένο του πράγματος; Δεν ξέρω κι ούτε θέλω να το αναλύσω. Ξέρω απλά ότι όποτε φέρνω τη συγκεκριμένη σκηνή στον νου μου, μια ανατριχίλα με διαπερνά, σαν την πρώτη φορά που την είδα. Η.Κ.
Οι Αλλοι: (The Others / 2001) του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ
Η συναρπαστική ταινία του ισπανού Αμενάμπαρ δεν πραγματεύεται σε πρώτη φάση την ύπαρξη των φαντασμάτων και τη δράση τους στην παράλληλη διάσταση. Προτεραιότητά της είναι προφανώς η άρνηση. Η Γκρέις Στιούαρτ (Νικόλ Κίντμαν) επινοεί το τέχνασμα της φωτοευαισθησίας για τα παιδιά της, προκειμένου να δικαιολογήσει την κακή σχέση τους με το φως της μέρας. Η Γκρέις αρνείται την πραγματικότητα και μόνο όταν αυτή φέρνει τούμπα όλο το σύμπαν της μπαίνει στη διαδικασία να προσαρμοστεί και να αποδεχτεί το τι συμβαίνει γύρω της. Ο τρόμος εδώ έρχεται ειρωνικός, καλυμμένος και απρόβλεπτος. Φέρεται τρυφερά στην ηρωίδα της ταινίας και στους θεατές, δεν τους παίρνει από τα μούτρα να τους οδηγήσει με βαναυσότητα στην αλήθεια. Ο φόβος είναι μια σκάλα που καλό είναι να την κατεβεί κανείς με αργά, σταθερά βήματα. Και η κυρία Μπέρθα Μιλς (η καταπληκτική Φιονούλα Φλάναγκαν) αυτό το ρόλο έχει στις πλάτες της: να βοηθήσει την Γκρέις και τους θεατές να κατεβούν χωρίς σοκ τη σκάλα προς την αλήθεια.Μ.Φ.
Last House On The Left: (1972) του Γουες Κρέιβεν
Είναι αυτή η αίσθηση της βασανιστικής εγκατάλειψης που κάνει την πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ποτέ ο Γουες Κρέιβεν τρομακτικά κλασική. Εγκατάλειψη από βασικούς κανόνες ανθρώπινης αξιοπρέπειας, από αισθήματα όπως συμπόνοιας και έλεους, από ίχνη φαντασίας που θα μπορούσαν να τρυπήσουν το πέπλο του ανατριχιαστικού ρεαλισμού που ντύνει ολόκληρη την ταινία με την υφή μιας ιστορίας που θα μπορούσε να είχε συμβεί στον οποιονδήποτε. Σε σένα, για παράδειγμα, που ένα βράδυ ξεκινάς για να βγεις με τους φίλους σου και έρχεσαι αντιμέτωπος με ολόκληρη την αγριότητα της ίδιας σου της ράτσας, που υποχρεώνεσαι να γδυθείς απ ό,τι σε προστατεύει και να βιαστείς μέχρι θανάτου επειδή απλά είσαι αθώος και κανείς δεν σε προειδοποίησε πως εκεί έξω ζει το τέρας που λέγεται ενηλικίωση. Μεγαλώνεις με αυτήν την ταινία θες δεν θες. Και μαθαίνεις να εκδικείσαι με τα ίδια ακριβώς όπλα που σε σκότωσαν. Μ.Κ.






