• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

LOVE KILLS

27 Απρ 2009 | Θέματα | 0 comments

Τη νύχτα της 12ης Οκτωβρίου του 1978, σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Τσέλσι, η Νάνσι Σπάνγκεν έπεφτε νεκρή, πιθανόν από μαχαιριά του εραστή της και μπασίστα των Sex Pistols, Σιντ Βίσιους. Στις 7 Νοεμβρίου του 1986, κυκλοφορεί στις αίθουσες η αμφιλεγόμενη κινηματογραφική εκδοχή που επιχείρησε να δώσει ο Αλεξ Κοξ στην περιπτωση ενός τέτοιου καταραμένου έρωτα. δυο δεκαετίες μετά, με αφορμή την κυκλοφορία του «Σιντ Και Νάνσι» σε επετειακό dvd, ο Μάρκος Φράγκος αναλαμβάνει να διηγηθεί την πραγματική ιστορία που ενέπνευσε τον σκηνοθέτη κι ο Λουκάς Κατσίκας επιχειρεί μια επανεκτίμηση της ταινίας.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Ποιος σκότωσε τη Νάνσι;
Τριάντα χρόνια μετά από το δραματικό θανατικό που εκτυλίχθηκε μόλις μέσα σε ένα τετράμηνο στη Νέα Υόρκη, η ιστορία του Σιντ Βίσιους και της Νάνσι Σπάνγκεν συνεχίζει να αποτελεί έναν βρώμικο λάκκο στην ιστορία του ροκ. Κατά καιρούς, το μυστήριο του φονικού της Νάνσι χειρουργείται με καινούριες λεπτομέρειες – στοιχεία που έρχονται στη φόρα, καινούριες «γωνίες» στο έγκλημα και ακόμα μεγαλύτερο δέος απέναντι στο ψυχολογικό έρεβος των δύο κοινωνικών «απόβλητων» που πρωταγωνίστησαν στην ιστορία αυτή. Με την ευκαιρία της τραγικής επετείου από τον θάνατο του Βίσιους, βγαίνουν στον αέρα του βρετανικού Radio 4 μια σειρά συνεντεύξεων του δημοσιογράφου και συγγραφέα Τζον Σάβατζ, με τίτλο «Ιn Search Of Sid», οι οποίες θα εκδοθούν επιπλέον το φθινόπωρο, ενώ το ντοκιμαντέρ του γραφιά Αλαν Πάρκερ (καμία σχέση με τον γνωστό σκηνοθέτη) με τον τίτλο «Who Killed Νancy?» βγαίνει στους αγγλικούς κινηματογράφους φιλοδοξώντας, μέσα από 182 συνεντεύξεις να φωτίσει εξονυχιστικά το χρονικό, τουλάχιστον στον βαθμό που είναι αυτό δυνατόν να γίνει μετά από μια τριακονταετία. Στην ταινία του Πάρκερ που υπήρξε εφηβικός φίλος του Βίσιους και έβαλε ως έναν από τους σκοπούς της ζωής του το να καταγράψει το χρονικό του θανάτου του φίλου του, ανοίγονται ξανά οι αστυνομικοί φάκελοι του τμήματος ερευνών της Νέας Υόρκης…


Ποιος σκότωσε λοιπόν τη Νάνσι το μοιραίο βράδυ της 12ης Οκτώβρη 1978 στο δωμάτιο 100 του θρυλικού ξενοδοχείου Τσέλσι στο Μανχάταν; Ηταν ο Σιντ Βίσιους σε κατάσταση βαθιάς «χαρμάνας» από τη χούφτα των ηρεμιστικών Tuinal που είχε καταπιεί και τη μαχαίρωσε ασυναίσθητα ή τουλάχιστον ακούσια; Ηταν το βαποράκι Ρόκετς Ρέντγκλερ που τους είχε τροφοδοτήσει με σαράντα χάπια υδρομορφίνης εκείνο το βράδυ; Μήπως ήταν το άλλο βαποράκι που είχε φτάσει στο δωμάτιο πριν από τον Ρόκετς για να τους τροφοδοτήσει με ηρωίνη; Ηταν ο Μάικλ, ένα τζάνκι που έμενε στον έκτο όροφο του Τσέλσι αυτός που προσπάθησε να κλέψει το πλούσιο κομπόδεμά τους από το κομοδίνο και η Νάνσι προσπάθησε να τον εμποδίσει με αποτέλεσμα να σκοτωθεί, όπως ισχυρίζεται ο φίλος του Βίσιους Στιβ Ντιόρ; Μήπως η Νάνσι μαχαιρώθηκε μόνη της, όπως ισχυρίζεται ένας φίλος της, ο Χάουι Πάιρο;


Σήμερα, κανένας δεν είναι σε θέση να απαντήσει με αξιοπιστία σε αυτή την ιστορία: η Νάνσι είναι νεκρή, ο Σιντ πέθανε από υπερβολική δόση, τέσσερις μήνες μετά, στις 2 Φεβρουαρίου 1979, η μητέρα τού Αν αυτοκτόνησε το 1996. Ενας σύντομος κύκλος ζωής τελείωσε άδοξα και ένας μεγάλος κύκλος μυθολογίας ξεκίνησε ταυτόχρονα, χωρίς να προβλέπεται να ολοκληρωθεί ποτέ. Ολόκληρη η γνωριμία και η σχέση του ζευγαριού ήταν ένα παράδοξο, από αυτά τα παράδοξα που ούτε στα διάσημα ζευγάρια αλά Τζον Λένον – Γιόκο Ονο χώρεσαν ποτέ, πόσω μάλλον στα αντίστοιχα «φιλολό» ζεύγη της προγούμενης γενιάς του ροκ, όπως οι Τζέιμς Τέιλορ – Κάρλι Σάιμον ή τα άλλα, βουτηγμένα στην υπερβολή και στις ουσίες όπως οι Στίβι Νικς – Λίντσεϊ Μπάκινγχαμ των Fleetwood Mac. Κανένας από αυτούς δεν είχαν τη μανία αυτοκαταστροφής στη χημεία τους.


Ερωτας και θάνατος
Ο Σιντ και η Νάνσι ήταν δύο κλινικά διαταραγμένοι άνθρωποι (με διαγνωσμένη ακραία τάση αυτοκαταστροφής ο πρώτος και με επίσης ιατρικά πιστοποιημένη διπολικότητα η δεύτερη) που η μοίρα τούς ένωσε για να βρουν συντροφιά στην τελευταίπράξη του κοινού έργου τους.


Στους είκοσι έναν μήνες που διήρκεσε η σχέση τους, κατανάλωσαν περισσότερα ναρκωτικά από όσα, ίσως, μπορούν να αντέξουν δύο οργανισμοί στα πρώτα μετεφηβικά χρόνια τους. Η Νάνσι, από την Πενσιλβάνια της Αμερικής, αφού απέτυχε να γίνει η έφηβη αρχι-γκρούπι των Aerosmith και των Ramones, ακολούθησε τους New York Dolls στο Λονδίνο το 1977, κυνηγώντας επισταμένα τον Τζέρι Νόλαν που χρημάτισε και ντράμερ των Heartbreakers. Στο σύννεφο ηρωίνης που κουβάλησαν μαζί τους στο Λονδίνο οι νεοϋορκέζοι πανκ ρόκερ, στρογγυλοκαθόταν πάνω η Νάνσι. Οι μαρτυρίες για την έλευση του «βελονιού» σε ένα Λονδίνο που μέχρι τότε βολευόταν με σπιντάκια και παραισθησιογόνα είναι συγκλονιστικές. Η αγγλική κοινότητα του πανκ ανακάλυψε την «παραμύθα» που έφερε μαζί του ο Τζόνι Θάντερς και ο Ρίτσαρντ Χελ και όλη η γενιά της παραμάνας μπήκε σε μια νέα τροχιά- σε αυτή της σύριγγας. Η Νάνσι «έπεσε πάνω» στους Sex Pistols αλλά όταν ο Τζόνι Ρότεν την απέρριψε, αυτή στράφηκε στον Σιντ Βίσιους και μέσα σε δύο σχεδόν χρόνια πέρασαν μια θυελλώδη περιπέτεια κατά την οποία οι ώρες στις οποίες ήταν «καθαροί» ήταν συντριπτικά λιγότερες από αυτές στις οποίες βρίσκονταν υπό την επήρεια κάποιου ναρκωτικού. Παρότι ένα χρόνο μικρότερη από εκείνον, η Νάνσι Σπάνγκεν ήταν πιο περπατημένη και παρότι αυτός ήταν ήδη εξαρτημένος από κάθε λογής ουσίες όταν γνωρίστηκαν, η Νάνσι ήταν αυτή που τον μύησε στον σκληρό πυρήνα της ηρωίνης. Οταν ο Τζόνι Ρότεν έφυγε από τους Sex Pistols (το hangover της επόμενης μέρας τον ώθησε να δημιουργήσει τους Public Image Ltd), ο Μάλκολμ ΜακΛάρεν διατήρησε το όνομα που ήδη είχε γίνει brand στον κόσμο του πανκ και μάλιστα, τον Ιούλιο του 1978, ο Σιντ πρωταγωνίστησε σε αυτή τη γνωστή διασκευή του «Μy Way» του Φρανκ Σινάτρα, ανεβαίνοντας στο βρετανικό top 10. Μετά τη mainstream επιτυχία, το ζευγάρι Βίσιους – Σπάνγκεν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη από όπου δεν θα επέστρεφε ποτέ.


Ποιος σκότωσε τον Σιντ;
Στις 12 Οκτωβρίου 1978, ντυμένη μόνο με μαύρα εσώρουχα, η Νάνσι βρέθηκε στην τουαλέτα του δωματίου 100 του ξενοδοχείου Τσέλσι να κείτεται μέσα σε μια λίμνη αίματος από το αποφασιστικό τραύμα που έφερε στο υπογάστριο. Η μοιραία μαχαιριά είχε πραγματοποιηθεί από ένα μαχαίρι που ήταν του Βίσιους, το οποίο είχε πάρει


όταν είχε ζηλέψει ένα αντίστοιχο που είχε δωρίσει ο Στιβ Μπέιτορς των Dead Boys στον Ντι Ντι Ραμόουν των Ramones. Ο Βίσιους συνελήφθη αμέσως για δολοφονία, καταδικάστηκε για φόνο εξ αμελείας υπό την επήρεια ναρκωτικών και αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή. Προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Δεν τα κατάφερε. Τον Δεκέμβριο του 1978 χαράκωσε με ένα σπασμένο γυαλί τον αδερφό της Πάτι Σμιθ, Τοντ, και κλείστηκε στη φυλακή της Νήσου Ρίκερς επί δύο μήνες. Τη νύχτα που αποφυλακίστηκε, στο μικρό πάρτι που δόθηκε στο σπίτι της νέας ερωμένης του, Μισέλ Ρόμπινσον, παρόντες ήταν μεταξύ άλλων και ο ΜακΛάρεν και η μητέρα του Σιντ, Αν Ρίτσι. Η μητέρα του είχε μαζί της ένα φιξάκι ηρωίνης που της έφερε με ένα γρήγορο πέρασμα το βαποράκι και φίλος του Σιντ, Πίτερ «Κόντικ» Γκραβέλ, παρά την αντίθετη γνώμη που είχε η Μισέλ για αυτό. Μάλιστα η πρώτη ηρωίνη που έφερε ο Πίτερ στο σπίτι ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου, «σκάρτη» και γι αυτό ξαναβγήκε να φέρει πιο καθαρή. Το φιξάκι που έφερε όμως παραήταν καθαρό. Περίπου 98% γνήσια «άσπρη», ένα ποσοστό που δεν είναι δυνατόν να αντέξει ένας οργανισμός, πόσω μάλλον όταν έχει για δύο μήνες μείνει μακριά από την ουσία. Στο πάρτι αυτό ο ΜακΛάρεν έβαζε στο πικάπ τραγούδια που σκόπευε να δώσει στον Βίσιους για να κάνει ένα δίσκο διασκευών, όπως το «Ι Fought The Law» που είχαν διασκευάσει και οι Clash και το «ΥΜCΑ» των Village People που σάρωνε εκείνη την εποχή.


Τη νύχτα, ο Σιντ και η Μισέλ έπεσαν για ύπνο μαζί. Ο Σιντ δεν ξύπνησε ποτέ, το πρωί της 2ας Φεβρουαρίου 1979. Από τότε, με αποκορύφωμα την ταινία του Κοξ, ο Σιντ Βίσιους έχει γίνει ένας ήρωας του «πέθανε νέος – μείνε ωραίος», όπως τραγουδούσε το 1979 η Ντέμπι Χάρι με τους Blondie. Μόνο που ο Βίσιους στα είκοσι ένα του, δεν πέθανε καθόλου «ωραίος». Οπως είχε εξομολογηθεί στην τηλεφωνική συνομιλία του με την Ρομπέρτα Μπέιλι, τη φωτογράφο και πορτιέρισα του CBGBs της Νέας Υόρκης, όταν ανακοινώθηκε η διάλυση των Sex Pistols, «η ίδια η βαθιά φύση μου θα με σκοτώσει σε λιγότερο από έξι μήνες». Ηταν 20 Ιανουαρίου 1978 και την προηγούμενη μέρα ο Βίσιους είχε πέσει σε κώμα από ένα μείγμα βάλιουμ και μεθαδόνης που είχε καταπιεί, κατά τη διάρκεια της πτήσης του από το Σαν Φρανσίσκο στην ανατολική ακτή της Αμερικής. Αντεξε διπλάσιο χρόνο από αυτόν που είχε προβλέψει. Παραδόξως και πάλι, αν αναλογιστεί κανείς την κατάχρηση που έκανε στα πάντα. Παρότι ο γιατρός του δήλωσε ότι αν συνεχίσει να πίνει, μέσα στους επόμενους έξι μήνες θα «έχει τελειώσει», o Βίσιους δήλωνε στην Μπέιλι: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ να ισιώσω. Δεν μπορώ να είμαι κανονικός».


Αυτή η ορκισμένη εσωτερική εμμονή στην μη-κανονικότητα είναι που έκανε τους Sex Pistols, το σύμβολο μιας γενιάς. Σύμφωνα με τον Τζα Γουόμπλ, με τον οποίο ήταν συμφοιτητές στο κολέγιο Κίνγκσγουεϊ του κεντρικού Λονδίνου, ο Βίσιους «θυσιάστηκε ως αμνός από τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω από τους Pistols. Κανένας τους δεν θα ξεπερνούσε τα όρια. Αυτός ήταν ο καμικάζι πιλότος και όλοι ήταν πρόθυμοι να του δέσουν τα λουριά και να τον στείλουν». Κάπως σαν βιτρίνα του πανκ ροκ, κάπως σαν το ασύνειδο σύμβολο που θυσιάζεται για να αποκτήσει μια γενιά τον δικό της ήρωα -της παρακμής, του μηδενισμού και της απόγνωσης- ο Βίσιους δεν υπήρξε ούτε μια φορά συνειδητός στο τι απήχηση είχαν οι σχεδόν υπαγορευμένες κινήσεις του απέναντι στο κοινό.


Αντίστοιχα, η Νάνσι Σπάνγκεν, κάτι σαν μη δημιουργικό αρχέτυπο της γενιάς των riot grrrls και του λάβαρου της χηρείας που σήκωσε η Κόρτνεϊ Λαβ-σύζυγος του Κερτ Κομπέιν των Nirvana, δεν έδωσε ποτέ στον εαυτό της τον χώρο να λειτουργήσει κανονικά, να σκεφτεί ένα βήμα πριν γιατί προτιμά τις μετωπικές συγκρούσεις από τους ελιγμούς. Διπολική και ακραία, από την εφηβεία της αντιμετωπίστηκε ως καμένο χαρτί από την οικογένειά της. Και η αναζήτηση της ανεβασμένης αδρεναλίνης με κάθε κόστος, την έφερε σύντομα αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα κατά την οποία κάθε μέρα αποτελούσε και, δυνητικά, την τελευταία μέρα της ζωής της. Η μητέρα της Νάνσι, στο βιβλίο που εξέδωσε το 1983 με τίτλο «Και Δεν Θέλω Να Ζω Αυτή Τη Ζωή» (τίτλος παρμένος από ένα στίχο τραγουδιού που έγραψε ο Βίσιους μετά το θάνατό της) αποκάλυπτε την ψυχασθένεια της Νάνσι. Ηταν όμως πολύ αργά. Στο θέατρο του ροκ, η αυλαία είχε πέσει και ήδη οι θεατές είχαν φύγει από την πλατεία, έχοντας παρακολουθήσει μια περιπέτεια που έζησαν δύο ζωές στα όριά τους…


Ενα love story βγαλμένο από τον υπόνομο


Από τον Λουκά Κάτσικα


Δεν είναι όλες οι ερωτικές ιστορίες ειδυλλιακές και ανώδυνες. Δεν έχουν όλες ευτυχισμένο τέλος. Μερικές γράφονται με ιδρώτα και αίμα, όπως αυτή του Σιντ Βίσιους και της Νάνσι Σπάνγκεν. Από τη στιγμή που γνωρίστηκαν οι δυο τους δέθηκαν σιωπηλά μαζί ως τον θάνατο. Την πρώτη φορά που πλησίασαν ο ένας τον άλλο, ο Βίσιους πήρε φόρα και χτύπησε το κεφάλι του σε έναν τοίχο με τούβλα. Ηταν η δική του εκδοχή στο τι σημαίνει να αγαπάς. Η Σπάνγκεν του το ανταπέδωσε με μια βουτιά στα κατάβαθα της ηρωίνης. Ηταν η δική της εκδοχή στο τι σημαίνει να μοιράζεσαι. Το ειδύλλιό τους ήταν ένα αυτοκαταστροφικό φλερτ με τον εθισμό, τη σωματική κατάπτωση, τη συναισθηματική εξάρτηση και την ανεκδήλωτη απελπισία δυο ανθρώπων τόσο μοναχικών και τόσο ενάντια σε οτιδήποτε τους περιέβαλλε, ώστε δεν ήταν γραπτό να κατοικήσουν για πολύ αυτό τον κόσμο.


Το φινάλε γράφτηκε τον Οκτώβρη του 78 σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Τσέλσι όπου οι αστυνομικές αρχές βρήκαν τον Σιντ καθισμένο δίπλα στο μαχαιρωμένο πτώμα της Νάνσι. Ο Αλεξ Κοξ τοποθετεί το τέλος στην αρχή κιόλας του φιλμ. Γνωρίζουμε, μας λέει, την επίσημη εκδοχή από τα επίκαιρα της εποχής. Δεν είναι αυτή εντούτοις η ιστορία που μας ενδιαφέρει. Με ζωώδη ενέργεια, ο σκηνοθέτης που πριν δυο χρόνια είχε υπογράψει το υπέροχο υβρίδιο ειδών που ονομαζόταν «Repo Μan» προσπαθεί να μεταδώσει το πάθος, την τρέλα και τη βία δυο καταραμένων εραστών που τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την άβυσσο. Ο Σιντ (ένας εκπληκτικός Γκάρι Ολντμαν στην ηλικία τότε των 28 ετών και στο πρωταγωνιστικό του ντεμπούτο στο σινεμά) και η Νάνσι (η Κλόι Γουέμπ που κατορθώνει να μεταδώσει όλη την κυκλοθυμική νεύρωση της ηρωίδας της) ζουν με τα σωθικά τους να καίγονται. Ουρλιάζουν, πηδιούνται, χτυπάνε ενέσεις, πληγώνουν τα κορμιά τους, σβήνουν καθημερινά, ο έρωτάς τους όμως είναι το μοναδικό που απομένει όταν όλα γύρω τους αποσυντίθενται αστραπιαία.


Βρίσκοντας αλλόκοτη τρυφεράδα σε ένα τέτοιο παρανοϊκό ρομάντζο, ο Κοξ σκηνοθετεί με ένα σχιζοφρενικό σχεδόν τρόπο. Ολόκληρη η ταινία περπατά πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί που ταλαντεύεται ανάμεσα στο αστείο και το οδυνηρό, το διεστραμμένα κωμικό και το ενοχλητικά ρεαλιστικό. Εχοντας αφομοιώσει την πανκ νοοτροπία ως τρόπο σκέψης αλλά και ως αισθητική, ο Βρετανός δημιουργός διοχετεύει ηλεκτρισμό στην καρδιά ενός ακανθώδους και ασυμβίβαστου love story. Αστείο και βάναυσο, το «Σιντ Και Νάνσι» είναι λιγότερο η καταγραφή μιας εποχής και περισσότερο μια τραγωδία αξιοθαύμαστη σε κινητική ενέργεια που εκδηλώνει έναν μυστήριο λυρισμό όσο πλησιάζει στην κατακλείδα της. Καθώς οι δυο εραστές ενώνονται μετά θάνατον στο πίσω κάθισμα ενός ταξί που τους παίρνει μακριά από την επίγεια κόλασή τους, μοιάζει σαν να χάνονται μαζί τους οι τελευταίες απώλειες της «ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος» ροκ μυθολογίας. Είναι ένα υπέροχο φινάλε σε ένα ιλαροτραγικό φλερτ με την κατάχρηση, το προσωπικό ξόδεμα και την ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη και συντροφιά. Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει…


«Η Αγάπη Σκοτώνει» …και άλλα παραλειπόμενα
Ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν «Love Κills» («Η Αγάπη Σκοτώνει»), οι σεναριογράφοι τον άλλαξαν όμως την τελευταία στιγμή επειδή ένιωσαν ότι παραήταν κυνικός. Η δεύτερη επιλογή του Αλεξ Κοξ για τον ρόλο του Σιντ (σε περίπτωση που ο Ολντμαν απέρριπτε την πρόταση ) ήταν ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η πρώτη του για τον χαρακτήρα του Τζόνι Ρότεν ήταν ο Τιμ Ροθ. Ο Γκάρι Ολντμαν πήρε λίγο πιο σοβαρά την επιθυμία του σκηνοθέτη να αδυνατίσει και έχασε τόσα πολλά κιλά, ώστε κατέληξε στο νοσοκομείο. Απαντώντας σε δημοσιογράφο που ζήτησε κάποτε να μάθει τη γνώμη του για την ταινία, ο Τζόνι Λάιντον (ή Ρότεν την εποχή που ήταν τραγουδιστής των Sex Pistols) είπε ότι επρόκειτο για «ένα μάτσο σκατά, γεμάτο ανακρίβειες και δίχως την παραμικρή ιδέα για το τι συνέβαινε τόσο στην εποχή την οποία επικαλούταν όσο και στους χαρακτήρες στους οποίους αναφερόταν». Η Κόρτνεϊ Λαβ σημειώνει εδώ το κινηματογραφικό της ντεμπούτο ως ηθοποιός, ερμηνεύοντας την επιστήθια φίλη της Νάνσι, Γκρέτσεν. Ο Αλεξ Κοξ θα την χρησιμοποιούσε έναν χρόνο μετά και στο ντελιριακό μετα-γουέστερν του «Κατευθείαν Στην Κόλαση», θέλοντας να επανορθώσει επειδή δεν της εμπιστεύτηκε τον ρόλο της Νάνσι, που ήταν και η αρχική του πρόθεση. Οταν το «Σιντ Και Νάνσι» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε βιντεοκασέτα στην Ελλάδα, το κουτάκι συνοδευόταν από ένα αυτοκόλλητο που προειδοποιούσε ότι η ταινία είναι «Αυστηρώς Ακατάλληλη Κάτω Των 18 Ετών». Οι εμπνευστές αυτής της αυθαίρετης λογοκρισίας έκριναν πιθανόν σκόπιμο να προστατεύσουν την εγχώρια νεολαία από τα ναρκωτικά και το ολέθριο lifestyle στο οποίο υποτίθεται ότι ενθάρρυναν οι πρωταγωνιστές. Στους τίτλους τέλους της ταινίας, ο Αλεξ Κοξ ευχαριστεί μεταξύ άλλων τον Λουίς Μπουνιουέλ και τον Ντι Ντι Ραμόουν.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ