Κάθε κουβέντα που αφορά τη μυθική πλέον δεκαετία του 70 στον αμερικανικό κινηματογράφο είναι λογικό να επικαλείται τα ίδια κλασικά παραδείγματα. Για κάθε «Νονό», «Τσάίναταουν», «Νashville» και «Ταξιτζή» όμως υπήρχαν αμέτρητες ταινίες που, στριμωγμένες σε δέκα από τα πιο συναρπαστικά χρόνια στην ιστορία του μοντέρνου σινεμά, δεν κατάφεραν να βρουν την αναγνώριση που τους άξιζε ανάμεσα στα υπόλοιπα εκπληκτικά φιλμ εκείνης της περιόδου. Μια από αυτές ήταν και το «Wise Βlood». Διαθέσιμο για πρώτη φορά τώρα σε dvd, το πιο υποτιμημένο διαμάντι της φιλμογραφίας του Τζον Χιούστον έδωσε την ιδέα να συγκεντρωθουν σε ένα αφιέρωμα μερικές από εκείνες τις χαμένες ταινίες των seventies που αξίζει να εκτιμηθούν. Τώρα που ο χρόνος έχει περάσει. Και μια καινούργια γενιά θεατών έχει πλέον τη δυνατότητα να τις ανακαλύψει.
Από τον Λουκά Κατσίκα
Chilly Scenes Of Winter (1979) της Τζόαν Μίκλιν Σίλβερ
Το 1976 η συγγραφέας Αν Μπέιτι χώρεσε το γλυκόπικρο χρονικό ενός δυνατού έρωτα σε ένα πανέμορφο βιβλίο με τίτλο «Chilly Scenes Of Winter». Η Τζόαν Μίκλιν Σίλβερ, μια από τις ελάχιστες γυναίκες σκηνοθέτιδες με απόλυτο έλεγχο στο έργο τους εκείνη την εποχή, ερωτεύτηκε το βιβλίο και προθυμοποιήθηκε να το μεταφέρει στην οθόνη, με βασική διαφορά ότι θα άλλαζε το σχετικά ανοιχτό φινάλε του με μια κατακλείδα σαφώς πιο μελαγχολική. Η εταιρεία United Artists που ανέλαβε την ταινία είχε άλλα σχέδια, εντούτοις, στο μυαλό της. Εδωσε στο φιλμ τον πιο εμπορικό κατά τη γνώμη της τίτλο «Ηead Over Ηeels», απαίτησε από την Σίλβερ να απαλύνει την όχι ιδιαίτερα ξένοιαστη ατμόσφαιρά του με ένα ξεκάθαρο χάπι εντ και το οδήγησε σε γρήγορο εισπρακτικό θάνατο, δίχως να ασχοληθεί ιδιαιτέρως με την προώθησή του. Η ταινία πήρε εξαιρετικές κριτικές για τους ηθοποιούς (Τζον Χερντ, Μέρι Μπεθ Χερτ), τους χαρακτήρες και τους ολοζώντανους διάλογούς της και πρόλαβε να αποκτήσει cult φήμη και αρκετούς θαυμαστές μέχρι το 1982 όπου, με μια έξυπνη κίνηση από μέρους της εταιρείας, προσεκτική καμπάνια και αυτούσιο το αρχικό, απαισιόδοξο φινάλε που είχε γυρίσει η σκηνοθέτης, το «Chilly Scenes Of Winter» κυκλοφόρησε ξανά στα σινεμά και αγκαλιάστηκε από ένα σεβαστό σε αριθμό κοινό. Ισως γιατί μια τέτοια τρυφερή δημιουργία, που μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για την απώλεια και για την ανάγκη της συντροφικότητας να χρησιμεύει ως σανίδα σωτηρίας σε έναν παράλογο κόσμο, ήταν γραπτό να κερδίσει πίσω κάτι από την αγάπη που εξέπεμπε από την οθόνη.
The Wanderers (1978) του Φίλιπ Κάουφμαν
Σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας λαϊκής Αμερικής που ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει οριστικά την αθωότητά της, οι βασισμένοι στο ομώνυμο βιβλίο του Ρίτσαρντ Πράις «Wanderers» δεν αποτελούν ένα παραδοσιακό νοσταλγικό δράμα. Δυο χρόνια μετά την εκπληκτική του διασκευή στο «Ιnvasion Of The Body Snatchers», ο Κάουφμαν απαντούσε με μια πιο ροκ διάθεση στην ρετρό ποπ αντίληψη ταινιών όπως το «Αmerican Graffiti», ταξιδεύοντας στις ελάχιστα προνομιούχες περιοχές του βόρειου Μπρονξ στο 1963 και παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη μιας συμμορίας νεαρών ιταλοαμερικανών έρχονται αντιμέτωπα με την αντίξοη καθημερινότητά τους και την προοπτική ενός μέλλοντος μακριά από τους σκληρούς κανόνες της γειτονιάς τους. Βοηθούμενος από ένα ηχητικό μωσαϊκό golden oldies τραγουδιών, ο Κάουφμαν παντρεύει ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία όπως το χιούμορ, το αίσθημα και τη βία, δονώντας το φιλμ με μια ασταμάτητη ενέργεια και προικίζοντάς το με μια αλάθητη αίσθηση ατμόσφαιρας και τοποθεσίας που προσδίδουν στα πάντα έναν αέρα αυθεντικότητας. Μπορεί εκείνη τη χρονιά οι «Μαχητές» να στάθηκαν η κινηματογραφική συμμορία με την μεγαλύτερη απήχηση στα ταμεία, οι «Wanderers» όμως ίσως να ήταν καλύτερη ταινία.
They Might Be Giants (1971) του Αντονι Χάρβεϊ
Μετά την αιφνίδια απώλεια της συζύγου του, ο πρώην δικαστής Τζορτζ Σ. Σκοτ αποποιείται εντελώς την κανονική του ταυτότητα και προσπαθεί να πείσει τους πάντες γύρω του ότι είναι ο θρυλικός ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Παρέα με την ψυχίατρο Τζόαν Γούντγουορντ (που φέρει το επίθετο Γουότσον), την οποία συνεπαίρνει η περίπτωση ενός τόσο ασυνήθιστου όσο και συναρπαστικού ασθενούς, ο μοντέρνος Χολμς ξεκινά στην καρδιά μιας παγωμένης μέσα στον χειμώνα Νέας Υόρκης την αναζήτηση για τον αιώνιο αντίπαλό του, τον σατανικό Μοριάρτι. Αρκετά πιο μπροστά από την εποχή του, το κωμικό φιλμ που δάνεισε τον τίτλο του σε ένα συμπαθέστατο ποπ συγκρότημα του 80 ανήκει στην ίδια ξεχωριστή (και αξιαγάπητη) κατηγορία ταινιών με το «Χάρολντ Και Μοντ» του Χολ Ασμπι, κυρίως λόγω του ανορθόδοξου τρόπου με τον οποίο μεταχειρίζεται τα στοιχεία του χιούμορ, του ρομαντισμού, της συγκίνησης και των εκκεντρικών χαρακτήρων του στην υπηρεσία μιας γλυκύτατης χειρονομίας πίστης στην ανάγκη της φαντασίας ως απαραίτητης διόδου από μια ασφυκτική και δυναστική πραγματικότητα.
Τhe Hired Hand (1971) του Πίτερ Φόντα
Αμέσως μετά την κατακλυσμιαία επιτυχία που γνώρισε ο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» το 1969 στις αίθουσες, το δημιουργικό και πρωταγωνιστικό δίδυμο του εμβληματικού εκείνου φιλμ έλαβε από τα στούντιο της εποχής το ελεύθερο προκειμένου να σκηνοθετήσει ο καθένας την ταινία που επιθυμούσε. Πιο παρορμητικός και ανεξέλεγκτος, ο Ντένις Χόπερ χάθηκε στις ναρκωτικές αβύσσους του ντελιριακού και εκτός ελέγχου «Last Μovie». Πιο ψύχραιμος και μετριοπαθής, ο Πίτερ Φόντα επιχείρησε να δώσει σάρκα και οστά στην ιδέα του για ένα γουέστερν που, αν και καθαρόαιμο σε φόρμα, θα βρισκόταν πολύ κοντά στην χίπικη νοοτροπία του 60, την οποία ο ηθοποιός-σκηνοθέτης δεν είχε πάψει να ενστερνίζεται. Το αποτέλεσμα, υπέροχα φωτογραφημένο από τον Βίλμος Ζίγκμοντ, αποτέλεσε το ελεγειακό «Ηired Ηand» και η μελαγχολική ιστορία μιας δυνατής αντρικής φιλίας, την οποία μόνο ο αναπόφευκτος θάνατος και ο σκληρός νόμος της Δύσης είναι καμωμένα να χωρίσουν, στάθηκε ικανή να εμβολίσει με τρυφερότητα και αναθεωρητική διάθεση ένα τυπικά αρρενωπό κινηματογραφικό είδος.
Where ‘s Poppa? (1970) του Κάρλ Ράϊνερ
Δυο ενδεχόμενα προσφέρει η παρανοϊκή κωμωδία του Καρλ Ράινερ (πατέρα του Ρομπ) στον θεατή. Να του χαρίσει δυνατά γέλια με τα όσα ανεκδιήγητα συμβαίνουν σε αυτή ή να τον αφήσει επί μιάμιση ώρα παγωμένο στο κάθισμά του. Η πρώτη περίπτωση αφήνει να εννοηθεί πως ο θεατής έχει συγχρονιστεί απόλυτα στο παλαβό μήκος κύματος απ όπου εκπέμπει το φιλμ. Η δεύτερη δηλώνει πως εμφανώς δεν έχει πιάσει το αστείο. Ο δικηγόρος ήρωας, τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Τζορτζ Σίγκαλ, βρίσκεται στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Σε όλη τη διάρκεια του φιλμ προσπαθεί να ξεφορτωθεί μια και καλή την ηλικιωμένη του μητέρα που τον καταδυναστεύει, την ίδια ώρα που ο σκηνοθέτης στον οποίο οφείλουμε τα μετέπειτα «Τhe Jerk» και «Αll Of Μe» αγνοεί κάθε αίσθηση πολιτικής ορθότητας, γαργαλώντας λεπτά ζητήματα όπως ο ρατσισμός και η σεξουαλική κακοποίηση και επινοώντας γκαγκς τόσο τολμηρά (όπως ο κωμικοτραγικός βιασμός ενός αστυνομικού μεταμφιεσμένου σε γυναίκα από άντρα ντυμένο με στολή γορίλα!), ώστε εύλογα συζητήθηκαν την εποχή που κυκλοφόρησε η ταινία. Αυτό είναι, όμως, το τεντωμένο σχοινί στο οποίο περπατά το φιλμ. Πηγαινοέρχεται από το ευρηματικό στο ανόητο και ξανά πίσω, τρέχοντας συνεχώς να διανύσει την απόσταση ανάμεσα στο κατάμαυρα αστείο και στο απλώς κακόγουστο. Το παράλογο χιούμορ και η μηδενιστική άποψη περί πάντων δεν βρήκαν απήχηση στο τότε ευρύ κοινό, πάλι καλά όμως που αγκαλιάστηκαν από μια νεανική μερίδα θεατών που ανταποκρίθηκε θερμά στο σαλταρισμένο κλίμα του φιλμ.
Night Moves (1975) του Αρθουρ Πεν
Πνευματικό τέκνο της διάχυτης απαισιοδοξίας που πλημμύρισε τις αμερικανικές οθόνες αμέσως μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ και τα βαθιά κοινωνικά τραύματα που άφησε η εμπειρία του πολέμου στο Βιετνάμ, το θρίλερ του Αρθουρ Πεν («Μπόνι Και Κλάιντ») απαθανατίζει το βίαιο ξύπνημα του παραδοσιακού ντετέκτιβ ήρωα σε έναν σκληρό κόσμο τον οποίο αδυνατεί να κατανοήσει. Οπως η «Τσάιναταουν» αποτελεί την συντριβή του πρωταγωνιστή των αστυνομικής λογοτεχνίας και κινηματογραφίας μπροστά στην πλήρη επικράτηση του κακού και της διαφθοράς, έτσι και το «Νight Μoves» οδηγεί τις προσπάθειες ενός παλιομοδίτικου ιδιωτικού ερευνητή (ένας υπέροχος Τζιν Χάκμαν) που αναζητά την χαμένη κόρη μιας έκπτωτης σταρ του παλιού Χόλιγουντ στην αποτυχία τού να καταλάβει και να αποκωδικοποιήσει εγκαίρως τα ανησυχητικά σήματα που του στέλνει η αδυσώπητη πραγματικότητα που απλώνεται πλέον γύρω του. Το τελευταίο πλάνο του φιλμ, στο οποίο ο ήρωας βρίσκεται κυριολεκτικά χαμένος στη μέση ενός πελάγους, αφότου έχει απολέσει όχι μόνο το νόημα της υπόθεσης που είχε αναλάβει αλλά και μια πολύτιμη σε αυτόν ανθρώπινη ζωή, αποτελεί φινάλε σχεδόν ισάξιο με το κλείσιμο του αριστουργήματος που κυκλοφορούσε έναν χρόνο πριν στις αίθουσες ο Ρόμαν Πολάνσκι.
Τhe Other (1972) του Ρόμπερτ Μάλιγκαν
Δέκα ακριβώς χρόνια μετά το «Τo Kill Α Μockingbird», το οποίο τοποθέτησε το όνομα του δημιουργού του στη λίστα με τους πιο περιζήτητους σκηνοθέτες της εποχής, ο Μάλιγκαν επέστρεφε ξανά στην εμπειρία τού να μεγαλώνεις στην επαρχία και να ρίχνεις κλεφτές ματιές στον κόσμο των μεγάλων. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η ταινία του δεν είχε την ευαισθησία της κλασικής εκείνης δημιουργίας του, αλλά επέλεγε να περπατήσει στην πιο άγρια και ανησυχητική πλευρά της παιδικής ηλικίας. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το «Οther» χωρίς να αποκαλύψει τα μυστικά του. Ας πούμε, λοιπόν, ότι πρόκειται φαινομενικά για την ιστορία δυο διδύμων αγοριών από τα οποία το ένα προκύπτει καλόκαρδο και αθώο και το άλλο κρύβει μέσα του έναν ψυχικά διαταραγμένο χαρακτήρα. Η ταινία του Μάλιγκαν δεν αφορά, παρ όλα αυτά, την περίπτωση ενός μικρού ψυχοπαθούς που σπέρνει τον θάνατο στην καρδιά ενός ξένοιαστου καλοκαιριού του 30. Για μια και μοναδική φορά στην καριέρα του, ο σκηνοθέτης λοξοδρομεί από το οικείο δημιουργικό μονοπάτι του για να γίνει βλοσυρός συγγενής του πρότερου εαυτού του. Κάπως έτσι κατορθώνει να δώσει σάρκα και οστά σε μια ταινία που ανήκει λιγότερο στη μυθολογία του κινηματογραφικού τρόμου, επιφυλάσσοντας στο κοινό της μια american gothic τραγωδία πάνω στον σαδισμό που μπορεί να κρύβει μέσα της η παιδική ηλικία.
Τhieves Like Us (1974) του Ρόμπερτ Ολτμαν
Μερικές από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του 70 έφεραν την υπογραφή του Ρόμπερτ Ολτμαν. Αντίθετα, όμως, με το «ΜcCabe & Mrs. Μiller», το «Μ.Α.S.Η» ή το «Νashville», που κέρδισαν σχεδόν αυτομάτως την αναγνώριση που τους άξιζε, το χαμηλόφωνο αυτό φιλμ φαίνεται να χάθηκε κάπου ανάμεσα στα υπόλοιπα «μεγαθήρια» της πιο δημιουργικής περιόδου του σπουδαίου σκηνοθέτη. Αξίζει, λοιπόν, να επανεκτιμήσει κανείς μια ταινία που χρησιμοποίησε το ίδιο βιβλίο του Εντουαρντ Αντερσον στο οποίο ο Νίκολας Ρέι είχε βασίσει παλιότερα το «Τhey Live By Νight» για να διηγηθεί την σχεδόν συγκινητική ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν νεαρό ληστή τραπεζών (Κιθ Καραντάιν) και ένα κορίτσι της επαρχίας (Σέλεϊ Ντιβάλ), στην Αμερική της οικονομικής κρίσης του 30. Απαντώντας σε ένα εξαιρετικά απλό και ανεπιτήδευτο ρομάντζο με μια παρόμοια λιτότητα και έναν αφτιασίδωτο τρόπο στην αφήγηση, ο Ολτμαν επιδίδεται σε μια από τις ωραιότερες και διακριτικές σκηνοθεσίες του. Η ειρωνική απόσταση που συνήθιζε να τηρεί από τους ήρωές του εδώ απουσιάζει, φανερώνοντας μια συμπόνια ασυνήθιστη στο έργο του και η κάμερα ψάχνει πίσω από ξεφτισμένες κωμοπόλεις, νοτισμένες από την υγρασία υπαίθρους και ξύλινα σπίτια που νανουρίζει και ξυπνά ο ήχος του ραδιοφώνου για να συλλάβει την ποίηση μιας αλλοτινής εποχής. Στο μέσο όλων, οι δυο νεαροί ερωτευμένοι του φιλμ μοιάζουν με αθώα παιδιά που, ακόμη κι όταν ο ενήλικος κόσμος γύρω τους τα εχθρεύεται και τα τρομάζει, εκείνα βρίσκουν πάντοτε κουράγιο και ελπίδα στο να ονειρεύονται. Ενα τέτοιο χιμαιρικό όνειρό μοιάζει να είναι και το «Τhieves Like Us».






