Θρυλικές όσο κι οι αποτυχίες των «Μεγάλων» της Ιστορίας κι αψεγάδιαστες όσο κι οι μεγάλοι απραγματοποίητοι έρωτες. Υπέροχες μέσα στην ανυπαρξία τους κι ιδανικές ακριβώς λόγω της τραγικότητάς τους. Είναι οι ταινίες που δεν γυρίστηκαν ποτέ, αλλά θα έμπαιναν σε όλα τα μελλοντικά ΤΟΡ-10. Διάσπαρτα πλάνα, μισοτελειωμένα γυρίσματα, καταστροφές, απαγορεύσεις, λογοκρισίες, διαφωνίες, σχέδια στα χαρτιά, στόρι μπόρντ, κιτρινισμένες φωτογραφίες. Ιδού τι έμεινε από τις μεγαλύτερες αποτυχίες όλων των εποχών.
THE OTHER SIDE OF THE WIND, ΤΟΥ ΟΡΣΟΝ ΓΟΥΕΛΣ
Γενειοφόρος σκηνοθέτης που τον υποδύεται ο Τζον Χιούστον, καταβεβλημένος από την έλευση του γήρατος, βρίσκεται στα γυρίσματα του τελευταίου του μεγάλου κινηματογραφικού στοιχήματος. Πριν να το ολοκληρώσει, θα σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ενα περίπλοκο φλας μπακ θα αναλάβει να ξεδιπλώσει τη ζωή του νεκρού σκηνοθέτη, αλλά και την ταινία που έμεινε ημιτελής.
Σαφέστατα αυτοαναφορική, κάτι σαν δεύτερος «Πολίτης Κέιν», η πιο μεγαλεπήβολη δημιουργία ενός τέρατος ευφυΐας και μεγαλομανίας είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου και μονταρισμένη σχεδόν κατά το ήμισυ, αλλά η ολοκλήρωση του μοντάζ από τρίτους και η προβολή της στο κοινό έχουν χάσει τον δρόμο τους σε έναν λαβύρινθο νομικών προβλημάτων. Ολα ξεκίνησαν από την επιμονή του Ορσον Γουέλς να λειτουργεί ως παραγωγός του εαυτού του και να διαλέγει, από ανάγκη ή καπρίτσιο, τις πιο ανορθόδοξες οδούς χρηματοδότησης. Η εμπλοκή στο «Other Side of the Wind» του Ιρανού Μεχντί Μπουσερί, κουνιάδου του πρώην Σάχη, και οι αναποδιές που θα αντιμετωπίσει η εν λόγω οικογένεια μετά την επανάσταση του 1979 στο Ιράν, θα φυλακίσουν το υλικό της ταινίας στο Παρίσι, όπου ο Μπουσερί διατηρούσε την κινηματογραφική του εταιρεία. Από τότε και επί τρεις δεκαετίες, κι ενώ από το 1985 ο Ορσον δεν είναι πια εδώ, τα δικαιώματα του «Other Side» έχουν γίνει αντικείμενο μιας εξοντωτικής διαμάχης, στην οποία είναι απλώς αδύνατο να βγει άκρη. Μετά τον θάνατο του Μπουσερί το 2006, τα κυριότερα εμπόδια προβάλλει το ίδρυμα Γουέλς, του οποίου τη διαχείριση έχει αναλάβει η κόρη του σκηνοθέτη, Μπεατρίς.
Παράλληλα, ο άνθρωπος που πήρε το χρίσμα από τον ίδιο τον Γουέλς περιμένει καρτερικά να μπει στην αίθουσα του μοντάζ και να παρουσιάσει ό,τι πιο κοντινό στο ούτως ή άλλως άφθαστο όραμα του νεκρού δημιουργού. Πρόκειται για τον Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, σκηνοθέτη («The Last Picture Show»), ηθοποιό και κολλητό του Γουέλς. Σύμφωνα με τον ίδιο «Ο Ορσον μου είπε, αν κάτι μου συμβεί θα τελειώσεις εσύ την ταινία, έτσι δεν είναι; Ηταν ένα σπουδαίο κομπλιμέντο, αλλά και μια φριχτή στιγμή, επειδή μου ζητούσε να του παράσχω κάποια ασφάλεια. Πάνε 25 χρόνια από τον θάνατό του κι εγώ ακόμα προσπαθώ να ολοκληρώσω τη δουλειά που μου ανέθεσε. Είναι κάπως γκροτέσκ». Ακόμα και χωρίς τα νομικά αδιέξοδα, η αποστολή του Μπογκντάνοβιτς απαιτούσε ήδη πολλά κότσια: πώς να μοντάρεις την πιο σύνθετη αφηγηματικά ταινία του Γουέλς, με ένα σενάριο τρομακτικής πυκνότητας και μια κινηματογράφηση απίστευτα εξεζητημένη και τολμηρή, που μόνο εκείνος θα μπορούσε να στηρίξει; Πώς να μη συντριβείς κάτω από τη σκιά της ογκώδους ιδιοφυΐας με το πούρο; Ισως μια μέρα ο Μπογκντάνοβιτς να έχει την ευκαιρία να παίξει το χαρτί του όσο καλύτερα γίνεται, και μαζί του να πάρουμε επιτέλους μια γεύση από αυτό που μας περιμένει στην «Αλλη Πλευρά του Ανέμου».
Kωνσταντίνος Σαμαράς
DUNE, ΤΟΥ ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ ΓΙΟΝΤΟΡΟΦΣΚΙ
Στις 14 Δεκεμβρίου του 1984, το «Dune» του Ντέιβιντ Λιντς κάνει την έξοδό του στις αμερικανικές αίθουσες. Η εμπορική του δυναμική, «φιμωμένη». Και το κοινό που βγαίνει από τα multiplex, πλήρως απογοητευμένο από την ταινία που έχει μόλις δει. Με εξαίρεση ένα μικρό ποσοστό θεατών, φανατικών οπαδών του πρωτότυπου. Αυτοί κλαίνε για την ταινία που, τελικά, δεν είδαν ποτέ.
Ηταν το 1974, όταν ο Γάλλος παραγωγός Μισέλ Σεντού προσέφερε στον Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι την ευκαιρία να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ογκωδέστατο και θρυλικό «Dune», που ο Φρανκ Χέρμπερτ υπέγραψε το 1965 (και που, ακόμη και σήμερα, θεωρείται από πολλούς το καλύτερο sci-fi μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ). Ο Γιοντορόφσκι, φανατικός της επιστημονικής φαντασίας ο ίδιος, πρότεινε αμέσως στον παραγωγό του την ιδέα ενός κινηματογραφικού γεγονότος διάρκειας 10 ωρών. Το δε σάουντρακ θα υπέγραφαν οι Pink Floyd που τότε είχαν μόλις ηχογραφήσει το «Dark Side Of the Moon». Περιέργως, ο Σεντού συμφώνησε.
Το καστ περιελάμβανε τα ονόματα των Ορσον Γουελς, Μικ Τζάγκερ, Αλέν Ντελόν, Γκλόρια Σουάνσον (!) και Ντέιβιντ Καραντάιν. Στο καστ όμως υπήρχε και μια σημαντική έλλειψη: ποιος θα ενσάρκωνε τον αυτοκράτορα; Ο Γιοντορόφσκι έχει μόνο έναν στο μυαλό του: τον Σαλβαντόρ Νταλί! Κλείνει ραντεβού μαζί του, σε πολυτελές ξενοδοχείο, αλλά καθυστερεί πέντε λεπτά και ο Νταλί αποχωρεί. Τον συναντά δυο μέρες μετά. Ο Νταλί γνωρίζει ήδη τα πάντα για το βιβλίο και την πρόταση του Γιοντορόφσκι. Πρώτη του απαίτηση: να παίξει τον ρόλο του καθιστός σε μια τουαλέτα δικής του κατασκευής που θα αποτελείται από δυο δελφίνια – το ένα για «κατάθεση» ούρων, το άλλο για… καταλαβαίνετε. «Θα σε χρειαστώ για επτά μέρες», τον ενημερώνει ο σκηνοθέτης. «Α, κι ο Θεός τόσες χρειάστηκε», συμπληρώνει ο Νταλί, συνεχίζοντας: «Και καθότι είμαι και ο ίδιος ένας Θεός, απαιτώ 100.000 δολάρια ανά ώρα». Τελικά συμφωνούν σε μια συνολική αμοιβή 300.000 δολαρίων για δουλειά τριών ημερών. Αλλά και πάλι, ο Νταλί αρνείται να διαβάσει το σενάριο. «Οι ιδέες μου είναι καλύτερες από τις δικές σου», τονίζει στον Γιοντορόφσκι. Που του κάνει την ερώτηση-παγίδα: «Αν ήμουν πάμπλουτος ιδιώτης και σου ζητούσα να μου ζωγραφίσεις ό,τι θέλεις σε έναν οκτάγωνο καμβά, θα το έκανες;». «Βεβαίως», απαντά ο καλλιτέχνης. Και ο Γιοντορόφσκι τον «βουλώνει» ιδιοφυώς: «Δώσε μου την τέχνη σου λοιπόν, και άσε εμένα να ορίσω τη φόρμα»…
Αμέσως, ο σκηνοθέτης στήνει στο Παρίσι μια μονάδα παραγωγής και πιάνει δουλειά παρέα με τον φημισμένο σκιτσογράφο Μοέμπιους, τον Βρετανό ζωγράφο Κρις Φος και τον Ελβετό Χ.Ρ. Γκίγκερ. Τα ειδικά εφέ της ταινίας αναλαμβάνει ο Νταν Ο’ Μπάνον, ο οποίος θα κατέληγε σε ψυχιατρικό ίδρυμα με την κατάρρευση του project. Μέσα σ’ ένα χρόνο κι ενώ storyboards & σενάριο ήταν έτοιμα μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, η παραγωγή ξεμένει από λεφτά. Ο ίδιος ο Χέρμπερτ ταξιδεύει στο Παρίσι και ανακαλύπτει πως από τα 10 εκατομμύρια δολάρια του προϋπολογισμού, τα 2 έχουν ήδη ξοδευτεί στην προετοιμασία. Επίσης, σοκάρεται με το μέγεθος του σεναρίου, που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, θα οδηγούσε σε μια ταινία μεγαλύτερη από 14 ώρες («ήταν πιο χοντρό κι από τον Χρυσό Οδηγό» θα δηλώσει μετέπειτα).
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης πάντως δεν έγραψε το σενάριο, κλωθογυρίζοντας στο σπίτι του: «Για να μπορέσω να συλλάβω την τελική μεταμόρφωση στο φινάλε αναζήτησα τις συμβουλές πραγματικών αλχημιστών. Μπόρεσα να έρθω σε επαφή με πλάσματα αλλόκοτα – ένας εξ αυτών έμοιαζε πάνω από εκατό ετών, αλλά διέθετε ευκινησία εφήβου! – που ενθουσιάστηκαν με το πρωτότυπο βιβλίο και περιέγραψαν ακριβώς την εμπειρία τού να αλλάζεις μορφή και σώμα μέσω της αλχημείας. Για τον δε ανταρτοπόλεμο των Πολ και Φρέμεν εναντίον του Αυτοκράτορα, επικοινώνησα με σπουδαίο μαχητή που, με τις εμπειρίες του, μετέτρεψε τις σεναριακές μου ιδέες σε πολεμικό ρεαλισμό! Είχε πολεμήσει στη Βολιβία… στο Περού… στη Χιλή…».
Η οικονομική κατάρρευση του όλου project θα αναγκάσει τον Μισέλ Σεντού να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Χρειάζονται άλλωστε κι άλλα λεφτά για να ανανεωθούν τα πνευματικά δικαιώματα της παραγωγού εταιρείας επί του πρωτότυπου έργου, και αυτά δεν υπάρχουν. Ετσι, το βιβλίο καταλήγει στον Ντε Λαουρέντις. Ο Γιοντορόφσκι θυμάται: «Η εμπειρία του “Dune” άλλαξε τη ζωή μου. Και μένα, και όλων των συνεργατών μου. Μετά απ’ όλη την περιπέτεια μας, είδα ιδέες από τα storyboards που στήσαμε σε σκηνές του “Star Wars”. Για να γυρίσουν το “Αλιεν”, χρειάστηκαν την βοήθεια του Γκίγκερ και του Ο’ Μπάνον. Ξέρετε, δικαίωσα, για πρώτη φορά τον πατέρα μου. Που πεθαίνοντας μου είπε:” Γιε μου, σε αυτή τη ζωή θα θριαμβεύσεις μόνο όταν μάθεις πώς να αποτυγχάνεις…”.
Δυστυχώς, ποτέ δεν θα μάθουμε τι ταινία είχε στο μυαλό του ο Γιοντορόφσκι. Δυστυχώς, το ίδιο ισχύει και για τον Ντέιβιντ Λιντς.
Aκης Καπράνος
Διαβάστε για τις υπόλοιπες ταινίες του αφιερώματος (“Napoleon” του Κιούμπρικ, “Ronnie Rocket” του Λιντς, “Kaleidoscope” του Χίτσκοκ και πολλές άλλες) στο νέο τεύχος του ΣΙΝΕΜΑ που κυκλοφορεί στα περίπτερα.






