Από την Βασιλίσσης Σοφίας με το Μέγαρο Μουσικής, στη Συγγρού με τη νεόκοπη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, και από την περσινή, λαμπερή κι ενθουσιώδη τελετή σε μια εμφανώς πιο λιτή κι ελαφρώς ανοργάνωτη εκδοχή της, η βραδιά των δεύτερων Βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου χαρακτηρίστηκε κατά κύριο λόγο από την αμηχανία. Έχοντας ως διαρκές σημείο αναφοράς τον θάνατο του περσινού βραβευμένου για την κινηματογραφική του προσφορά Θανάση Βέγγου, η τελετή ξεκίνησε με μια μικρή καθυστέρηση, αφού οι λίστες με τα ονόματα και τις θέσεις των προσκεκλημένων δεν έφθασαν παρά λίγη ώρα πριν την επίσημη έναρξη, προκαλώντας έτσι μια μικρή αναστάτωση, που ευτυχώς δεν προκάλεσε έντονα παράπονα.
Η εκδήλωση, της οποίας θριαμβευτής αναδείχθηκε εκτός προγνωστικών ο Γιάννης Οικονομίδης με τον «Μαχαιροβγάλτη» του, άνοιξε με τις πολιτικώς ορθές ομιλίες του Προέδρου Τάσου Μπουλμέτη και του Υφυπουργού Πολιτισμού Τηλέμαχου Χυτήρη, απαριθμώντας τις ανθρώπινες απώλειες αλλά και τις επιτυχίες της Ακαδημίας και του ελληνικού σινεμά για τη χρονιά που πέρασε. Για τη θέσπιση μιας εκπαιδευτικής Ακαδημίας, ούτε λόγος στο πολιτικό κομμάτι της βραδιάς, ενώ οι μόνοι που τόνισαν την ανάγκη της κινηματογραφικής εκπαίδευσης ήταν οι Γιώργος Λάνθιμος και Αθηνά Τσαγγάρη, όταν ανέβηκαν στη σκηνή ως παρουσιαστής και ως βραβευμένη αντίστοιχα.
Οι παρουσιαστές Χρήστος Λούλης και Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, παρά τα κατά κύριο λόγο στεγνά αστεία που είχαν στο ότο-κιού, προσπάθησαν να δώσουν στην βραδιά έναν πιο χαλαρό κι ανεπιτήδευτο τόνο, καταφέρνοντας έτσι να μπαλώσουν διάφορες γκάφες και παραλείψεις, που έγιναν νωρίς και συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της εκδήλωσης: από την αμήχανη αυτο-παρουσίαση του Nτίνου Θεοδοσίου για το εξ ημισείας βραβείο των Ειδικών Εφέ από το οποίο έφυγε χωρίς το αγαλματάκι που είχε μόλις πάρει ο Νίκος Μουτσελός, μέχρι την βράβευση και των τριών υποψηφίων της κατηγορίας μοντάζ, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος προσπάθησε – επιτυχημένα τις περισσότερες φορές – να διακωμωδήσει την κατάσταση, ξεστρατίζοντας κι εκτός σεναρίου.
Τις εντυπώσεις, ωστόσο, κέρδισαν οι επιλογές των ξεχωριστών παρουσιαστών για τα βραβεία: ένας ταχυδακτυλουργός για τα Ειδικά Εφέ, η αστραφτερή Ζωζώ Σαπουντζάκη (που χειροκροτήθηκε θερμά) στο Μακιγιάζ, ο θρυλικός προβολατζής του Ιντεάλ, ο κύριος Λάζαρος, στα βραβεία Σκηνοθεσίας, αλλά και οι γονείς του σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, που απένειμαν το βραβείο Καλύτερης Ταινίας έδωσαν στην αμήχανη τελετή την ζωντάνια και το κέφι που της έλειπε, ξεσηκώνοντας σε στιγμές και το βαριεστημένο κοινό. Η απονομή του βραβείου Ήχου από τον κωφό ηθοποιό Απόστολο Γιαννόπουλο μετατράπηκε σε πολιτική έκκληση που βρήκε συμπαραστάτες στο συγκινημένο κοινό, όταν ζήτησε «ίση προσβασιμότητα σε όλες τις ταινίες». Από τις πιο πετυχημένες στιγμές της βραδιάς ήταν η παρουσίαση του Βραβείου Σεναρίου από έναν ψυχίατρο, ο οποίος ξεκίνησε την παρουσίασή του απευθυνόμενος στην πλατεία: «Εσείς τώρα νομίζετε ότι είστε κινηματογραφιστές…», για να τον διακόψουν γέλια και χειροκροτήματα πριν ολοκληρώσει την πρότασή του, «… αλλά μικρομηκάδες είμαστε όλοι μας κάθε βράδυ που ονειρευόμαστε». Στο ίδιο κλίμα, μεταξύ άβολου και χαλαρού, δόθηκε και το φετινό τιμητικό βραβείο στον Μιχάλη Κακκογιάνη από τον Αντώνη Καφετζόπουλο, με τα λόγια «Κύριε Κακογιάννη, respect». Πιο πριν, είχε προηγηθεί βίντεο με best-of από τις ταινίες του Κακογιάννη, στην μουσική υπόκρουση του οποίου περιέργως βρισκόταν η «Φαίδρα», από την ομώνυμη ταινία του Ζυλ Ντασέν.
Μελανό σημείο της βραδιάς ήταν η απουσία μεγάλου μέρους των βραβευθέντων, μεταξύ των οποίων και οι Γιάννης Οικονομίδης και Δημήτρης Ήμελλος («Απ’τα Κόκαλα Βγαλμένα»), για λογαριασμό των οποίων παρέλαβαν τα βραβεία οι Πάνος Παπαχατζής (παραγωγός της ταινίας) και Σωτήρης Γκορίτσας (σκηνοθέτης) αντίστοιχα, χωρίς όμως να συστηθούν στο κοινό, μέρος του οποίου παρακολούθησε την απονομή χωρίς επίγνωση του τι ακριβώς συμβαίνει επάνω στη σκηνή. Και παρά τη σαρωτική επικράτηση του «Μαχαιροβγάλτη», η ψήφος για την οσκαρική υποψηφιότητα δόθηκε ελαφρώς σουρεαλιστικά στο «Attenberg», το οποίο μέτρησε μονάχα ένα βραβείο, εκείνο της Αριάν Λαμπέντ στον Α’ Γυναικείο Ρόλο. Η τελευταία, εύθραυστη και συγκινητική, μας αφόπλισε με την ειλικρίνειά της: «To “Attenberg” μού άλλαξε τη ζωή». Απ' ό,τι φαίνεται δεν έκανε το ίδιο και για τους ψηφοφόρους της Ακαδημίας, οι οποίοι παρ' ότι εμφανώς θεώρησαν καλύτερο τον «Μαχαιροβγάλτη», αποφάσισαν τελικά να στείλουν ως εκπρόσωπο της χώρας στο εξωτερικό το φιλμ της Τσαγγάρη. Η ελληνική σχιζοφρένεια λοιπόν χτυπάει τώρα και την πόρτα του σινεμά, με διαχωρισμούς της λογικής «μέσα-έξω» και όχι βάσει των ίδιων κριτηρίων με τα οποία έγινε η υπόλοιπη ψηφοφορία.
Τι κι αν ο Τηλέμαχος Χυτήρης το πρόφερε «Ατένμπεργκ», την ώρα που του έδινε το οσκαρικό χρίσμα; Τι κι αν ο κινηματογραφικός νόμος, παρότι ψηφισμένος, παραμένει στα χαρτιά; Τα δεύτερα Βραβεία ΕΑΚ είναι γεγονός και, δια στόματος του Προέδρου της απαντώντας στον επιφυλακτικό Υφυπουργό, δεν χρειάζεται να δίνει εξετάσεις αξιοπιστίας από τη στιγμή που στον πρώτο χρόνο λειτουργία της έστειλε τον «Κυνόδοντα στα Όσκαρ». Η Ακαδημία είναι υπαρκτή, ζωντανή και έτοιμη να παλέψει για την ενίσχυση όσων έχει μέχρι τώρα πετύχει, με το πιο δυναμικό κομμάτι της ελληνικής κινηματογραφίας στο πλευρό της. Τα καλύτερα έπονται!
Φαίδρα Βόκαλη






