Είναι ένα ηλιόλουστο πρωινό στην Κρουαζέτ, ένα από τα πολλά που γνωρίζει τα τελευταία 64 χρόνια το Φεστιβάλ των Καννών, και δέκα δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο περιμένουμε σε μία από τις πριβέ βεράντες του Παλέ τον Λαρς φον Τρίερ και το καστ της «Μελαγχολίας» για τις πρώτες συνεντεύξεις μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας.
H τελευταία δουλειά του επαγγελματία προβοκάτορα από τη Δανία κάνει ζουμ στη Γη, λίγες μέρες πριν την καταστροφή της από την σύγκρουση με έναν πλανήτη που ονομάζεται Μελαγχολία. Κοιτάζοντας πίσω από την εμφανώς σαρκαστικά παιγνιώδη διάθεση του δημιουργού τής όταν επέλεγε το όνομα της αιτίας από την οποία θα καταστρεφόταν ο κόσμος, διαπιστώνουμε ότι στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα φιλμ προσεκτικά δομημένο πάνω σε αντιφάσεις: είναι μια αισιόδοξη ταινία (σχήμα οξύμωρο από μόνο του όταν μιλάμε για δουλειά του Τρίερ) για το τέλος του κόσμου. Όπως λέει χαρακτηριστικά ένας από τους πρωταγωνιστές, χωρίς να συνειδητοποιεί την αμφίπλευρη -γλωσσική και αφηγηματική- ειρωνεία που κρύβεται στα λόγια του: «η Μελαγχολία θα περάσει μπροστά από τα μάτια μας και θα είναι το πιο όμορφο θέαμα που είδαμε ποτέ». Εντάξει, πιθανόν να υπερβάλει λίγο, αλλά σίγουρα είναι η ομορφότερη ταινία στη φιλμογραφία του δημιουργού της.
Καθώς οι κάμερες στήνονται στη σειρά και όλοι αναμένουν τους διάσημους συντελεστές, η «Μελαγχολία» στριφογυρίζει στο μυαλό μου, μαζί με τα αλλόκοτα συμπτώματά της. Βγαίνοντας από την προβολή, οι περισσότεροι θεατές είχαμε ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματισμένο στα πρόσωπά μας – κάπως παράδοξο για μία ταινία που τελειώνει τόσο απόλυτα όσο αυτή. Γιατί – μη γελιέστε- στο τέλος της «Μελαγχολίας» όλοι πεθαίνουν. Οχι μόνο οι ζάμπλουτοι καλεσμένοι του ονειρεμένου γάμου της Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) με τον Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ) ή η αδερφή της Κλερ (Σαρλότ Γκένσμπουργκ). Και όχι μόνο κάθε άνθρωπος πάνω στη γη. Ο τεράστιος ξένος πλανήτης με το ελληνικό όνομα έρχεται για να συνθλίψει και το μικρότερο ίχνος ζωής, μαζί με κάθε ανάμνηση ύπαρξής της.
Πώς είναι δυνατόν τότε μετά τους τίτλους τέλους να δραπετεύει αισιοδοξία; Και πώς μπορεί ένας από τους μεγαλύτερους μηδενιστές της μεγάλης οθόνης να επέτρεψε να συμβεί κάτι τέτοιο; Η αλήθεια είναι ότι αυτή η ταινία είναι λιγότερο «τριερική» απ’ όλες όσες έχει γυρίσει ποτέ ο Δανός σκηνοθέτης, αφού μοιάζει να βγάζει τη γλώσσα σε όλα τα αλλοτινά πιστεύω του δημιουργού της: Καταρχήν, είναι οπτικά εξαίσια, φανερώνοντας στην κινηματογράφησή της μια έντονη εικαστική ανησυχία. Ο πάλαι ποτέ πρωτεργάτης του Δόγματος και θιασώτης των φυσικών συνθηκών γυρίσματος εδώ μεταφέρει με εμφανή τρόπο στον θεατή την πρόθεσή του να ανακαλέσει την αισθητική του γερμανικού ρομαντισμού, ενσωματώνοντας τον πίνακα του Μπρέγκελ «Κυνηγοί στο Χιόνι» ή χρησιμοποιώντας τον «Τριστάνο και την Ιζόλδη» του Βάγκνερ στο σάουντρακ.
Και οι διαπολιτιστικές αναφορές δεν σταματούν εδώ: η «Οφηλία» του ζωγράφου Μιλέ κερδίζει την δραματοποίησή της ενώ τα σινεφίλ σχόλια ποικίλουν από το «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» μέχρι τα φιλμ του Λουκίνο Βισκόντι. Επιπλέον, ο γνωστός κυνισμός του σκηνοθέτη δεν είναι απών -πώς θα μπορούσε, όταν καταδικάζει όλη την ανθρωπότητα στον πλήρη αφανισμό- ωστόσο φαίνεται αρκετά πιο αμβλυμένος σε σχέση με τη συμπάθεια που δείχνει στις δύο ηρωίδες του και τον τρόπο με τον οποίο της τοποθετεί απέναντι στον αναμενόμενο θάνατο. Οι ίδιες και ο Τρίερ μπορούν να φωτίσουν καλύτερα το αίνιγμα «Μελαγχολία».
Φαίδρα Βόκαλη
Διαβάστε τις συνεντεύξεις που έδωσαν στον Ορέστη Ανδρεαδάκη και τη Φαίδρα Βόκαλη οι Κίρστεν Ντανστ, Σαρλότ Γκενσμπούργκ και Λαρς φον Τρίερ, στο Περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ που κυκλοφορεί στις 9 Σεπτεμβρίου.






