Η σχέση ανάμεσα στην πόλη και τον κινηματογράφο αρχίζει να απασχολεί όλο και περισσότερο την ακαδημαϊκή μελέτη, που βρίσκει γόνιμο έδαφος για έρευνα όχι μόνο στην ανάλυση των κινηματογραφικών πόλεων (πώς αυτές, δηλαδή, απεικονίζονται στις ταινίες και τι σημαίνει αυτή η απεικόνιση με τη σειρά της για το ίδιο το έργο) και το ρόλο της πόλης στην ανάπτυξη του κινηματογραφικού μέσου, αλλά και τα συμπεράσματα που μπορούν να βγουν από αυτήν την ανάλυση σχετικά με το διαρκώς μεταβαλλόμενο αστικό τοπίο.
Η συλλογή κειμένων με τον τίτλο «Πόλη και Κινηματογράφος: Θεωρητικές και Μεθοδολογικές Προσεγγίσεις» επιχειρεί να θίξει κάποια από τα ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη αυτή – μιλήσαμε για κάποια από αυτά με την ακαδημαϊκό Ειρήνη Σηφάκη, που έχει επιμεληθεί την έκδοση της συλλογής, μαζί με την Άννα Πούπου και την Αφροδίτη Νικολαΐδου.
Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό το νέο διεπιστημονικό πεδίο; Πιστεύετε ότι είναι μια πτυχή που γίνεται όλο και πιο επίκαιρη ή είναι κάτι που θα έπρεπε να είχε καλυφθεί εδώ και καιρό από την ακαδημαϊκή μελέτη;
Η απόφασή μας να ασχοληθούμε με την έκδοση του συλλογικού αυτού τόμου, προέκυψε στην ουσία μέσα από τις κοινές αναζητήσεις, συζητήσεις και προβληματισμούς γύρω από τη σχέση πόλης και κινηματογράφου. Τόσο εγώ, όσο και η Άννα Πούπου και η Αφροδίτη Νικολαΐδου ασχολούμαστε ερευνητικά εδώ και χρόνια με διαφορετικές πτυχές του θέματος και μέσα από τη συνεργασία αυτή θέλαμε να αναδείξουμε το εύρος αυτού του νέου αυτού διεπιστημονικού πεδίου που καταγράφεται με μεγάλη δυναμική στη διεθνή βιβλιογραφία.
Μπορεί η ανάλυση των κινηματογραφικών πόλεων να συμβάλει στην μελέτη των πραγματικών πόλεων και των κοινωνικών αλλαγών σε αυτές;
Νομίζω ότι όσον αφορά τη δουλειά μας, αυτό είναι εν μέρει και το ζητούμενο. Ο κινηματογράφος εμπνέεται αναμφισβήτητα από την πραγματικότητα και την ανακατασκευάζει, προβάλλοντας πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα στις αναταραχές που ζούμε τους τελευταίους μήνες, βλέπουμε ότι οι πόλεις και η εικόνα τους χρησιμοποιείται από διαφορετικές ομάδες και δυνάμεις για την άρθρωση διαφορετικών και αντιφατικών λόγων (η πόλη είτε ως τόπος διεκδικήσεων, η πόλη της προπαγάνδας, η φλεγόμενη πόλη, η πόλη της εξαθλίωσης, η πόλη-μνημείο, η πόλη-θέαμα). Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού είναι δυσδιάκριτα και εξαρτώνται από τις όψεις και τις εικόνες που θα επιλέξει ο καθένας να δει ή να προβάλει. Βλέπουμε επίσης ότι ακόμη και σε επίπεδο αναπαράστασης, οι εικόνες μια πόλης που «βουλιάζει» ενοχλούν, σοκάρουν και τελικά απαγορεύονται (αναφέρομαι στο απαγορευμένο βίντεο του Γιώργου Ζώη για την Μπιενάλε της Αθήνας). Νομίζω στο σημείο αυτό θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια πώς οι νέοι κινηματογραφιστές θα μιλήσουν και θα αποδώσουν την πόλη του σήμερα και τις συνταρακτικές αλλαγές που συντελούνται σ’αυτή.
Εκτός από την επιμέλεια του βιβλίου, έχετε συμμετάσχει σε αυτό και με ένα άρθρο, σχετικά με την κοινωνική εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο θέμα; Πιστεύετε ότι είναι κάτι που δεν έχει τύχει της προσοχής που του ταιριάζει;
Η σχέση της κινηματογραφικής αίθουσας με το κοινό της είναι ένα ζήτημα που με κεντρίζει ερευνητικά εδώ και χρόνια. Στην Ελλάδα δυστυχώς για διάφορους λόγους (που σχετίζονται με την ερευνητική πραγματικότητα) οι αίθουσες δεν έχουν αποτελέσει πεδίο συστηματικής μελέτης, ενώ σε διεθνές επίπεδο ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία βλέπουμε πλήθος συνεδρίων, εκδόσεων, ερευνητικών προγραμμάτων να ενδιαφέρονται για τα ιστορικά κοινά και τις συνθήκες θέασης και προβολής για παράδειγμα σε μια μικρή πόλη στην Νότινγχαμ τη δεκαετία του 50, στην Κωνσταντινούπολη του 20, στα μαύρα θέατρα στο Νότο των ΗΠΑ ή σε ένα ελληνικό (διασπορικό) κινηματογράφο στη Μελβούρνη μέσα σε μια προσπάθεια ανασύστασης της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας.
Πιστεύετε ότι αυτή η εμπειρία είναι ακόμα πιο επίκαιρη, τώρα που τα σινεμά αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο του home entertainment;
Η καταγραφή και η μελέτη αυτών των διαφορετικών εκφράσεων της κοινωνικής ζωής είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα σήμερα που οι περισσότερες από τις ιστορικές αίθουσες του κέντρου δεν υπάρχουν πια, οι θερινοί κινηματογράφοι τείνουν να εξαφανιστούν και οι κινηματογραφικές συνήθειες αφομοιώνονται όλο και περισσότερο από τις παγκόσμιες πρακτικές θέασης (όπως τα μούλτιπλεξ, το downoloading, κλπ… Ως μέρος της πολιτισμικής ιστορίας, οφείλουμε να διασώσουμε την κοινωνική ιστορία των αιθουσών αυτών. Η μνημειακότητα των κινηματογραφικών αιθουσών δε σχετίζεται μόνο με την ιστορικότητα των κτιρίων (όπως πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν μετά από την πρόσφατη καταστροφή του Αττικόν) αλλά με την καθημερινότητα και τις μνήμες χιλιάδων ανθρώπων που είχαν συνδέσει θραύσματα της ζωής τους με τις ταινίες που προβάλλονταν σε αυτές. Αυτή η μνήμη των αισθήσεων είναι εξίσου σημαντικό να διασωθεί κατά τη γνώμη μου.
Επίσης ενδιαφέρον είναι το άρθρο για τη σχέση των κινηματογραφικών φεστιβάλ με τις πόλεις στις οποίες πραγματοποιούνται. Είναι αυτή η σχέση μόνο οικονομική, πιστεύετε;
Σαφώς και δεν είναι μόνο οικονομική η σχέση αυτή. Ο Julian Stringer που έχει γράψει το κεφάλαιο αυτό, αναδεικνύει μια πλειάδα παραγόντων που καθορίζουν τη σχέση των κινηματογραφικών φεστιβάλ με τις πόλεις που τα φιλοξενούν. Κυρίως αυτό που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι νομίζω ότι τα Φεστιβάλ αποτελούν σημαντικούς τόπους ζυμώσεων (για τους δημιουργούς, τους κριτικούς αλλά και την παγκόσμια βιομηχανία του θεάματος) διεκδικώντας παράλληλα μια ιδιαίτερη αίσθηση ταυτότητας και κοινότητας που θα τα καταστήσει ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά των εικόνων…
Χριστίνα Λιάπη
Το βιβλίο «Πόλη και Κινηματογράφος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.






