Ζώντας πια μόνο σε παλιές φωτογραφίες και κινηματογραφικές ταινίες, η Ελλάδα της δεκαετίας του '50, του '60 και του '70, και κυρίως οι πόλεις της, ζωντανεύουν ξανά στο βιβλίο της Αγγελικής Μυλωνάκη, «Από τις αυλές στα σαλόνια», μια μελέτη που ασχολείται με την απεικόνιση των αστικών χώρων στον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής και πώς αυτή η απεικόνιση έχει διαμορφώσει και την δική μας εικόνα για αυτούς.
Τα γραφικά στενά της Πλάκας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές του κέντρου, τα νεοκλασικά αθηναϊκά σπίτια, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλλα, το Μοναστηράκι, οι προσφυγικές συνοικίες, τα εξοχικά προάστια της Κηφισιάς και του Αμαρουσίου: η συγγραφέας ερευνά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην κινηματογραφική εκδοχή αυτών των προσώπων των μεταπολεμικών και υπό καθεστώς συνεχών ζυμώσεων πόλεων, και την ιστορική πραγματικότητα, μεσά από δώδεκα δημοφιλείς ταινίες της εποχής.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για αυτό το βιβλίο και γιατί επιλέξατε τις συγκεκριμένες δεκαετίες;
Η έρευνα, που οδήγησε στην έκδοση του βιβλίου, ξεκίνησε πριν από 12 χρόνια, στο πλαίσιο της εκπόνησης του διδακτορικού μου στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η χρονική απόσταση που μεσολάβησε από την πρώτη γραφή βοήθησε, ώστε να ωριμάσουν στο μυαλό μου σκέψεις και κείμενα. Έτσι, αποφάσισα να επιστρέψω στην αρχική μου μελέτη, να ξαναδουλέψω τη διατριβή μου και στη συνέχεια να αναζητήσω εκδότη για μια επικαιροποιημένη και διορθωμένη εκδοχή της.
Ερευνητικά, με ενδιέφερε εξαρχής το πεδίο των πολιτισμικών σπουδών και, ιδιαίτερα ο δημοφιλής κινηματογράφος, που στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρξε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (1950-1970) το πλέον επιδραστικό και διαχρονικό οπτικοακουστικό ΜΜΕ της ελληνικής κοινωνίας.
Έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι στις δεκαετίες που μελετάτε η επιρροή της τηλεόρασης ήταν ακόμα μικρή και αντίστοιχα αυτή του κινηματογράφου ακόμα σημαντική;
Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, διότι προηγήθηκε της τηλεόρασης –όχι μόνο χρονικά, αλλά σε εμβέλεια και μαζικότητα. Οι ελληνικές ταινίες λειτούργησαν ουσιαστικά ως η τηλεόραση της εποχής τους. Κατά συνέπεια, ο ελληνικός κινηματογράφος μεταπολεμικά δεν είναι μόνο ένα εμπορικό προϊόν, αλλά και ένα πολιτισμικό κείμενο, που αξίζει της προσοχής των ερευνητών, διότι αντανακλά τη μαζική κουλτούρα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Σε ό,τι με αφορά, επέλεξα να μελετήσω ένα από τα πιο ξεχωριστά, κατά την άποψή μου, γνωρίσματα των ελληνικών ταινιών: τον αστικό τους χαρακτήρα, δηλαδή το μεγάλο ενδιαφέρον τους για τον αστικό χώρο, αρχικά για την πόλη και αργότερα για την κατοικία, το οποίο απηχεί την αστικοποίηση της νεοελληνικής κοινωνίας της εποχής και την απότομη μεταμόρφωσή της από αγροτική σε αστική.
Με ποιο κριτήριο επιλέξατε τις ταινίες και τι ακριβώς ψάχνατε με την ανάλυσή των εικόνων τους;
Τα κριτήρια επιλογής για τις δώδεκα ταινίες που έχουν επιλεγεί, ήταν η αντιπροσωπευτικότητα των ταινιών απέναντι στο κεντρικό ζήτημα των κινηματογραφικών αναπαραστάσεων του αστικού χώρου. Η τελική επιλογή των ταινιών πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια ενός συνδυασμού κριτηρίων, που αφορούν: στη συμβολική παρουσία των τριών βασικών αναπαραστατικών μοτίβων του αστικού ιδεώδους (πόλη-γειτονιά-κατοικία) στους σκηνικούς χώρους της κινηματογραφικής αφήγησης, εξετάζοντας και επιμέρους παραμέτρους (όπως η συχνότητα εμφάνισης, η επανάληψη, η συρροή, η αντίθεση και η τυποποίηση των χωρικών απεικονίσεων)• στην ιδεολογική συνάφεια των προβαλλόμενων χώρων με τα κυρίαρχα ιδεολογικά δίπολα «παράδοση-νεωτερικότητα» και «δημόσιο-ιδιωτικό»• στην εμπορική απήχηση κάθε ταινίας του δείγματος στην εποχή παραγωγής και προβολής της, που επιβεβαιώνει την ένταξή της στο σώμα του δημοφιλούς κινηματογράφου, αλλά και τη διάδοση των εικόνων της στο μαζικό κοινό.
Κάθε μια από τις 12 ταινίες αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του βιβλίου, που αναπτύσσει μια συγκεκριμένη οπτική για τον αστικό χώρο στον κινηματογράφο. Ο «Μεθύστακας» λ.χ. αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αστικής ηθογραφίας στον ελληνικό κινηματογράφο, ενώ «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» προδιαγράφει το τέλος της γειτονιάς στην κινηματογραφική αφήγηση.
Βρίσκετε ότι υπάρχει ένα στίγμα σε ό,τι αφορά τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής, και όχι μόνο, και την ακαδημαϊκή ανάλυσή του;
Εκείνο που υπάρχει ως αίσθηση είναι μια προκατάληψη απέναντι στην έρευνα για τον εμπορικό κινηματογραφικό, που αντιμετωπίζεται συχνά αξιολογικά ως υποδεέστερο πολιτισμικό προϊόν και όχι επιστημονικά. Στην Ελλάδα έχουμε ερευνήσει ελάχιστα την ιστορία της εθνικής μας κινηματογραφίας στο σύνολό της για πολλούς και διάφορους λόγους, που ξεπερνούν τα περιθώρια αυτής της συνέντευξης. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να απενοχοποιήσουμε τη μελέτη του εμπορικού κινηματογράφου, προκειμένου να αναζητήσουμε την κοινωνική και πολιτισμική σημασία του και να εξετάσουμε με σοβαρότητα και επιστημονική τεκμηρίωση την ιστορία του –όποια κι αν είναι αυτή. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται άρνηση απέναντι στα ιδεολογικά φορτία, στους εξωραϊσμούς και στις απλουστεύσεις της πραγματικότητας, που συχνότατα επιχειρεί ο δημοφιλής κινηματογράφος, ο οποίος παραμένει βαθύτατα λαϊκός και φύσει ψυχαγωγικός. Το αντίθετο θα έλεγα. Καθετί που προβάλλεται, όπως και καθετί που αποσιωπάται ή υπονομεύεται στις ελληνικές ταινίες, έχει τη σημασία του –κι αυτήν καλούμαστε να ερευνήσουμε και να ερμηνεύσουμε με κριτική ματιά.
Δεδομένης της τάσης του εμπορικού κινηματογράφου για την απεικόνιση μιας μοντέρνας πόλης, είναι σωστό να θεωρούμε ότι ο εμπορικός κινηματογράφος μάς δίνει μια κάπως διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικής κατάστασης της τότε Αθήνας ή έστω κατασκευάζει μια ιδανική εικόνα της;
Κάθε κινηματογραφική εικόνα συνιστά κατασκευή, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ταινίες μυθοπλασίας, που ακολουθούν το κλασικό μοντέλο αφήγησης, όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των ελληνικών ταινιών του ’50 και του ’60. Ο ελληνικός κινηματογράφος, όπως και κάθε δημοφιλής κινηματογράφος, παρακολουθεί και αποτυπώνει τις κοινωνικές, αναπαριστώντας τη δική του εκδοχή για την πραγματικότητα. Από κει και πέρα, όπως επισημαίνει ο Μαρκ Φερο στο κλασικό έργο του «Κινηματογράφος και ιστορία», «ο κινηματογράφος είναι δέσμιος της εποχής του κι αυτό τον κάνει ντοκουμέντο της».
Οι κινηματογραφικές εικόνες της Αθήνας είναι συμβολικά και ιδεολογικά φορτισμένες. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Ο αστικός εκσυγχρονισμός είναι το κυρίαρχο αξιακό μοντέλο στη μεταπολεμική Ελλάδα που, μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες, βιώνει αλλεπάλληλες αλλαγές των αστικών συνθηκών (πληθυσμιακή διόγκωση λόγω εσωτερικής μετανάστευσης, εντατική ανοικοδόμηση μέσω της αντιπαροχής, μαζικοποίηση του οικιστικού προτύπου και εμπορευματοποίηση της κατοικίας). Οι αλλαγές αυτές οδηγούν τη νεοελληνική κοινωνία σε πρωτόγνωρες όσο και ανατρεπτικές μεταλλάξεις, που υπαγορεύουν μια απότομη μετάβαση «από τις αυλές στα σαλόνια» (στροφή του ενδιαφέροντος από το δημόσιο χώρο της πόλης και της γειτονιάς στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος, μετάβαση από το αγροτικό στο αστικό πρότυπο, μικροαστικοποίηση του πληθυσμού, αλλαγή των οικογενειακών και έμφυλων σχέσεων κ.ά.).
Πέρα από την αισθητική ή την ιδεολογία που εκπέμπουν, οι κινηματογραφικές εικόνες για την Αθήνα αποκαλύπτουν τη δυναμική του ελληνικού κινηματογράφου ως ενός μεγάλου καμβά πολιτισμικής γραφής. Οι ελληνικές ταινίες συνιστούν μια ευαίσθητη επιφάνεια εγγραφής των πολιτισμικών και κοινωνικών μετασχηματισμών της Αθήνας σε μια περίοδο αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων της φυσιογνωμίας της πόλης. Ταυτόχρονα, οι ταινίες συμβάλλουν ως πολιτισμικός καταλύτης στις αλλαγές αυτές, εμφυσώντας στους θεατές πρότυπα και συμπεριφορές για τη ζωή στην πόλη.
Τέλος, μιλήστε μας για τα πλάνα σας σχετικά με την δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ με βάση το βιβλίο σας. Τι ελπίζετε να προσθέσει στα επιχειρήματά σας οι εικόνες από τις ταινίες;
Αυτό τον καιρό ολοκληρώνω το σενάριο ενός ημίωρου ντοκιμαντέρ, ομότιτλου με το βιβλίο, που έχει ως στόχο να οπτικοποιήσει την έκδοση και να την καταστήσει προσβάσιμη στο ευρύτερο κοινό. Θεωρώ ότι η αμεσότητα και η οικειότητα της κινηματογραφικής εικόνας, σε συνδυασμό με τους ευρηματικούς διαλόγους των ελληνικών ταινιών, θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά με την επιστημονική ανάλυση. Το σίγουρο, προς το παρόν, είναι πως το ντοκιμαντέρ θα είναι έτοιμο το Μάιο προκειμένου να προβληθεί στην 9η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη (24-27 Μαΐου 2012).
Χριστίνα Λιάπη
Το βιβλίο «Από τις αυλές στα σαλόνια. Εικόνες του αστικού χώρου στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο:1950-1970» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press.






