• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Οι βρικόλακες στον κινηματογράφο

18 Μάι 2012 | Θέματα | 0 comments

Με αφορμή την κυκλοφορία του «Dark Shadows» στους κινηματογράφους, δείτε πώς ξεκίνησε το κινηματογραφικό ταξίδι των βρικολάκων και πώς εξελίχθηκε μέσα στις δεκαετίες.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αποτρόπαιον τέρας, γλοιώδης γέρος, οργισμένος πολεμιστής, νυκτόβιος Δον ζουάν, λυκάνθρωπος, νυχτερίδα, αιθάλη, ρομαντικός και τραγικός ήρωας. Από τις δοξασίες περί βαμπίρ στο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόουκερ, από το «Νοσφεράτου» στο Μπέλα Λουγκόζι και τον Κρίστοφερ Λι, η μορφή του Δράκουλα ενέπνευσε μερικές από τις ωραιότερες ταινίες τρόμου. Με αφορμή την κυκλοφορία του «Dark Shadows» στους κινηματογράφους, δείτε πώς ξεκίνησε το κινηματογραφικό ταξίδι των βρικολάκων και πώς εξελίχθηκε μέσα στις δεκαετίες.

Το 1921 ο σεναριογράφος Χένρικ Γκάλεεν και ο σκηνοθέτης Μουρνάου έγραψαν την πρώτη κινηματογραφική διασκευή του «Δράκουλα», μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ, χωρίς όμως να καταφέρουν να έχουν τη σχετική άδεια της χήρας του συγγραφέα. Έτσι, για το «Νοσφεράτου» (1922), αναγκάστηκαν να κάνουν ορισμένες αλλαγές στο κείμενο, κυρίως στις ονομασίες των ηρώων και την τοποθεσία: η Αγγλία εξαφανίστηκε παντελώς για να μείνει ως μοναδικός χώρος δράσης η γερμανική πόλη του Βίμποργκ και η Τρανσυλβανία – ο πολιτισμός και το πραγματικό από τη μία, το φανταστικό και το δαιμονικό από την άλλη.

Αν και ο Μουρνάου μένει πιστός στις γενικές γραμμές του μυθιστορήματος, επιφέρει μια σημαντική αλλαγή στο τέλος: ο Νοσφεράτου πεθαίνει από το φως της ημέρας, προδομένος από το ερωτικό του πάθος για την Έλεν, η οποία με δόλο τον τράβηξε στο προσκέφαλό της και τον κράτησε κοντά της, ώσπου να λαλήσει ο κόκορας, αφήνοντάς τον να της πιει το αίμα σε μια ιεροτελεστία καθαρά σεξουαλική. Η ιδέα πως ο βρικόλακας πεθαίνει από το φως της ημέρας είναι καθαρά επινόηση του Μουρνάου. Δεν τη συναντάμε ούτε στις φολκλορικές ιστορίες περί βρικολάκων ούτε στον Στόουκερ, ο οποίος απλά λέει ότι ο βρικόλακας είναι ανήμπορος την ημέρα, γιατί χάνει ένα μέρος από τη σατανική δύναμή του. Η ιδέα αυτή ωστόσο πέρασε για τα καλά στη συνείδηση του κοινού και ξαναχρησιμοποιήθηκε με πολύ εντυπωσιακά δραματουργικά αποτελέσματα σε μετέπειτα δημιουργίες.

Σε θεατρική διασκευή του 1925 στηρίζεται ο «Dracula» (1931) του Τοντ Μπράουινγκ, που η τεράστια επιτυχία του σήμανε τη «χρυσή εποχή του φανταστικού» της δεκαετίας του '30. Δέσμια των θεατρικών συμβάσεων, η ταινία του Μπράουινγκ έχει πολλούς διαλόγους κι ελάχιστες στιγμές τρόμου. Η μεγαλύτερη καινοτομία, ωστόσο, σε σχέση με τη μυθιστόρημα είναι η παρουσίαση του Δράκουλα ως δανδή αριστοκράτη, ουγγρικής καταγωγής, που συμπεριφέρεται ως ένας νυκτόβιος Δον Ζουάν. Η συνεχής παρουσία του στο προσκήνιο της δράσης αφαιρεί από την ταινία το στοιχείο της έκπληξης, ακόμα και του τρόμου, επέτρεψε όμως στον ηθοποιό που τον ενσάρκωσε να επιβληθεί στη συνείδηση του κοινου ως ο “γνήσιος” Δράκουλας.

Μετά το θάνατο του Λον Τσάνεϊ για τον οποίο προοριζόταν ο ρόλος, η Universal στράφηκε στον Μπέλα Λουγκόζι, ο οποίος είχε ενσαρκώσει τον ίδιο στο θέατρο. Με την επιβλητική αριστοκρατική στολή του, τη μαύρη κάπα, το διαπεραστικό βλέμμα και την ουγγρική προφορά του, ο Λουγκόζι έδωσε ανθρώπινη υπόσταση στο βρικόλακα των Καρπαθίων και ταύτισε το όνομά του με τον ήρωα του Στόουκερ. Μια ταύτιση που ξεπέρασε τα όρια του θεάματος, αν αναλογιστούμε ότι στο τέλος της ζωής του, σχιζοφρενής πλέον, ο Λουγκόζι πίστευε ότι ήταν στην πραγματικότητα ο κόμης Δράκουλας!

Ο Μπέλα Λουγκόζι θα ενσαρκώσει πολλούς βρικόλακες στη μετέπειτα καριέρα του, όχι όμως και τον κόμη Δράκουλα. Ο ανέκφραστος Λον Τσάνεϊ Τζούνιορ θα αφήσει μια κακή ανάμνηση στο «Γιο του Δράκουλα» (1942) του Ρόμπερτ Σιόντμακ, ενώ λίγο πιο τυχερός θα σταθεί ο Τζον Κάρανταϊν, ο οποίος θα ενσαρκώσει τον κόμη Δράκουλα στις σχεδόν ημιπαρωδικές ταινίες του Ερλ Κέντον «Το Σπίτι του Φρανκεστάιν» (1944) και «Το Σπίτι του Δράκουλα» (1945), όπως και σε μια τηλεοπτική εκδοχή το 1956. Κανείς τους, ωστόσο, δε θα μπορέσει να συγκριθεί με τη ζωώδη, σαδιστική και ταυτόχρονα ερωτικά υποβλητική μορφή του Κρίστοφερ Λι, ο οποίος εδώ και 35 χρόνια παραμένει ο αδιαφιλονίκητος Πρίγκιπας του Σκότους.

Όπως ο «Dracula» του Τοντ Μπράουνινγκ συνέβαλε στην ανάπτυξη της “χρυσής εποχής του φανταστικου”, έτσι κι ο «Βρικόλακας των Καρπαθίων» (1958) του Τέρενς Φίσερ σηματοδοτεί το απόγειο της γοτθικής ταινίας τρόμου, όπως θα ονομαστεί η αγγλική σχολή του φανταστικού στα τέλη του '50 (πίσω από την οποία βρίσκεται η εταιρεία Hammer). Ο σεναριογράφος Τζίμι Σάνγκστερ κράτησε την ουσία του μυθιστορήματος του Στόουκερ, επιφέροντας ταυτόχρονα ουσιαστικές αλλαγές: η δράση περιορίζεται στην επαρχιακή Αγγλία, ο κόμης είναι γέννημα-θρέμμα της έκπτωτης βρετανικής αριστοκρατίας, κεντρικός ήρωας αναδεικνύεται ο Βαν Χέλσινγκ, ο μονομανιακός διώκτης βρικολάκων κτλ. Ο κόμης Δράκουλας ύστερα από μια εντυπωσιακή εμφάνιση στον πρόλογο, περιορίζεται σε σποραδικές, αλλά γεμάτες δέος και φρίκη εμφανίσεις, που δικαιολογούν απόλυτα τον αμερικάνικο τίτλο της ταινίας «Horror of Dracula». Ο Κρίστοφερ Λι έδωσε στον κόμη τη σαδιστική χροιά που απουσίαζε από τον Μπέλα Λουγκόζι, διατηρώντας ταυτόχρονα την κτηνώδη, ζωική διάσταση διάσταση της βαμπιρικής υπόστασής του. Για πρώτη φορά βλέπουμε τους περίφημους κυνόδοντες του βρικόλακα και το νεκροζώντανο πρόσωπό του στο φέρετρο να είναι γεμάτο από αίμα. Ωστόσο, ο τρόπος που πλησιάζει ο κόμης τα γυναικεία θύματά του είναι καθαρά ερωτικός: To δάγκωμα του βρικόλακα στο λαιμό γίνεται ένα καθαρό υποκατάστατο της σεξουαλικής πράξης, για τη δίψα της οποίας ο Δράκουλας θα οδηγηθεί στο θάνατο. Με λιτή αλλά ουσιώδη σκηνοθεσία, την έντονη δράση, τα πλαστικά κάδρα, την υποβλητική μουσική και κυρίως την αξέχαστη παρουσία του Κρίστοφερ Λι, ο «Βρικόλακας των Καρπαθίων» θεωρείται δικαιλογημένα η καλύτερη ταινία πάνω στο μύθο του κόμη Δράκουλα.

Ο Πίτερ Κάσινγκ θα ενσαρκώσει ξανά τον Βαν Χέλσινγκ στο «Τhe Brides of Dracula» (1960) του Τέρενς Φίσερ, όπου όμως ο Κρίστοφερ Λι αρνείται να εμφανιστεί. Οι αντιρρήσεις του θα καμφθούν το 1965, όταν με το «Dracula, Prince of Darkness» και πάλι του Τέρενς Φίσερ, θα ξεκινήσει μια νέα σειρά βαμπιρικών ταινιών, οι οποίες όμως δεν έχουν καμιά σχέση με το βιβλίο του Στόουκερ. Αυτή που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η ταινία του Φρέντι Φράνσις «Dracula Has Risen of the Grave» (1968), όπου τονίζεται ακόμα εντονότερα η ερωτική φύση του βαμπίρ. Στις υπόλοιπες, όμως, ταινίες της σειράς η φιγούρα του Δράκουλα γίνεται όλο και πιο περιθωριακή, για να αγγίξει τα όρια της αυτοπαρωδίας στο Dracula AD 1972, που διεξάγεται στη σύγχρονη εποχή.

Το 1970 ο Κρίστοφερ Λι θα ενσαρκώσει ξανά τον κόμη Δράκουλα στην ιταλοϊσπανογερμανική παραγωγή του Τζες Φράνκο «El Conde Dracula», που φημίζεται ότι αποτελεί την πικρότερη εκδοχή του βιβλίου του Στόουκερ. Όμως η ταινία είναι πιστή ως προς τη δράση του μυθιστορήματος (με εξαίρεση την αντικατάσταση του βικτοριανού Λονδίνου από τη Βουδαπέστη) και όχι ως προς το πνεύμα του Στόουκερ. Θυμίζει μάλιστα σε πολλά σημεία τη θεατρική διασκευή με τους γκροτέσκ διαλόγους ανάμεσα στον Κρίστοφερ Λι και τον Χέρμπερτ Λομ (Βαν Χέλσινγκ) ή τις σκηνές όπου ο κόμης Δράκουλας περιφέρεται στους δρόμους της Βουδαπέστης ως κοινός θνητός. Ο Κρίστοφερ Λι, με τη γέρικη εμφάνιση και το παχύ μουστάκι, είναι αρκετά κοντά στο πρότυπο του Στόουκερ, παίζει όμως μονδιάστατο το ρόλο του και δεν καταφέρνει να δημιουργήσει τα ίδια ρίγη τρόμου και δέους όπως στο Βρικόλακα των Καρπαθίων του Φίσερ.

Δείγμα της εξέλιξης των καιρών και των νέων αντιλήψεων που έχουν κρατήσει στη μυθολογία του σινεμά του φανταστικού, ο κόμης Δράκουλας που ενσαρκώνει ο κλάους Κίνσκι στο «Νοσφεράτου» (1978) του Βέρνερ Χέρτζοκ δεν έχει τίποτα το τρομακτικό επάνω του, εκτός ίσως από την όψη του, που παραπέμπει στον Μαρξ Σρεκ του πρώτου «Νοσφεράτου». Ο Χέρτζοκ κοπιάρει σε εκνευριστικό βαθμό πολλά πλάνα από την ταινία του Μουρνάου, ο προβληματισμός του όμως είναι εντελώς άλλος. Ο Νοσφεράτου δεν ενσαρκώνει πλέον το κακό, αλλά τη διαφορά, όπως όλοι οι τραγικοί ήρωες του Χέρτζοκ. Το πρόβλημά του είναι καθαρά πρόβλημα επικοινωνίας και, όπως ο Αγκίρε, μιλά με περίεργους μονόλογους, που κάνουν πηδήματα και λεκτικά χάσματα. Η συμπεριφορά του είναι εντελώς απρόσμενη και δημιουργεί το αθέλητο γέλιο του θεατή όταν, για παράδειγμα μπαίνει στο δωμάτιο της Ιζαμπέλ Ατζανί (Λούσι), αλλά αντί να τη δαγκάσει κάθεται και συνομιλεί μαζί της. Όχι από τις καλύτερες στιγμές του Χέρτζοκ, ο Νοσφεράτου του 1978 προχώρησε στα άκρα την εικόνα του τραγικού και ρομαντικού βρικόλακα, τον οποίο μπορούμε να δούμε μόνο με συμπάθεια. Ταυτόχρονα, όμως, έδειξε και την αδυναμία του σύγχρονου κινηματογράφου να εμπλουτίσει με νέα στοιχεία ένα μύθο που έχει αρχίσει να εξαντλείται.

[Αναδημοσίευση από το τεύχος 33 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ]

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ