Αντίθετα με άλλους Γάλλους ηθοποιούς που σχετικά νωρίς επέκτειναν την καριέρα τους πέρα από τα σύνορα της Γαλλίας (Βενσάν Κασέλ, Γκιγιόμ Κανέ, Ματιέ Κασοβίτς, Μελβίλ Πουπό), ο Ζαν Ντιζαρντάν έπρεπε για χρόνια να αρκεστεί στην (τεράστια) επιτυχία του στην Γαλλία και σχεδόν μηδαμινή φήμη εκτός συνόρων. Το διεθνές ντεμπούτο του, όμως, ήταν πιο εκρηκτικό απ’ ό,τι για οποιονδήποτε άλλο Γάλλο συνάδελφό του: ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στο «The Artist» όχι μόνο τον εκτόξευσε στην στρατόσφαιρα αλλά του εξασφάλισε το Βραβείο Ερμηνείας του Φεστιβάλ Καννών, την Χρυσή Σφαίρα και, φυσικά, το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.
Ενώ οι υπόλοιποι απορούσαμε με το γεγονός ότι μία βωβή ταινία μονοπωλούσε με ευκολία την σεζόν, οι Γάλλοι κυρίως απορούσαν με την ξαφνική μεταστροφή ενός ηθοποιού-κλόουν που είχαν γνωρίσει μέσα από ανώδυνες τηλεοπτικές κωμωδίες ή ανώδυνες κινηματογραφικές κωμωδίες, και γι’ αυτό ελάχιστα υπολογίσει ως 'σοβαρό' καλλιτέχνη και υπολογίσιμη δύναμη.
Παρόλο που ο Ντιζαρντάν σκέφτεται την επόμενή του διεθνή κίνηση (αυτή μάλλον θα είναι στην νέα ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε), έχει δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την Γαλλία, ούτε να σνομπάρει το είδος της ταινίας που τον έκανε διάσημο και φιλοξενεί το κωμικό του ταλέντο καλύτερα. Και ιδανικότερη απόδειξη των προθέσεών του είναι το πρώτο πρότζεκτ μετά από τις μεγάλες αυτές εξελίξεις (ακόμα κι αν γυρίστηκε πριν ο «Αρτίστας» απογειωθεί για τα καλά), η ταινία «6+1 Απιστίες», που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες στην Ελλάδα – βασισμένη στους χαρισματικούς πρωταγωνιστές της, ενίοτε χοντροκομμένη και ανερυθρίαστα εμπορική, είναι ένα είδος πρότζεκτ που αντιπροσωπεύει καλύτερα τον νέο Γάλλο σταρ.
«Un Gars, Une Fille» (1999-2003)
Ο ρόλος του στο γαλλικό «Σ’ Αγαπώ, Μ’ Αγαπάς» ήταν ο πρώτος που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό, μετά από κάποιες αραιές τηλεοπτικές εμφανίσεις σε κωμικές σειρές με σκετς και τάλεντ σόου, και εκμεταλλεύθηκε την χαρισματική του παρουσία για να δημιουργήσει την χαρακτηριστική του περσόνα. Χάρη σε αυτόν, επίσης, γνώρισε την μελλοντική σύζυγό του, Αλεξάντρα Λαμί.
«Brice de Nice» (2005)
Μακράν ο πιο αναγνωρίσιμος χαρακτήρας που έχει υποδυθεί ο Γάλλος ηθοποιός είναι ο επίδοξος σέρφερ που ονειρεύεται το μεγάλο κύμα – άσχετο αν το περιμένει στην θάλασσα-λάδι της Νίκαιας, και ο ίδιος δεν ξέρει πολλά από σέρφινγκ – τον οποίο δημιούργησε για την περιοδεία του σε μικρά κλαμπ και άλλους θεατρικούς χώρους.
«OSS 117: Le Caire Nid d'Espions» (2006) / «OSS 117 : Rio Νe Répond Plus» (2009)
Αν οι Γάλλοι χρειάστηκαν (ίσως υπερβολικά) πολύ χρόνο για να χωνέψουν τις εικόνες του θριαμβευτή Ντιζαρντάν στις Κάννες, στις Χρυσές Σφαίρες και στα Όσκαρ, είναι επειδή τον ξέρουν κυρίως χάρη στον ρατσιστή, σεξιστή πράκτορα των πιο-εμπορικών-δεν-γίνεται ταινιών «OSS 117» που παρωδεί τις ταινίες Τζέιμς Μποντ. Θυμάστε την ταινία που έκανε πρεμιέρα στην αρχική σκηνή του «The Artist», με τις υπερβολικές ως καρτουνίστικες σκηνές δράσης και σασπένς; Κάτι παρόμοιο.
«Contre-Enquête» (2007)
Η πρώτη φορά που ο Ντιζαρντάν τόλμησε έναν υψηλού προφίλ δραματικό ρόλο ήταν στο συγκεκριμένο αστυνομικό δράμα. Μπορεί η ταινία να κέρδισε δυσμενείς συγκρίσεις με αντίστοιχες χολιγουντιανές προσπάθειες, αλλά ο πρωταγωνιστής της τουλάχιστον έδειξε άγνωστες μέχρι τότε δυνατότητες για πρώτη φορά.
«Le Bruit Des Glaçons» (2010)
Μετά από μια σειρά ρόλων που ζήταγαν μια από τα ίδια («99 Francs», «Ca$h», «Lucky Luke» και ένας συντομότατος ρόλος στο «Μικρά Αθώα Ψέματα» του Γκιγιόμ Κανέ) και λίγο πριν το μεγάλο μπαμ του «The Artist», ο Ντιζαρντάν πρωταγωνίστησε στην μαύρη κωμωδία «Le Bruit Des Glaçons» ως ο αλκοολικός συγγραφέας που αρχίζει να βλέπει προσωποποιημένο τον καρκίνο από τον οποίο πάσχει.






