Γιατί ο πολιτισμός μας συντηρεί την ύπουλη καλλιέργεια του ενστίκτου της βίας; Μήπως οι πολιτείες όλου του κόσμου και όλων των εποχών χρησιμοποίησαν τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία για να διαιωνίσουν και όχι για να αναστείλουν τα βίαια ένστικτα ώστε να μπορούν να τα χρησιμοποιούν σαν αφορμή για την εφαρμογή της εκάστοτε κρατικής καταστολής; Γιατί δεν παραδεχόμαστε πως η διαίρεση του κόσμου σε «προνομιούχους» και «προς εξόντωση» λαούς είναι στην πραγματικότητα το σημερινό οικονομικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο ζει ο λεγόμενος «πολιτισμένος» κόσμος μας;
Κάπως έτσι εξελίσσεται ο εκρηκτικός προβληματισμός στην καρδιά του «Έλα να Παίξουμε», του «ψυχολογικού σπλάτερ», όπως το αποκαλούν οι συντελεστές του, της Κερασίας Σαμαρά που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, από 25 Φεβρουαρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 20.30, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Η κεντρική ιστορία φυσικά παραπέμπει – χωρίς να είναι ακριβής μεταφορά της – στην εξίσου νοσηρή και αμείλικτη ταινία του Μίκαελ Χάνεκε, «Funny Games» του 1997, την οποία ο ίδιος ο σκηνοθέτης σκηνοθέτησε και στα αγγλικά δέκα χρόνια.
Ένα χριστουγεννιάτικο μεσημέρι, ένα νεαρό ζευγάρι μπαίνει απρόσκλητο στο στολισμένο σαλόνι μιας ευτυχισμένης, συμπαθητικής, εύπορης σχετικά οικογένειας που αποτελείται από τους γονείς και το δεκάχρονο αγόρι τους. Ισχυρίζονται πως είναι φιλοξενούμενοι των γειτόνων και ζητούν νερό. Αρνούνται όμως κατόπιν να φύγουν, χωρίς να εξηγούν τι ακριβώς θέλουν. Όταν έρχεται ο πατέρας, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δυσάρεστα… η οικογένεια καταλήγει να βρίσκεται στο έλεος των ξένων, οι οποίοι -χωρίς να εγκαταλείπουν τα προσχήματα- την απειλούν υπόγεια για ενδεχόμενη εξόντωση. Κάτω από το καθεστώς του φόβου, ο ιστός της οικογένειας κλυδωνίζεται…
Η παράσταση φιλοδοξεί να δοκιμάσει τα όρια αντοχής των θεατών – οι οποίοι είναι καθισμένοι σε απόσταση αναπνοής από τους ηθοποιούς- ανιχνεύοντας την έννοια της ορατής και αθέατης βίας.
Μιλήσαμε στον Αλέξανδρο Νταβρή, έναν από τους πρωταγωνιστές της παράστασης για τις επιρροές της ταινίας στην παράσταση αλλά και τις διαφορές τους, την επίκαιρη φύση της και την διαφορετική εμπειρία που βιώνουν οι συντελεστές χάρη στην ασυνήθιστη θέση των θεατών.
Πώς σχετίζεται ακριβώς η παράσταση με την ταινία/ ταινίες του Μίκαελ Χάνεκε; Δεν είναι ακριβής μεταφορά, αλλά είναι περισσότερο ένα σχόλιο πάνω σε αυτήν, σωστά;
Το έργο μας είναι ένα σχόλιο πάνω στην ιδέα της εισβολής όπως την προσέγγισε ο Μ. Χάνεκε στην ταινία «Funny Games». Mε την καθοδήγηση της Κερασίας Σαμαρά, που σκηνοθέτησε και έγραψε το έργο, είδαμε, μελετήσαμε και αναλύσαμε και κάποιες άλλες ταινίες που έχουν παρόμοιο θέμα, όπως το “The Rope” του Α.Χίτσκοκ, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ, το “Natural Born Killers” του Όλιβερ Στόουν κ.α. Ασχοληθήκαμε με την έννοια της φανερής και αθέατης βίας, και το έργο προέκυψε από δικούς μας κατευθυνόμενους αυτοσχεδιασμούς, είναι ένα πρωτότυπο κείμενο.
Πώς ερμηνεύεται ακριβώς αυτό και ποιες οι διαφορές με την ταινία;
Η ιδέα του Χάνεκε «μεταφέρεται» στο θέατρο και όχι η ταινία. Το μόνο που θυμίζει έντονα και εσκεμμένα το «Funny Games» είναι το ότι οι δύο εισβολείς είναι ντυμένοι στα λευκά, που είναι και το σήμα κατατεθέν της ταινίας, καθώς και ο αργός τρόπος με τον οποίο εισβάλλουν ύπουλα μέσα στο σπίτι. Από κει και πέρα, η εξέλιξη και η θεματολογία του έργου είναι πολύ διαφορετικές.
Έχει εμπλουτιστεί με την επικαιρότητα ή είναι περισσότερο ένα γενικότερο σχόλιο πάνω στη βία και τη δικαιοσύνη;
Είναι ένα γενικό σχόλιο πάνω στη βία και την δικαιοσύνη, πάνω στη δύναμη της εξουσίας, του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας – στην ουσία όλες τις μορφές βίας, άλλες απροκάλυπτες και άλλες αθέατες. Ας μην ξεχνάμε ότι το βίαιο ένστικτο ενυπήρχε ανέκαθεν στον άνθρωπο, όπως και στα ζώα. Κάποιοι το καλλιεργούν λιγότερο, κάποιοι περισσότερο. Το ερώτημα που θέτει η παράσταση είναι: η βία επινοεί τα κίνητρά της ή τα κίνητρα προκαλούν τη βία; Η κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί, βοηθάει θετικά ή αρνητικά στην εξέλιξη της; Αυτά είναι πάντοτε επίκαιρα ερωτήματα. Από την άλλη, όμως, πιστεύω πως το έργο ίσως να μη γραφόταν ή να μην ανέβαινε τώρα, αν δεν υπήρχαν αυτές οι οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες που τι άλλο είναι παρά καλυμμένη βία κατά των πολιτών.
Παρακολουθήσατε (ξανά ή για πρώτη φορά) την ταινία; Αν ναι, πώς διαμόρφωσε την προσέγγιση του ρόλου σας;
Την ταινία την γνώριζα, αλλά δεν την είχα δει, μέχρι που μου είπε η Κερασία την ιδέα για την παράσταση, και τότε την πήρα και την είδα.
Σε πρώτο στάδιο μπορώ να πω πως επηρεάστηκα από τις ταινίες που είδα, αλλά όχι στον τομέα τον ερμηνευτικό, αλλά στο από πού ν’ αρχίσω να αναζητάω στοιχεία του ρόλου μέσα μου. Η προσπάθειά μου ήταν να μην αντιγράψω τις ταινίες, αλλά να δημιουργήσω τις βάσεις-θεμέλια του ρόλου μέσα από μένα.
Πώς προέκυψε ακριβώς ο όρος «ψυχολογικό σπλάτερ» και τι εκφράζει ακριβώς;
Το χαρακτηρίσαμε «ψυχολογικό», γιατί έχει να κάνει με την υπόγεια ψυχολογική βία κυρίως. Την βία που ασκείται καθημερινά από όλους μας ενάντια σε όλους. Τον όρο «σπλάτερ» τον χρησιμοποιούμε με την μεταφορική του έννοια, την κωμική του, όχι την κυριολεκτική, δηλαδή αίματα και τέτοια. Θα το λέγαμε θρίλερ, αλλά έχει πολλά κωμικά στοιχεία, μοιάζει κάποιες στιγμές με μαύρη κωμωδία, αλλά δεν είναι κωμωδία, χρησιμοποιεί τη «φόρμα» του θρίλερ για να μιλήσει για αιώνια ζητήματα.
Το εύρημα της παράστασης (το πού είναι τοποθετημένες οι θέσεις του κοινού δηλαδή) επηρεάζει σίγουρα τους θεατές, αλλά πρέπει να είναι μια διαφορετική και έντονη εμπειρία για όλους εσάς επί σκηνής – θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για αυτό;
Οι θεατές βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής κυριολεκτικά, από εμάς. Κάθονται πάνω στη σκηνή και είναι γύρω μας, δίπλα μας. Στην ουσία η σύμβαση του θεάτρου υπάρχει και δεν υπάρχει. Είναι κάτι αρκετά δύσκολο, αλλά και πολύ ωραίο. Είμαστε όλοι τόσο κοντά μεταξύ μας, που βλέπεις τις αντιδράσεις των θεατών, αλλά και οι θεατές με κάθε λεπτομέρεια το τι κάνουμε εμείς. Δεν έχουμε την ασφάλεια της απόστασης. Αν εκτίθεσαι μία φορά στην ιταλική σκηνή ή σε κάποιο άλλο θέατρο, εδώ εκτίθεσαι δέκα. Eίναι προκλητικό και γοητευτικό.
Συντελεστές
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Κερασία Σαμαρά
Δραματουργική Επεξεργασία: Ηρακλής Λογοθέτης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κλαιρ Μπραίσγουελ
Εικαστική δημιουργία: Θανάσης Παναγιώτου
Φωτισμοί: Θωμάς Οικονομάκος
Μουσική: Τάκης Μπαρμπέρης
Βοηθός Σκηνοθέτη:Μαίρη Χήναρη, Αγνή Χιώτη
Φωτογραφίες: Μάρκος Ξενάκης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Τζένη Σκαρλάτου, Χρήστος Τακτικός, Ιωάννα Αγγελίδη, Αλέξανδρος Νταβρής και ο μικρός Παντελής Πολυζωΐδης
Πληροφορίες
ΘΕΑΤΡΟ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ 256, Αγ.Ιωάννης, Ρέντη
ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ
6932 300 600 (ώρες 10.00-13.00 και 17.00-20.00)
Ελεύθερο πάρκινγκ εντός της σχολής
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Από Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013
ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Δευτέρα & Τρίτη 20.30
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
14 €
10 € για φοιτητές και σπουδαστές
5 € για ανέργους και πολυτέκνους (περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων για κάθε παράσταση)
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
75 λεπτά
* Η παράσταση είναι ακατάλληλη για παιδιά ως 15 ετών.






