Η τελευταία του σκηνοθετική απόπειρα αποτυπώνει το σκληρό οδοιπορικό του Αλί, ενός πρόσφυγα από το Αφγανιστάν, έχοντας ως αποκλειστικό αφηγηματικό όχημα τις μνήμες του ήρωα. Χρησιμοποιώντας τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, αφού η ταινία βασίζεται σε πολλές διαφορετικές μαρτυρίες προσφύγων που ζουν σήμερα στη χώρα μας, ο Βασίλης Μαζωμένος αναμετριέται με ένα εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα όπως το μεταναστευτικό, προσεγγίζοντάς το από τη μεριά του άγνωστου «Άλλου».
Η «10η Μέρα» διακρίθηκε πρόσφατα στο 6ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Λονδίνου (βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και φωτογραφίας), ενώ είχε τιμηθεί μεταξύ άλλων και με το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου του 2012.
Το cinemag.gr επικοινώνησε με τον Βασίλη Μαζωμένο, ο οποίος μας μίλησε για τη «10η Μέρα», τα σημεία επαφής ανάμεσα στον ήρωά του και το κοινό, καθώς και την αναγκαιότητα να «συνομιλήσουν» οι ανθρώπινες τραγωδίες, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, μέσω (και) του κινηματογράφου.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία ή η μεγαλύτερη παγίδα, προκειμένου να γυρίσετε μία ταινία με τόσο επίκαιρη και ακανθώδη θεματική;
Το ίδιο της το θέμα που πρέπει να το αντιμετωπίσεις με γενναιότητα και ειλικρίνεια, για να φτάσεις στον πυρήνα του. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση σε πετάει αυτόματα έξω. Η ταινία αποτέλεσε και για μένα τον ίδιο μια δοκιμασία να πετάξω από πάνω μου ψευτο–σκηνοθετικά κόλπα και να «ματώσω» μαζί με τους πρόσφυγες.
Ο ήρωας της ταινίας, ο Αλί, αναφέρεται κάποια στιγμή σε μία ωραιοποιημένη Ευρώπη, σχεδόν ονειρική, για την οποία άκουγε για καιρό πριν αποφασίσει να την αναζητήσει. Τελικά, η πραγματική Ευρώπη αποδείχθηκε εξαιτίας της κρίσης πολύ διαφορετική τόσο για τους περισσότερους μετανάστες, όσο και για μεγάλα μέρη του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Μήπως τελικά καταλήξαμε να είμαστε όλοι μαζί θύματα του ίδιου περίφημου «δυτικού» ονείρου, της ίδιας ψευδαίσθησης;
Η ερώτησή σας απαντά από μόνη της. Υποστηρίζω χρόνια πως το σύστημα της Δύσης είναι μια αυταπάτη, μια ψευδαίσθηση. Στηρίζεται όχι στις αξίες που το γέννησαν (Διαφωτισμός κλπ) αλλά στην πλαστή ευημερία και στη γραφειοκρατία μιας ψευτο-ένωσης. Τώρα που η οικονομική κρίση μπαίνει στο σπίτι μας, κοιτάμε με τρόμο, όπως τα μάτια του Αλί, το άγνωστό μας μέλλον.
Οι μνήμες του Αλί, συχνά βασανιστικές, είναι εκείνες που αναλαμβάνουν να αφηγηθούν το οδοιπορικό του. Ποιον κοινό τόπο πιστεύετε ότι μπορούν να βρουν οι μνήμες του με τις αντίστοιχες δικές μας;
Μα, αυτό είναι το στοίχημα. Να συνομιλήσουν οι ανθρώπινες τραγωδίες. Να κατανοήσουμε ότι το 1/8 του πληθυσμού της Γης ζει εις βάρος των 7/8. Και να πούμε στον εαυτό μας πρώτα απ’ όλα ότι όσο θα κρύβουμε τους σκελετούς στις ντουλάπες τόσο θα τους γιγαντώνουμε. Ο Αλί σε πολύ λίγο θα είμαστε εμείς.
Η «10η Μέρα» βασίζεται σε πολλές διαφορετικές μαρτυρίες μεταναστών και προσφύγων που ζουν στη χώρα μας. Τι σας οδήγησε να επιλέξετε την φόρμα της μυθοπλασίας έναντι του ντοκιμαντέρ;
Επιλέγω κάθε φορά τη φόρμα της αφήγησης, με βάση το θέμα μου. Όπως παλιότερα με το «Χρήμα» είχα για παράδειγμα επιλέξει την τεχνική του 3D animation. Στο συγκεκριμένο, αν ήθελα να ταξιδέψω το θεατή στην ψυχή και στις μνήμες του Αλί, να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, όφειλα ενώ σκηνοθέτησα τα πάντα, να απουσιάζω. Η τεχνική λοιπόν του «ψευτο-ντοκιμαντέρ» ήταν η κατάλληλη για τη συγκεκριμένη μυθοπλαστική ταινία.
Πώς συνδέονται κατά τη γνώμη σας οι εκτεταμένες σκηνές από την τελετή της Ασούρα με την ιστορία του Αλί;
Από εκεί ξεκίνησε η ταινία και συνάντησε την ιστορία του Αλί, μιας και η μητέρα του τον πήγαινε όταν ήταν μικρός. Η Ασούρα (ανάμνηση στα Φαρσί) αποτελεί μια ισχυρή του μνήμη και ταυτόχρονα μια άμεση δική μας επαφή με το Ισλάμ. Όποιος δεν ζήσει αυτήν την εμπειρία δεν καταλαβαίνει το Ισλάμ.
Έχετε δηλώσει πρόσφατα πως με τη «10η Μέρα» επιχειρείτε να μιλήσετε απευθείας στο συναίσθημα του θεατή. Τι πήγε τόσο στραβά στην κοινωνία μας ώστε να απαιτείται πλέον η επίκληση στο συναίσθημα προκειμένου να αμφισβητηθούν τα στερεότυπα γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα;
Μα πρωτίστως ο κινηματογράφος εκεί απευθύνεται και μετά στο πνεύμα. Αν συνδυάζονται ταυτόχρονα και τα δυο, έχουμε τον ιδανικό θεατή. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι ένα από τα καλά της κρίσης είναι η στροφή στην ανθρώπινη τραγωδία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, μιας και μας αφορά πια όλους.
Η αφίσα της ταινίας (ή τουλάχιστον μία εκδοχή της) αναφέρει πως «απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος σε ξενοφοβικούς και ρατσιστές». Αν όμως η τέχνη δηλώσει αδυναμία να αναδιαμορφώσει τον άνθρωπο, τότε ποιος μπορεί να τα καταφέρει;
Η φράση στην οποία αναφέρεσθε, είναι μια προειδοποίηση πως η επαφή αυτών των κύκλων με την ταινία δεν θα είναι ειλικρινής, μιας και τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις τους για το θέμα τούς εμποδίζει να δουν καθαρά. Άρα περισσότερο κακό θα κάνουν στους εαυτούς τους και σε μας, αν έρθουν. Φυσικά με αυτό δεν αποκλείω κανένα άνθρωπο που, πάνω στην οργή του, είπε κάτι απαξιωτικό για τους πρόσφυγες. Αναφέρομαι μόνο στους συνειδητούς προ-γλωσσικούς εκφραστές μιας ανορθολογικής βίας.






