Δώδεκα χρόνια μετά την «Πίσω Πόρτα», ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος διακόπτει τη (συνηθισμένη πια) πολύχρονη αποχή του από τη σκηνοθεσία για ένα, «σκληρό όσο η εποχή μας» και οργισμένο εξαιτίας της, κοινωνικό δράμα με στοιχεία θρίλερ, με τον (αμφίσημο) τίτλο «Ο Εχθρός Μου», το οποίο έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας τον Σεπτέμβριο και κυκλοφορεί πλέον στις αίθουσες.
Ο εχθρός του τίτλου μπορεί να είναι κάποιος άλλος αλλά μπορεί να είναι και μέσα μας, όπως διαπιστώνει ένας καθ’ όλα «συνηθισμένος», φιλήσυχος ανθρώπος, που βλέπει όλες του τις σταθερές να καταρρέουν μετά από εισβολή στο σπίτι του από τέσσερις ληστές.
«Είναι ένας καλός οικογενειάρχης, δημοκρατικών αρχών και με αίσθηση του καθήκοντος. Εχει χτίσει μια ζωή απλή αλλά και αξιοζήλευτη»: έτσι περιγράφει ο Μανώλης Μαυρομματάκης τον κεντρικό χαρακτήρα που υποδύεται, τον 48χρονο γεωπόνο Κώστα Στασινό. Τώρα πια η κοσμοθεωρία του μοιάζει λίγη για να διαχειριστεί αυτό που του συνέβη, και ο κατήφορός του ξεκινά.
«Βλέπει ότι όλα αυτά που έκανε τόσα χρόνια δεν φτάνουν. Έβλεπα μια σκηνή από το «Άλογο του Τορίνο» [του Μπέλα Ταρ] που μου το θυμίζει αυτό: κάποιος λέει ότι στη μάχη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, κερδίζει πάντα το Κακό, επειδή όσοι είναι υπέρ του το υπερασπίζονται, φροντίζουν για αυτό, ενώ όσοι είναι με το Καλό, αφήνονται στις καλές προθέσεις, δεν το προστατεύουν παρόλο που θέλει περιφρούρηση. Αυτό συνειδητοποιεί και εκείνος με σοκαριστικό τρόπο: το να φροντίζεις μόνο το δικό σου ζωτικό χώρο, απλώς δεν αρκεί.»
Η συγκεκριμένη οικογένεια είναι «λειτουργική, ανοιχτή και αγαπημένη,» όπως περιγράφει η Μαρία Ζορμπά, η οποία ενσαρκώνει τη σύζυγο του κεντρικού ήρωα, που βλέπει τον άνδρα της να παίρνει ένα δρόμο που δεν αναγνωρίζει και προσπαθεί να του θυμίσει ποιος είναι. Και αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την σοκαριστική αλήθεια, ότι όσο ήταν, όσα έκαναν δεν κατάφεραν να κρατήσουν μακριά το κακό.
«Μπορεί να έχεις κάνει πολλά πράγματα για τον εαυτό σου και το σπίτι σου, να έχεις καταφέρει να τα χτίσεις υγιές, αλλά όταν το υπόλοιπο δεν είναι, δεν πρέπει να αρκεστείς στο μικρό αυτό κύτταρο – πρέπει να κοιτάξεις και το μεγαλύτερο. Πρέπει να ανοίξεις και πιο πέρα.»
Τα δύο παιδιά της οικογένειας, δύο έφηβοι μεγαλωμένοι μέσα σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και αγάπης, βιώνουν με τη σειρά τους μια απότομη ενηλικίωση μέσα σε λίγες σοκαριστικές ώρες και στις ακόμα φοβερότερες που ακολουθούν.
Η Αριάδνη Καβαλιέρου είναι η 14χρονη Λουίζα, «ένα φυσιολογικό κορίτσι, οργανωτικό και συνεπές, ένα καλό παιδί. Ώσπου επεμβαίνει ο εξωτερικός παράγοντας και όλα αλλάζουν στις ζωές τους. Εκείνη βέβαια, ίσως επειδή ακριβώς βλέπει τους άλλους να χάνουν την ψυχραιμία τους, διατηρεί τη δική της.».
Εξίσου χαμηλών τόνων είναι και ο μεγαλύτερος αδερφός της, Ανδρέας, τον οποίο υποδύεται ο Ηλίας Μουλάς. «Είναι κάπως παθητικός, δέχεται δηλαδή τα πράγματα αλλά παλεύει μέσα του με αυτά. Είναι ένας χαρακτήρας αρκετά αντίθετος με εμένα και αυτό με τρόμαξε στην αρχή. Μετά και από τις συζητήσεις μας με το Γιώργο, όμως, άρχισα να τον ξεκλειδώνω και τελικά τον αγάπησα.»
Αυτή η ιστορία φυσικά και οι προβληματισμοί της για το ντόμινο αντιδράσεων που προκαλεί, δυστυχώς δεν είναι κάτι το ξένο τα τελευταία χρόνια: ίδιες ή παρόμοιες ιστορίες κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση σε όλους τους τόνους, συχνά υστερικούς – κάτι που κατά πάσα πιθανότητα θα ισχύει ακόμη και όταν η ταινία κυκλοφορήσει στα τέλη του 2013.
«Όταν ξεκινήσαμε, η ιστορία έμοιαζε αποκύημα της φαντασίας μας. Τώρα πια έχει γίνει φοβερά επίκαιρη, επώδυνα επίκαιρη. Αυτό δεν μας έβαλε βέβαια σε πειρασμό να της δώσουμε επίτηδες τέτοια στοιχεία, να κάνουμε κάποιου είδους καταγραφή της παρούσας κατάστασης. Η επικαιρότητα δε βοηθά μια ταινία να μείνει στην ιστορία και όταν κάνεις μια ταινία, έχεις το όνειρο να την δει κανείς σε δέκα χρόνια και να πάρει τα ίδια από αυτήν,» εξηγεί ο σκηνοθέτης.
Υπήρχε νευρικότητα στον χειρισμό ενός τόσου ευαίσθητου ζητήματος, που τείνει να προκαλεί ακραίες απόψεις και αντιδράσεις εκατέρωθεν και γι’ αυτό το λόγο απαιτεί να διατηρήσει κανείς αδύνατες ισορροπίες;
«Είναι θέματα βγαλμένα από την εποχή, σημαντικά και ίσως επικίνδυνα,» απαντά η Μαρία Ζορμπά. «Ξέρεις όμως ότι έχεις να κάνεις με έναν σκηνοθέτη ευαίσθητο οπότε αφήνεσαι σε αυτόν και τον εμπιστεύεσαι. Το καλλιτεχνικό έργο έρχεται να προσθέσει στην περιρέουσα κατάσταση, δείχνοντας τα πράγματα από μια άλλη μεριά, πιο συναισθηματικά ίσως, δείχνοντας άλλες διόδους.»
«Ο Γιώργος μού είπε πολλά για την ευρύτερη κατάσταση στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα, για να με βοηθήσει να καταλάβω,» λέει από τη μεριά του ο Ρουμάνος Τούντορ Τσιρίλα, που υποδύεται έναν εκ των εισβολέων.
«Βέβαια, το αν ένας χαρακτήρας σχετίζεται έντονα με την πολιτική κατάσταση δεν κάνει κάποια διαφορά όταν προετοιμάζεσαι για αυτόν. Ο ηθοποιός δουλεύει με τα συναισθήματα. Πάντως ένιωσα πολλή ένταση στους ανθρώπους όσο ήμουν εκεί.»
Είναι τελικά «Ο Εχθρός Μου» μια απαισιόδοξη ταινία; Ή κρύβει μέσα της μια ελπίδα για αλλαγή, για μια προσπάθεια στην αυτογνωσία; «Δεν είναι μια πρόφαση για να προκαλέσουμε,» ξεκαθαρίζει ο Ηλίας Μουλάς. «Το 2012 τα έχουμε δει σχεδόν όλα, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι που δεν ξέρουμε ή έχουμε ακούσει. Αυτή είναι όμως η αληθινή εικόνα μιας οικογένειας και των αποσπασματικών κομματιών ενός προβλήματος, μια προσπάθεια να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει τελικά.»
Και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος εξηγεί: «Μου αρέσουν τα ανοιχτά τέλη, το να μην έχω ένα ηθικό δίδαγμα-μασημένη τροφή. Στην ταινία η αισιόδοξη σκέψη βρίσκεται στην έννοια του διαλόγου που ελπίζω ότι προκαλεί,» εξηγεί.
Όποιο κι αν είναι το συμπέρασμα (αν αυτό υπάρχει καν), το μόνο σίγουρο είναι ότι η ίδια η δημιουργία της ταινίας είναι από μόνη της μια πράξη αισιοδοξίας ή μάλλον καλώς εννοούμενου θράσους. «Υπάρχει ένα πείσμα στο να δημιουργήείς, ένας “κωλοπαιδισμός” στο να κάνεις σινεμά τέτοιες εποχές,» μας λέει ο Μανώλης Μαυρομματάκης.
«Το σινεμά, και η τέχνη γενικότερα, πρέπει να αρθρώσει έναν λόγο ουσιαστικό τώρα που βγήκαμε από την πλαστή ευμάρεια, πρέπει να μιλήσουμε στους σοκαρισμένους. Τα πράγματα δεν είναι αισιόδοξα· πρέπει να αντλούμε αισιοδοξία από τη ρεζέρβα μας για να συνεχίσουμε. Αλλά πρέπει να τη βρεις, να απλώνεις προς έξω την απόφασή σου να ζήσεις και να ζήσεις καλά, όσο πιο καλά γίνεται μέσα στη μαυρίλα.»






