Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Δημήτρης Μπαβέλλας μας συστήνει μια Αθήνα άδεια από ζωή και ιδωμένη μέσα από 16άρι ασπρόμαυρο φιλμ, σα να ξεπήδησε από μετα-αποκαλυπτικό φιλμ τρόμου του ’60.
Στο «Runaway Day», το οποίο έχει ήδη προβληθεί στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ του Σαράγιεβο αλλά και στο κυρίως πρόγραμμα της Βιεννάλε, δύο εντελώς διαφορετικοί ενήλικες αποφασίζουν ξαφνικά να το σκάσουν από το σπίτι τους. Καθώς περιπλανώνται στους δρόμους της Αθήνας, ένα ανεξήγητο φαινόμενο αρχίζει να λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς ο ένας μετά τον άλλο οι κάτοικοι της πρωτεύουσας αρχίζουν να την εγκαταλείπουν βάζοντάς το – κυριολεκτικά – στα πόδια.
Το cinemag.gr επικοινώνησε με τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μπαβέλλα με αφορμή την κυκλοφορία του «Runaway Day» στις ελληνικές αίθουσες, ο οποίος μας μίλησε για το πώς αντιλαμβάνεται το σύμπαν και τους ήρωες του φιλμ, την Αθήνα και τους κατοίκους της, το βαθμό επιμονής που οφείλει να έχει πλέον ένας νέος κινηματογραφιστής στη Ελλάδα του σήμερα, αλλά και το πώς επηρέασε η μυθολογία των b-movies την ταινία του.
Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες επιλέγουν τον ίδιο τρόπο αντίδρασης από τις εντελώς διαφορετικές πραγματικότητές τους. Τι τους ενώνει τελικά;
Η Μαρία Φραγκογιάννη (Μαρία Σκουλά) θέλει να ξεφύγει από την αφόρητη καθημερινότητα του αποτυχημένου γάμου της. Ο Λουκάς Τσιτσάνης (Μάκης Παπαδημητρίου) θέλει απλά να παίξει σαν παιδί πριν ο συνδυασμός οικονομικών χρεών και μακρόχρονης ανεργίας του χτυπήσουν την πόρτα, εγκλωβίζοντάς τον στο πατρικό του σπίτι όπου διαμένει με την άρρωστη μητέρα του (Υβόννη Μαλτέζου).
Τόσο αυτοί όσο και όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι νεοέλληνες που τους ενώνει η απελπισία που νιώθουν, την οποία ο καθένας βιώνει μέσα στο δικό του μικρόκοσμο. Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης είναι μια ακατανίκητη επιθυμία να τρέξουν μακριά προς άγνωστο προορισμό. Σε πρώτη φάση, γιατί στη συνέχεια αυτό το φαινόμενο που καταλαμβάνει όλους τους Αθηναίους εξελίσσεται, φέρνοντας σε πρώτο πλάνο τις πιο ανομολόγητες επιθυμίες τους. Για παράδειγμα ο άξεστος πλην οικονομικά εύρωστος άντρας της Μαρίας, ο Δημήτρης Φραγκογιάννης (Ερρίκος Λίτσης), θέλει να παρατήσει το σοβαρό του προφίλ και «να βγει να παίξει μπάλα» (για να δανειστώ ένα στίχο του Τζιμάκου). Αυτή είναι μια από τις πολλές ιδιόρρυθμες συμπεριφορές στις οποίες επιδίδεται τόσο ο Δημήτρης όσο και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης λίγο αργότερα.
Για μένα όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι παιδιά παγιδευμένα μέσα στο σώμα και τις υποχρεώσεις ενηλίκων, χαμένοι και παντελώς αποκομμένοι από τις αρχικές τους επιθυμίες και ανάγκες στη ζωή! Ο πιο υπεύθυνος άνθρωπος μέσα στο σύμπαν της ταινίας φαίνεται να είναι η Εύα (Εύα Βόγλη), το κοριτσάκι που συναντά όλους τους υπόλοιπους και μοιάζει να τους κρίνει.
Είναι σαν αυτό το «φαινόμενο» να απελευθερώνει το παιδί που είναι βαθιά κρυμμένο μέσα στον καθένα και να τον υποχρεώνει να επιστρέφει στα απλά αλλά ουσιαστικά πράγματα που επιθυμούσε πριν αποκτήσει το βαρύ φορτίο της ύπαρξής του.
Ποια είναι η σχέση που εντοπίζετε ανάμεσα στα b-movies περασμένων δεκαετιών και τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;
Καμία απολύτως! Ή μάλλον υπάρχει μια σχέση. Οι άνθρωποι μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα που καταχρηστικά ονομάζεται σύγχρονη κοινωνία θυμίζουν ζόμπι από τις αντίστοιχες ταινίες τρόμου του ’60: Είμαστε άβουλοι, δεχόμαστε παθητικά εντολές που έχουν μοναδικό σκοπό το κακό μας, έχουμε εναποθέσει όλες τις ελπίδες μας κάπου αλλού, χωρίς να ξέρουμε καν πού! Ενίοτε τρώμε και τις σάρκες μας…
Απλά στο Runaway Day χρησιμοποιούμε τη «μυθολογία» από αυτές τις ταινίες σαν βάση για να επικεντρωθούμε στο κυρίως θέμα του φιλμ. Την επίδραση που έχει αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση στο ηθικό και την ψυχολογία των Αθηναίων ειδικότερα και των νεοελλήνων γενικότερα.
Οι ήρωες του Runaway Day εγκαταλείπουν μαζικά την πρωτεύουσα. Τελικά η φυγή είναι λύση; Και αν ναι, προς τα πού μπορεί να οδηγεί; Όσο αισιόδοξος και περήφανος είμαι για την ταινία άλλο τόσο απαισιόδοξος είμαι για ό,τι μας συμβεί από εδώ και πέρα. Θεωρώ ότι οι νεοέλληνες έχουν οδηγήσει εαυτούς μέσα από την απάθεια χρόνων σε ένα μοναδικό αδιέξοδο από όπου δεν υπάρχει καμία διαφυγή.
Η τέχνη δε μπορεί φυσικά να προτείνει λύσεις, το πολύ-πολύ να καταδείξει και να υπογραμμίσει μια κατάσταση. Στην περίπτωσή του «Runaway Day», το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι, κυριολεκτικά, να δείξει τη συντομότερη οδό εξόδου! Προφανώς και δεν είναι λύση, απλά είναι καταγραφή μια τάσης που έχω παρατηρήσει ότι αναπτύσσεται στις σύγχρονες κοινωνίες, ανεξαρτήτως συνόρων και «κρίσης».
Ο δυτικός άνθρωπος δέχεται μια συνδυασμένη επίθεση υπερπληροφόρησης και αυταρχισμού από την οποία δε νομίζω ότι μπορεί να ξεφύγει εύκολα. Μπορεί όμως να δώσει μια μορφή έκφρασης σε αυτό το συναίσθημα πανικού τρέχοντας μακριά!
Αθήνα έρημη από κόσμο και λουσμένη στο εκτυφλωτικό φως. Το σκηνικό θα μπορούσε να ανήκει στον ελληνικό δεκαπενταύγουστο αλλά και σε εικόνες Αποκάλυψης. Υπάρχει κάτι που να συνδέει αυτές τις δύο φαινομενικά αντιθετικές καταστάσεις;
Ίσως ότι αν κάποιος άτυχος βρίσκεται στην Αθήνα τον Αύγουστο νιώθει σαν να έχει έρθει η δευτέρα παρουσία; Ειδικά όταν κάνει γύρισμα με 40 βαθμούς υπό σκιάν!
Αστειεύομαι, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στα δύο. Το γεγονός ότι η Αθήνα απεικονίζεται έρημη για τις ανάγκες της ταινίας οφείλεται στο ότι τα βασικά γυρίσματα έγιναν τον Ιούλιο σε ώρες περιορισμένης κυκλοφορίας. Αλλά και στην εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει από τα παιδιά της εταιρείας 2|35, συμπαραγωγοί του «Runaway Day» (μαζί με τα Εργαστήρια Σκλαβής και το studio Online Recording Masters), οι οποίοι αφαίρεσαν ψηφιακά από την εικόνα οποιοδήποτε σημάδι ζωής ή οτιδήποτε έμοιαζε να κινείται μέσα στο πλάνο.
Έτσι έγινε πραγματικότητα το όνειρο πολλών, να αδειάσει μια μέρα αυτή η πόλη!
Πόσο επηρεάζει έναν νέο κινηματογραφιστή η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, τόσο από άποψη θεματολογίας όσο και από πλευράς οργάνωσης της κινηματογραφικής παραγωγής;
Όπως έχω αναφέρει παλαιότερα, για να κάνει κάποιος ταινία στην Ελλάδα και μάλιστα χωρίς την παραμικρή υποστήριξη, πρέπει να είναι πραγματικά αποφασισμένος να το καταφέρει. Ο μόνος τρόπος για να το πετύχει κανείς είναι να πιστεύει απόλυτα σε αυτό που κάνει. Έτσι και στην περίπτωση του «Runaway Day», δε θα έβαζα τον περίγυρο ούτε και τον εαυτό μου σε μια τέτοια περιπέτεια αν δεν πίστευα ότι η συγκεκριμένη ταινία πρέπει οπωσδήποτε να γίνει.
Ο βασικός λόγος ήταν ότι ένιωθα αλλά παράλληλα έβλεπα γύρω μου μια απόγνωση (προϊόν της παρούσας κατάστασης) για την οποία θεώρησα χρέος μου να μιλήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Παλιότερα έκαναν σινεμά κατά κύριο λόγο όσοι είχαν την πολυτέλεια, ενώ τώρα όσοι το έχουν πραγματικά ανάγκη. Καθένας που παίρνει το μεγάλο ρίσκο να κάνει μια ταινία πρέπει να νιώθει τρομερά αλληλέγγυος με όλους τους συντελεστές που έχουν τα κότσια και την εσωτερική δύναμη να μας στηρίζουν αυτές τις μέρες. Πάντα ήταν δύσκολο να κάνεις ταινίες, ακόμη δυσκολότερο στην Ελλάδα, αλλά πρόσφατα έχει εξελιχτεί σε μια ενασχόληση μέχρι και επικίνδυνη για την υγεία που χρειάζεται πολύ γερό στομάχι και τρομερή πίστη.
Ειδικά στην περίπτωσή του «Runaway Day», πέρα από την οικογένειά μου που με στηρίζει πάντοτε με κάθε δυνατό τρόπο, τους φίλους και γνώριμους συνεργάτες που είναι κοντά εδώ και χρόνια δίνοντάς δύναμη από την πρώτη στιγμή που πήρα την απόφαση να προχωρήσω με το φιλμ, είχα στο πλευρό μου κάτι ακόμα, πρωτόγνωρο και ευχάριστο: Την απόλυτη εμπιστοσύνη και κοπιώδη προσπάθεια ανθρώπων που προσέγγισα για πρώτη φορά με σκοπό να τους προτείνω να συμμετάσχουν στην ταινία, οι οποίοι την αγκάλιασαν με μοναδικό πάθος και μου έδειξαν τρομερή αγάπη σε όλη τη δύσκολη αυτή διαδρομή.
Είναι τρομερή τύχη για να ένα νέο σκηνοθέτη να εισπράττει τόση εμπιστοσύνη και αγάπη από τους συνεργάτες του.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και οδήγησαν το φιλμ στην προβολή σε δύο από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά Φεστιβάλ (στο διαγωνιστικό τμήμα του Σαράγιεβο και το κυρίως πρόγραμμα της Βιεννάλε, ενώ έπεται συνέχεια) αλλά και στην κινηματογραφική διανομή στο «Μικρόκοσμο» από τις 5 Δεκεμβρίου. Τους υπερευχαριστώ και θα τους είμαι για πάντα υπόχρεος.
Επιλέξατε να γυρίσετε την ταινία σε 16άρι φιλμ. Πρόκειται απλώς για μια αισθητική επιλογή ή κρύβει κάτι περισσότερο;
«Ποιος κάνει ασπρόμαυρες ταινίες στις μέρες μας;» Αυτό ρωτάει σε έξαλλη κατάσταση ο παραγωγός-Γκόρντον τον σκηνοθέτη-Φρίντριχ Μονρό στην «Κατάσταση των Πραγμάτων» του Βέντερς. Βέβαια στην περίπτωση της Ελλάδας ο Βιμ δεν θα είχε δίκιο γιατί οι ασπρόμαυρες ταινίες δεν λείπουν τα τελευταία χρόνια, ούτε και έλειψαν ποτέ τώρα που το σκέφτομαι!
Το αισθητικό κομμάτι αποφασίστηκε από κοινού με τον Γιάννη Φώτου, Διευθυντή Φωτογραφίας της ταινίας: Θέλαμε να αποτυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το συναίσθημα πανικού που κυριεύει τους χαρακτήρες, να είναι διάχυτο μέσα στο φιλμ. Καταλήξαμε λοιπόν ότι η καλύτερη επιλογή για το «Runaway Day» είναι να έχει μια άγρια, ακατέργαστη εικόνα. Ο καλύτερος τρόπος για να εξυπηρετηθεί αυτός ο σκοπός ήταν η ταινία να γυριστεί σε φιλμ 16mm και να είναι ασπρόμαυρη, όπως και έγινε. Μάλιστα μετά το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ που βύθισε όλους τους κινηματογραφιστές στην απόγνωση, η ταινία είναι μια από τις τελευταίες μεγάλου μήκους που έχουν γυριστεί σε φιλμ 16mm, μαζί με την «Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της Ελίνας Ψύκου.
Το αίτημα για φυγή από τα αστικά κέντρα δείχνει να επανέρχεται σταθερά. Πριν τριάντα χρόνια ήταν το πρόβλημα της αστυφιλίας, σήμερα η κρίση. Τελικά μήπως αναζητούμε αφορμές για να ρίξουμε το ανάθεμα στις πόλεις αντί να κοιτάξουμε στον καθρέφτη μας;
Προφανώς και βολεύει τους ανθρώπους να εθελοτυφλούν, είναι το πλέον ανώδυνο. Ωστόσο, υπάρχει πραγματικό πρόβλημα με αυτή την πόλη το οποίο μάλιστα βιώνουμε όλοι: Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στα κεντρονότια προάστια των Αθηνών, θλίβομαι βαθιά με την κατάντια της πόλης και το κακό που συνήθως της κάνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι λες και θέλουν να την αφανίσουν από προσώπου γης!
Έτσι λοιπόν, η Αθήνα απεικονίζεται στην ταινία με μεγάλη αγάπη αλλά ταυτόχρονα με τη μελαγχολία που προκαλεί η εγκατάλειψη της πόλης η οποία, σε πολλά σημεία στα οποία βρεθήκαμε για να κάνουμε γύρισμα, θυμίζει σκηνικό από μετα-αποκαλυπτική ταινία χωρίς καμία ανάγκη για σκηνογραφική επέμβαση ή επεξεργασία μέσω οπτικών εφέ. Τρομερό!
Αυτή η κατάσταση ενδεχομένως να έχει ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικά αλλά χωροταξικά πρόκειται για έγκλημα. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι κάτι που υπογραμμίζεται στην ταινία, το γεγονός δηλαδή ότι είμαστε όλοι τόσο ασφυκτικά κλεισμένοι μέσα στο μικρό μας περιβάλλον που έχουμε αφήσει την πόλη στην τύχη της να μαραζώσει και, εντέλει, να πεθάνει.
Ο κάθε πολίτης, ως μέλος μιας κοινωνίας αλληλεγγύης και συνεργασίας, όπως θα έπρεπε να είναι μια σωστή κοινωνία, έχει υποχρέωση να φροντίζει τον τόπο όπου ζει και κινείται περισσότερο από το ίδιο του το σπίτι. Προφανώς οι Αθηναίοι έκαναν μαζική κοπάνα από το μάθημα της πολιτικής αγωγής… Ή δε νιώθουν την Αθήνα σαν τόπο τους.
Από την άλλη, γιατί να νοιαστεί ο πολίτης όταν η ίδια η πολιτεία δεν δίνει δεκάρα για τίποτα, ούτε καν για τους πολίτες;
Το «Runaway Day» προβάλλεται ήδη στους κινηματογράφους.
Συντελεστές:
Cast:
Μαρία Σκουλά, Μάκης Παπαδημητρίου, Ερρίκος Λίτσης, Κωνσταντίνος Σταρίδας, Εύα Βόγλη, Υβόννη Μαλτέζου, Χρήστος Στέργιογλου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Βουδούρης, Νίκος Γιαννίκας, Γιώργος Ρουσσάκης, Γιώργος Αραχωβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Ανδρέας Σωτηρακόπουλος, Γιώργος Μπελεσιώτης, Στέλλα Γιαννούλη, Chalil Ali Zada, Barakat Hossaini, Στάθης Κόκκορης, Χρόνης Τζήμος, Λίνα Γιαννοπούλου, Οδυσσέας Χατζηπαράς, Ρεγγίνα Μανδηλάρη (φωνή), Ανθή Ευστρατιάδου (φωνή). Αφηγητής: Αλέκος Δραγώνας
Crew:
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μπαβέλλας
Στην αρχική γραφή του σεναρίου έχει συνεργαστεί η Ελίνα Ψύκου
Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ναταλία Πανέτσου
Ηλεκτρολόγος: Κώστας Βρακοζώνης
Σκηνικά: Δήμητρα Παναγιωτοπούλου
Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη
Σχεδιασμός Ήχου: Δάφνη Φαραζή
Μίξη Ήχου: Γιώργος Φασκιώτης
Additional Dialogue Recording: Στέφανος Δαμιανάκης
Ηχοληψία: Μάκης Ασημακόπουλος, Κυριάκος Πουκαμισάς
Μουσική: The Mongrelettes, The Smoking Barrels, Γιώργος Γκίνης, Γιώργος Μπουσούνης, Addy Flor & His Orchestra
Executive Producer: Νίκος Μούτσελος
Συνεργάτης Παραγωγός: Λίνα Γιαννοπούλου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Φώτου
Φωτογράφος πλατώ: Ελένη Μήτσιου
Μοντάζ: Δημήτρης Τόλιος
Παραγωγή: Vox Productions, Δύο Τριάντα Πέντε, Sklavis Film Lab, SteFilm, Online Recording Masters
Παραγωγοί: Τζίνα Πετροπούλου, Σωτήρης Μήτσιος, Δημήτρης Μπαβέλλας
Εταιρία Παραγωγής: Vox Productions
Συμπαραγωγοί: 2|35, Sklavis Film Lab, SteFilm, Online Recording Masters
Με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και του ΟΠΑΠ






