Η «Νονά», όπως είναι ο τίτλος της ταινίας, ολοκληρώνει την άτυπη τριλογία που ξεκίνησε με την «Εξομολόγηση ενός Οικονομικού Δολοφόνου» και συνεχίστηκε με την «Ολιγαρχία», με θέμα την άσκηση μιας εξουσίας κυνικής και ανήθικης, εις βάρος των πολλών και υπέρ των λίγων και ισχυρών.
Με φόντο την Ευρώπη της κρίσης και των μνημονίων που βαραίνουν κυρίως τις χώρες του Νότου, με πρώτη και «καλύτερη» τη χώρα μας, ο Κούλογλου ανατρέχει στο παρελθόν της Καγκελάριου, προκειμένου να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα του πώς κατάφερε εκείνο το «άσημο κοριτσάκι από την Ανατολική Γερμανία» να αποκτήσει σχεδόν απόλυτη εξουσία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το cinemag.gr συνάντησε τον Στέλιο Κούλογλου και μίλησε μαζί του εκτενώς για τη σημασία του να γυρίζει κανείς πολιτικό ντοκιμαντέρ, τις επιπτώσεις των παράτολμων, συχνά μαφιόζικων πολιτικών πρακτικών της Μέρκελ, αλλά και τη σύγχρονη, ζοφερή ευρωπαϊκή πραγματικότητα που στενάζει κάτω από τις εκβιαστικές πολιτικές της Καγκελάριου και των παρατρεχάμενών της.
Πώς προέκυψε η ιδέα για τη «Νονά»;
Μου έκανε πολλή μεγάλη εντύπωση πώς μία άσημη Φυσικός, άσχετη με την πολιτική, κατάφερε μέσα σε μερικά χρόνια να κυριαρχήσει πρώτα στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και έπειτα να γίνει η «βασίλισσα» της Ευρώπης. Αυτή τη στιγμή είναι η ισχυρότερη γυναίκα στον κόσμο και με εξουσία που δεν είχε καμία άλλη στο παρελθόν.
Ούτε καν η Θάτσερ; Θέλω να πω, το δίδυμο Θάτσερ-Ρέιγκαν άφησε εποχή.
Όχι, γιατί εκείνη είχε μεν μεγάλη εξουσία, αλλά στη Μεγάλη Βρετανία. Εδώ όμως, στην περίπτωση της Μέρκελ, σφάζονται στην ποδιά της όλα τα ευρωπαϊκά παλικάρια. Ίσως βέβαια η Ιστορία να γράψει πως η Θάτσερ επηρέασε περισσότερο τα πράγματα από ό,τι η Μέρκελ, θα δούμε. Αν και πιστεύω ότι η τελευταία θα σφραγίσει τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι η δύναμη που έχει αυτή τη στιγμή να διαμορφώνει τις εξελίξεις στην Ευρώπη, λόγω της Ευρωζώνης αλλά ακόμα και τώρα στην Ουκρανία, όπου και εκεί έπαιξε παιχνίδι, είναι πάρα πολύ μεγάλη.
Δεν είχε καταφέρει ποτέ, ας πούμε, η Θάτσερ να στριμώξει τη Γαλλία. Η Μέρκελ, αντιθέτως, το κατάφερε και δε μιλάμε καν για τον Ευρωπαϊκό Νότο. Η μεν Θάτσερ πολέμησε στα Φόκλαντ, ενώ η Μέρκελ έχει ξεκινήσει έναν ακήρυχτο οικονομικό πόλεμο με θύματα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Αλλά για να επιστρέψω στην ιδέα της ταινίας, αρχικά μου έκανε εντύπωση η περίπτωση της Μέρκελ, επειδή και παλαιότερα είχα καλύψει λίγο την Ανατολική Γερμανία (σ.σ. όπου μεγάλωσε η Καγκελάριος) και παρακολουθούσα τα γερμανικά τεκταινόμενα. Έπειτα, βγήκε αυτό το βιβλίο της Χέλερ, «Η Νονά», το οποίο την παρουσίαζε ότι χρησιμοποιεί μαφιόζικες μεθόδους και όλο αυτό, αν το σκεφτεί κανείς, ήταν κάτι σαν πολιτικό θρίλερ.
Στο μεταξύ, η κρίση στην Ευρώπη βαθαίνει όλο και περισσότερο. Εάν συνεχίσει η Μέρκελ την ίδια πολιτική, κατά τη γνώμη μου σε δύο χρόνια δε θα υπάρχει Ευρωζώνη, θα καταρρεύσει, κι επομένως θα φορτωθεί με μία μεγάλη καταστροφή τόσο ευρωπαϊκή όσο και γερμανική, διότι αυτή τη στιγμή η Γερμανία θριαμβεύει χάρις στο ευρώ. Αν ξαναγυρίσει στο μάρκο ή σε κάποιου είδους «ευρώ του βορρά», θα υπερτιμηθούν πάρα πολύ όλα τα προϊόντα της. Άλλωστε αυτή τη στιγμή, η Γερμανία ζει σε ένα υποτιμημένο για εκείνη νόμισμα κι εμείς σε ένα υπερτιμημένο.
Είπατε προηγουμένως ότι όλη η εξέλιξη της Μέρκελ θυμίζει πολιτικό θρίλερ. Στις «Εξομολογήσεις Ενός Οικονομικού Δολοφόνου» είχατε πει πως η ιστορία του Πέρκινς έφερνε περισσότερο σε νουάρ. Τελικά είναι το κινηματογραφικό είδος που σας εντυπώνεται σε κάθε ιστορία προκειμένου να την κάνετε ταινία;
Είναι το είδος της ιστορίας, η πολιτική ίντριγκα, η πλοκή εκείνοη που με ενδιαφέρει. Αυτό δεν αφορά μόνο τον «Οικονομικό Δολοφόνο», άλλα και την «Ολιγαρχία» και τη «Νονά», τα οποία αποτελούν τα μέρη μιας τριλογίας. Στην Ολιγαρχία επικρατούσε η ίντριγκα σχετικά με τη διεθνή επικράτηση των τραπεζών, κι εκεί ήταν που «έπαιξε» πολύ το δίδυμο Θάτσερ-Ρέιγκαν.
Και εκεί, στην «Ολιγαρχία» υπάρχει μία εντός εισαγωγικών «διεθνής συνομωσία», λέω σε εισαγωγικά γιατί δεν πιστεύω στην έννοια συνομωσία όπως συνήθως ερμηνεύεται. Αναφέρομαι σε μία πολιτική συνομωσία.
Παράλληλα, με ιντριγκάρει πάρα πολύ αυτό το παιχνίδι εξουσίας, που στην περίπτωση της Μέρκελ είναι ιδιαίτερα έντονο αφού εμπεριέχει μέχρι και πολιτικές «δολοφονίες», καθώς «δολοφονεί» τον Χέλμουτ Κολ, τον πρώην ευεργέτη της, αδειάζοντάς τον κανονικά.
Είναι χαρακτηριστικό πως παρότι υπήρχαν και άλλοι δελφίνοι για την αρχηγία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, εκείνοι είχαν την κουλτούρα της Δυτικής Γερμανίας όπου σέβονταν κάποιους κανόνες.
Η Μέρκελ, όμως, προερχόμενη από την Ανατολική, σπάει όλους τους κανόνες του παιχνιδιού εφαρμόζοντας δικούς της, ενώ αποδεικνύεται παράλληλα εξαιρετικά έξυπνη και ικανή. Δεν είναι τυχαίο που αυτό το «κοριτσάκι από την Ανατολική Γερμανία», όπως το λέγανε, έφτασε να κυριαρχεί.
Στην εποχή των αρκετών επιτυχημένων – και ελληνικών – παραδειγμάτων ντοκιμαντέρ που βγαίνουν κατευθείαν στο διαδίκτυο, τι είναι αυτό που σας ωθεί να κάνετε ταινίες για το σινεμά;
Πέραν από το ότι μου άρεσε από μικρός ο κινηματογράφος, πιστεύω σε αυτή τη μαγεία (της μεγάλης οθόνης) την οποία δε μπορεί να φτιάξει το κομπιούτερ. Το δεύτερο είναι πως έχει διαφορά να ρίξεις μία ταινία δωρεάν στο διαδίκτυο. Εκεί μπορεί να τη δούνε πολλοί ή λίγοι, άλλοι ίσως την κόψουν στη μέση ή δουν δέκα λεπτά, άλλοι πάλι μπορεί να τη δουν ολόκληρη ή ακόμα και τρεις φορές.
Εν πάση περιπτώσει, χτίζεται μία διαφορετική σχέση με εκείνον που έρχεται στον κινηματογράφο για να σε δει. Επιπλέον, αυτό που κάνω είναι να παίρνω μετά την ταινία παραμάσχαλα πηγαίνοντάς την σε όλες τις πόλεις, κάτι που έκανα τόσο με την «Εξομολόγηση», όσο και με την «Ολιγαρχία» και το «Ολοκαύτωμα της Μνήμης». Το ίδιο σκοπεύω να κάνω και τώρα. Πάω και δημιουργώ μια σχέση όπου μετά την προβολή ακολουθεί συζήτηση.
Αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει και δε θέλω να το «διαφθείρει» το διαδίκτυο, παρότι δουλεύω εκεί με το TVXS. Το διαδίκτυο είναι άλλο μέσο, άλλο οι εφημερίδες, άλλο το ντοκιμαντέρ και ο κινηματογράφος και θεωρώ πως είναι λάθος να τα μπερδεύουμε.
Αλλά ποια είναι πλέον η θέση του κινηματογραφικού πολιτικού ντοκιμαντέρ, στην εποχή της υπερπληροφόρησης από την τηλεόραση, το διαδίκτυο και τα social media;
Η «Ολιγαρχία», για παράδειγμα, έκανε ρεκόρ εισιτηρίων στην κατηγορία της και θα έκανε ακόμα περισσότερα με τη φόρα που είχε πάρει αν δεν έπεφτε πάνω στην περίοδο του Πάσχα. Το «Ολοκαύτωμα», από την άλλη, δεν είχε την ίδια επιτυχία, όμως θεωρώ πως διεθνώς βλέπουμε δουλειές όπως π.χ. του Μάικλ Μουρ, να πηγαίνουν πολύ καλά και στον κινηματογράφο.
Γενικά θεωρώ πως δεν πρέπει να τα παρατήσουμε. Υπάρχει, βέβαια, κι ένα θέμα χρόνου: κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του ντοκιμαντέρ από τις ειδήσεις ή μία τηλεοπτική εκπομπή είναι αφενός ο παραπάνω χρόνος, τόσο για σένα να προετοιμάσεις την ταινία, όσο και για το θεατή να χωνέψει κάποια πράγματα. Στην τηλεόραση δε μπορείς να το κάνεις αυτό γιατί άμα χαλαρώσεις λίγο υπάρχει το ζάπινγκ.
Στη «Νονά» φαίνεται πως η κουλτούρα της Μέρκελ διαμορφώθηκε σημαντικά κατά τα νεανικά χρόνια της στην Ανατολική Γερμανία. Από την άλλη, η επικρατούσα άποψη θέλει τις κατευθυντήριες γραμμές στη σύγχρονη πολιτική να ορίζονται από ευρύτερες δομές όπως π.χ. οι Αγορές, όχι από τα πρόσωπα. Τελικά τι έχει περισσότερη σημασία στην πολιτική σκακιέρα: το άτομο ή το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο;
Προσωπικά πιστεύω στο ρόλο της προσωπικότητας στην Ιστορία και δε θεωρώ πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Ούτε πιστεύω πως είτε με τον Σαμαρά, είτε με τον Καραμανλή, θα έχουμε τα ίδια αποτελέσματα. Φυσικά, με την έκπτωση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια στην ποιότητα και στα ήθη των πολιτικών, έχουμε φτάσει να θεωρούνται όλοι ίδιοι.
Όμως, ειδικά στην περίπτωση της Μέρκελ, θεωρώ πως αν είχε επικρατήσει άλλος πολιτικός στη θέση της τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά.
Μίλησα πολύ με τον Ούρλιχ Μπεκ, κορυφαίος κοινωνιολόγος που εμφανίζεται στην ταινία κι έχει γράψει το «Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι». Σε κάποιο σημείο που τελικά δεν συμπεριέλαβα στο ντοκιμαντέρ, μου έλεγε πως το πρόβλημα είναι πως τόσο ο Γερμανός πρόεδρος όσο και η Μέρκελ προέρχονται από την Ανατολική Γερμανία.
Πρόκειται για ανθρώπους που δε μπορούν να συνειδητοποιήσουν την αξία της Ευρώπης όπως τη βλέπουμε οι υπόλοιποι. Και αυτοί οι δύο, αλλά κυρίως η Μέρκελ, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη γερμανική πολιτική. Ένας άλλος πολιτικός θα χειριζόταν διαφορετικά την κρίση που ξέσπασε το 2008.
Άλλωστε, πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί εξωτερικών της Γερμανίας, όπως ο Γκένσερ, ο Κολ, ο Σμιτ – ιερά τέρατα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας – είναι έξαλλοι με την πολιτική που ασκεί η Μέρκελ, τόσο απέναντι στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα.
Αν η Μέρκελ είναι Νονά και η υπάρχουσα Ευρωπαϊκή Ένωση που διαφεντεύει Μαφία, τότε εμείς τι δουλειά έχουμε εκεί;
Εντάξει, προσωπικά δεν υποστηρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι Μαφία, λέω ότι μία μαφία έχει καταλάβει την Ένωση. Εννοώ πως έχουμε να κάνουμε με μία τύπισσα που ασκεί πολιτική με μαφιόζικες μεθόδους. Αλλά σε ό,τι αφορά το θέμα της Ευρώπης, επαναλαμβάνω πως αν η Μέρκελ εμείνει στην ίδια πολιτική, σε δύο χρόνια κατά τη γνώμη μου δε θα υπάρχει Ευρωζώνη.
Ήδη, παρότι το κρύβουν, η Ιταλία και η Γαλλία είναι στο κόκκινο, αν μελετήσουμε τους σχετικούς πίνακες. Και τώρα τελευταία προέκυψε θέμα, αφού τους συνέστησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πάρουν μέτρα κι εκείνες είπαν να τους αφήσουν ήσυχους.
Δε μπορεί, για παράδειγμα, η Volkswagen να δανείζεται με επιτόκιο 1% και η Fiat με 6%, κάτι τέτοιο καθιστά εντελώς ετεροβαρή και άνισο τον ανταγωνισμό. Είτε λοιπόν θα επικρατήσει μία λογική αλληλεγγύης ή θα διαλυθεί το όλο σύστημα, κάτι το οποίο μου λένε και όσοι συνάντησα στο ντοκιμαντέρ. Οι δε πολιτικές αβαρίες θα φανούν και στις ερχόμενες Ευρωεκλογές όπου θα υπάρξει σε μεγάλο βαθμό ενίσχυση των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων.
Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει βέβαια και κόμματα σαν τη Χρυσή Αυγή…
Ε ναι, βέβαια. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης των ευρωπαϊκών αξιών και της ταυτόχρονης ενίσχυσης της λογικής των εθνικών εγωισμών, αυτού που ακολουθεί η Μέρκελ δηλαδή. Η Γερμανία και οι πλούσιοι Γερμανοί για την ακρίβεια, έχουν βγάλει απίστευτα λεφτά από αυτή την ιστορία (της κρίσης).
Ακόμα και ο τίτλος υπονοεί πως η Μέρκελ υιοθετεί μαφιόζικου τύπου πρακτικές. Από την άλλη, η τακτική των τελεσίγραφων και των ανοικτών εκβιασμών από τους Ευρωπαίους προς την ελληνική πλευρά βρισκόταν τα τελευταία χρόνια στην ημερήσια διάταξη. Τελικά, η Μέρκελ κομίζει όντως νέα ήθη στην άσκηση πολιτικής;
Ε, τέτοιου είδους εκβιαστικές πολιτικές δεν είχαμε στην Ευρώπη πριν τη Μέρκελ. Εντάξει, το ΔΝΤ εφάρμοζε αντίστοιχες πρακτικές, αλλά στη Λατινική Αμερική η οποία ήταν πεδίο άνθησης μαφιόζικων τακτικών.
Στην Ευρώπη αντίθετα, τώρα μόνο έχουμε τα «αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω θα σου κόψω τη δόση». Κι αυτό έχει γίνει και στην Ελλάδα, και στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία. Τώρα μόνο είχαμε εκβιασμούς στο στυλ που είδαμε και στην Κύπρο.
Η Ιρλανδία εκβιάστηκε να μπει στο μνημόνιο με το ζόρι, εκεί έδρασαν σαν οικονομικοί δολοφόνοι, αφού η χώρα δεν είχε οικονομικό πρόβλημα παρά μόνο μία ιδιωτική τράπεζα. Κι ενώ ο Ιρλανδός υπουργός ήθελε να την αφήσει να καταρρεύσει, τον εκβίασαν πως αν το κάνει θα έκοβαν τη ροή χρήματος προς την κεντρική τράπεζα της χώρας με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ολόκληρη η εθνική οικονομία.
Στην Κύπρο, πάλι, δύο ιδιωτικές τράπεζες είχαν το πρόβλημα, αλλά εκεί ακολούθησαν άλλη πολιτική, τιμωρώντας τις τράπεζες, επειδή δεν κατείχαν οι συγκεκριμένες γερμανικά και γαλλικά κεφάλαια.
Στη «Νονά» βλέπουμε δύο πρώην υπουργούς, τη Λούκα Κατσέλη και τον Αντώνη Μανιτάκη, να μιλούν για τους εκβιασμούς των Ευρωπαίων, σα να πρόκειται για αναλυτές και όχι θεσμικούς εκπροσώπους μιας χώρας. Τους ακούς και μετά δεν είναι να απορείς γιατί φτάσαμε στο σημείο αυτό…
Το δικό μου μέλημα, πάντως, ήταν να αποσπάσω από αυτούς τους ανθρώπους τις καλύτερες δυνατές μαρτυρίες κι όχι να τους κρίνω. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μανιτάκης αναφέρει πως η όλη εμπειρία του ήταν ένας διαρκής εκβιασμός, ένας εφιάλτης που τους υποδείκνυαν τι θα κάνουν και τους ταπείνωναν.
Δοκιμάσατε να προσεγγίσετε την ίδια τη Μέρκελ;
Όχι, ήξερα ότι δε θα μου μιλήσει με τίποτα, οπότε δεν ήθελα να χάσω το χρόνο μου προσπαθώντας. Άλλωστε ήθελα να πω μια ιστορία για τη Μέρκελ, όχι με τη Μέρκελ.
Υπάρχει πάντως μία συγκλονιστική σκηνή, που παραπέμπει ανοικτά στον «Νονό» του Κόπολα, μόνο που σ’ αυτή δε συμμετέχει η Μέρκελ… (σ.σ. πρόκειται για το στιγμιότυπο, όπου ένας Ισπανός υπουργός σκύβει στο αυτί ενός ευρωπαίου ομολόγου του, διαβεβαιώνοντάς τον πως τα μεταρρυθμιστικά μέτρα για τα εργασιακά θα είναι άκρως ικανοποιητικά)
Ναι, είναι όπως όταν μιλάς με έναν υπαρχηγό της Μαφίας και του λες «ξέρεις, μη στεναχωριέσαι, θα γίνει αυτό που έχουμε πει». Είναι απίστευτο! Πρόκειται για ένα πλάνο μέσα από το Eurogroup, το οποίο να σημειωθεί πως κατά λάθος κατεγράφη στην κάμερα. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε πως έχει αλλάξει τελείως το κλίμα. Μπορεί πάντα να υπήρχαν μεγάλοι και μικροί παίκτες, όμως υπήρχε κι ένα κλίμα ισοτιμίας.
Για παράδειγμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου τους έκανε γυμνάσια τύπου «θα βάλω βέτο» και ποτέ δεν του έλεγαν «κάτσε καλά» ή τον εκβίαζαν. Υπήρχε ένα κλίμα όπου και οι μικροί παίκτες είχαν κάποιο ρόλο, μία υπόσταση και μία αξιοπρέπεια. Αυτά πια έχουν καταπατηθεί πλήρως από τη γερμανική πολιτική. Έχουμε ένα γερμανικό imperium, ας πούμε, ξανά πάνω από την Ευρώπη.
Στην ταινία γίνεται επίσης αναφορά στο μείγμα φόβου και ενοχών που επιστρατεύεται προκειμένου να περάσουν οι σκληρές πολιτικές λιτότητας. Ως πότε βλέπετε να επενεργεί κατευναστικά αυτό το μείγμα πάνω στις μάζες;
Ε, ο φόβος είναι παραλυτικός. Μέχρι που να συνειδητοποιήσεις τι γίνεται και να αντιδράσεις, έχει παραλυτική επίδραση. Αν κανείς προσθέσει σε αυτόν και τις ενοχές και την προπαγάνδα, δεν μπορώ να πω πως τα βλέπω αισιόδοξα τα πράγματα.
Στην «Ολιγαρχία» είχα μία σεκάνς προς το φινάλε με το κίνημα των Αγανακτισμένων και όλες αυτές τις μεγάλες κινητοποιήσεις στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ελλάδα. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα και αυτό δεν μπορούσα να μην το καταγράψω. Υπάρχει μεν ο Πέπε Γκρίλο σαν αντίδραση στην Ιταλία, τον οποίο συνάντησα, κάναμε μία πολύ καλή επαφή κι ο οποίος προτείνει κάτι που κατά κάποιο τρόπο υιοθετώ, να υπάρξει δηλαδή μία συνεργασία των χωρών του (Ευρωπαϊκού) Νότου.
Προς το παρόν όμως δε βλέπω να υπάρχει κάποια αντίδραση από τον κόσμο. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ που εμφανίζεται να πηγαίνει καλά στις δημοσκοπήσεις, μοιάζει με κάτι σαν μία διαδικασία ανάθεσης του τύπου «πάρε εσύ την εξουσία, θα σε ψηφίσουμε και κάνε ό,τι θέλεις». Δεν είναι προϊόν, δηλαδή, μιας ενεργούς κινητοποίησης και συμμετοχής στα κοινά.
Ο κόσμος έχει φοβηθεί πάρα πολύ, προσπαθεί να επιβιώσει. Όλη η θεωρία πως αν τα πράγματα δυσκολέψουν ο κόσμος θα επαναστατήσει, καταρρίπτεται. Αποδεικνύεται ότι οι σοβαρές αλλαγές, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’60, γίνονται σε συνθήκες οικονομικής ευημερίας όπου οι άνθρωποι αισθάνονται πιο ασφαλείς να διεκδικήσουν περισσότερα. Όσο τους βάζεις στην πρέσα και τους αφαιρείς δικαιώματα, τόσο μετατρέπονται σε ζώα.
Κι αυτό το παιχνίδι του φόβου, των ενοχών αλλά και της τιθάσευσης των μαζών το ξέρει πάρα πολύ καλά η Μέρκελ. Τα εορταστικά διαγγέλματά της που έχω συμπεριλάβει στην ταινία είναι για να δείξω πώς απευθύνεται στον κόσμο: του μιλά για το κόψιμο του τσιγάρου, για ξεχασμένες τεχνολογικές καινοτομίες, τον πρώτο αγώνα της Μπουντεσλίγκα πριν από 50 χρόνια και τέτοια. Δηλαδή, τι μας λες τώρα; Τους μιλάει σαν παιδιά.
Από την εμπειρία της στην Ανατολική Γερμανία, η Μέρκελ είδε ότι όταν δεν υπάρχει μία βίαιη καταστολή, υπάρχουν κάποιοι κανόνες κι όλα γίνονται με σχετικά διακριτικό τρόπο, οι μάζες προσαρμόζονται. Κι αυτό ακριβώς έχει γίνει στη Γερμανία όπου τους κρατάει πλήρως στο σκοτάδι. Οι Γερμανοί εξακολουθούν να πιστεύουν πως μας βοηθάνε.
Εδώ όμως τα πράγματα δεν έγιναν τόσο διακριτικά. Αποκαλύψεις σαν αυτή με τα υποβρύχια που κόστισαν όσο οι περικοπές από τα μνημονιακά μέτρα δε φαίνεται να οδήγησαν σε αποτελεσματικές αντιδράσεις…
Εδώ. Εκείνο που βλέπω να διατηρείται σε εμάς, παρά την όλη καταπίεση και τη φτώχεια, είναι εκείνη η πλευρά του «να γλεντήσουμε τη ζωή» η οποία δεν έχει ακόμη «δολοφονηθεί». Βλέπω π.χ. να ανοίγουν ακόμα μπαράκια, να βγαίνει έξω ο κόσμος και ειδικά η νεολαία και με τα λίγα να πίνει μια μπύρα. Στη δε επαρχία όπου πηγαίνω με την ταινία, βλέπω πως οι σχέσεις φιλοξενίας διατηρούνται, πως μπορεί οι άνθρωποι να μην έχουν λεφτά αλλά δε δέχονται να πληρώσεις στην ταβέρνα.
Νομίζω πως μόνο αυτό μας έχει μείνει, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Μας έφεραν σε μία κατάσταση όπου έχουν καταστραφεί πολλά, από την οποία θα κάνουμε πολλά χρόνια να επιστρέψουμε.






