• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Υπάρχει μια κοινωνία που αντιστέκεται»

30 Απρ 2014 | Θέματα | 0 comments

Ο Γιώργος Σερβετάς, σκηνοθέτης του «Να Κάθεσαι και να Κοιτάς», μιλά στο cinemag.gr για την σύγχρονη Ελλάδα, το κοινωνικό πλαίσιο της ταινίας και των χαρακτήρων της αλλά και για την πραγματικότητα ενός σκηνοθέτη δύσκολο ελληνικό σήμερα.
Συντάκτης: Άντυ Δημοπούλου
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

«Να κάθεσαι και να κοιτάς» είναι ο τίτλος της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του 36χρονου Γιώργου Σερβετά (μετά την «Κατάσταση των Πραγμάτων»), ένα σύγχρονο γουέστερν, με τις ρίζες του βαθιά στην ελληνική επαρχία.

Οι ήρωές του βίαιοι και απεγνωσμένοι, καθημερινοί και συγχρόνως αρχετυπικοί, ακροβατούν στη σημερινή κοινωνία της εξαγρίωσης και στις φόρμες της αρχαίας τραγωδίας. Δεν μοιάζει άλλωστε τυχαία η επιλογή του ονόματος Αντιγόνη (Μαρίνα Συμέου) για την κεντρική ηρωίδα, μία 30χρονη που επιστρέφει μετά από χρόνια στη μικρή επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε με ελπίδες για ένα νέο, καλύτερο ξεκίνημα.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Σερβετάς μίλησε στο cinemag.gr για την σύγχρονη Ελλάδα, το κοινωνικό πλαίσιο της ταινίας και των χαρακτήρων της αλλά και για την πραγματικότητα ενός σκηνοθέτη δύσκολο ελληνικό σήμερα.

Θεωρείτε ότι η πρόσκαιρη ευημερία των περασμένων χρόνων ευνοούσε την παθητική στάση του «Να Κάθεσαι και να Κοιτάς»; Η Ελλάδα της Κρίσης είναι που έφερε την πιο ενεργή συμμετοχή του ατόμου στις σχέσεις του και στη γενικότερη δράση του μέσα στην κοινωνία;

Η κρίσιμη στιγμή για την διαμόρφωση μιας άλλης συνείδησης ανταγωνιστικών πολιτικών υποκειμένων δεν είναι η υπογραφή του μνημονίου το 2010, αλλά οι διαδηλώσεις του Δεκέμβρη του 2008.

Μέχρι τότε υπήρχε το καταθλιπτικό τοπίο του λάιφσταϊλ, της επιθετικής ευημερίας και της κυριαρχίας της τηλεόρασης. Ας πούμε ότι αν κάποιος δεν χώραγε σε αυτό, το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει ήταν μια περιθωριακή γωνίτσα του εναλλακτικού.

Μια νέα συνείδηση αμφισβήτησης γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 2008 και έδειξε το μεγάλο χάσμα που υπήρχε μεταξύ της κοινωνίας και των οργανωμένων θεσμών. Με έναν τρόπο έδωσε τέλος στην πολιτική και πολιτιστική μοναξιά ενός κομματιού κόσμου που είτε από αδυναμία είτε από τοποθέτηση δεν χώραγε στο πάρτι της “ισχυρής Ελλάδας”.

Αποκάλυψε στην πραγματικότητα ότι υπάρχει μια κοινωνία που αντιστέκεται και ότι οι θεσμοί δεν απέχουν πολύ από την ανυποληψία. Αυτό βρίσκω ότι ήταν ένα σημείο καμπής που έδωσε την ευκαιρία για την εγκατάλειψη μιας παθητικής στάσης.

Η μετακίνηση του ατόμου στο εξωτερικό αλλά και στην ελληνική επαρχία την συγκεκριμένη χρονική στιγμή προβληματίζει πολύ την γενιά των 30. Η ηρωίδα της ταινίας επέλεξε μία ελληνική κωμόπολη με την ελπίδα να κάνει ένα καλύτερο ξεκίνημα αλλά αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες. Πιστεύετε ότι είναι μύθος η πιο ήσυχη και «ποιοτική» ζωή στην περιφέρεια και τις μικρότερες από την Αθήνα, πόλεις;

Υπάρχει ένα πρόβλημα κάνοντας μια ελληνική, ή εν πάσει περιπτώσει οτιδήποτε άλλο από μια αμερικανική ταινία.

Στον κινηματογράφο έχει επικρατήσει μια ρεαλιστική γλώσσα. Η εικόνα είναι πάντα συγκεκριμένη: δεν υπάρχει ένας άνδρας, υπάρχει αυτός ο άνδρας με αυτήν τη φάτσα και αυτό το όνομα, αντίστοιχα δεν υπάρχει μια πόλη, αλλά η συγκεκριμένη πόλη με αυτά τα σπίτια, τους δρόμους, τα τοπία και τους κατοίκους.

Αυτό πολλές φορές γίνεται παραπλανητικό, είναι σαν να βλέπει κανείς την «Ηλέκτρα» και να ψάχνει στοιχεία ηθογραφίας για το μυκηναϊκό Άργος. Ας πούμε ότι δε με ενδιαφέρει η ελληνική κωμόπολη, όπως στην «Ηλέκτρα» δε μας ενδιαφέρει το Άργος και η πολιτική και κοινωνική ζωή του.

Ο τόπος της ταινίας δεν είναι παρά ο καθρέφτης της μεγαλύτερης εικόνας. Με ενδιαφέρει η επαρχία επειδή καθιστά τις σχέσεις ορατές – η Αντιγόνη στην Αθήνα, δεν θα περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του Νώντα. Με ενδιαφέρει η σημειολογία του τοπίου στην επαρχία, ένα τοπίο που είναι το πεδίο της μάχης του πολιτισμού ενάντια στην φύση.

Γιατί πιστεύετε ότι η γενιά των σημερινών 30, αντικειμενικά η πιο εκπαιδευμένη και πνευματικά διευρυμένη γενιά που έζησε ποτέ στην Ελλάδα μέχρι σήμερα (με πτυχία, πολύπλευρες γνώσεις και αναρίθμητες προσλαμβάνουσες μέσω του διαδικτύου) δεν μπορεί να διαμορφώσει ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο στην χώρα, χωρίς βία; Είναι πολιτικοί οι περιορισμοί ανάπτυξης της κοινωνίας;

Επίσημη θρησκεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι απλά η προοπτική μιας καλύτερης ζωής, είναι η δυνατότητα να απολαμβάνουμε βασικές πτυχές της ζωής μας, ελεύθερο χρόνο, δημόσιο χώρο, ποιοτικές σχέσεις και φυσικό περιβάλλον.

Είναι η σύγκρουση με ένα δόγμα που θεωρεί τα κοινωνικά αγαθά εμπόρευμα. Καμιά οικονομική και πολιτική ελίτ πουθενά, δεν είναι διατεθειμένη να απαρνηθεί τον πλούτο της και την εξουσία της χωρίς να δώσει όποια μάχη μπορεί.

Ακόμα και στην Ελλάδα της ύφεσης υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αύξησαν υπέρμετρα τον ήδη μεγάλο πλούτο τους, πάνω στην φτώχεια των πολλών.

Η μάχη που διεξάγεται αυτόν τον καιρό στην Ελλάδα και στην Ευρώπη έχει σαφή ταξικά χαρακτηριστικά, είναι ένας πόλεμος των πλουσίων ενάντια στους φτωχούς και από τις ταινίες που έχω δει, δεν έχω πειστεί ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια ειρηνικής συνύπαρξης με τα ζόμπι.

Η ένταση στην ταινία εξελίσσεται με ρυθμούς θρίλερ και σκηνές γουέστερν. Με μικρούς διαλόγους και βίαιες σκηνές που χτυπούν το κατεστημένο της σιωπής της κοινωνίας. Πώς επιλέξατε αυτόν τον τρόπο αφήγησης της ιστορίας σε μία χώρα χωρίς παράδοση σε κανένα απ’τα δύο κινηματογραφικά είδη;

Διεκδικώ για την ταινία μου μια ανάγνωση, ως κομμάτι ενός σώματος κινηματογράφου που έχει εδραιώσει τις συμβάσεις του: π.χ. στον κλασικό αμερικάνικο κινηματογράφο, ένας ντετέκτιβ είναι ένας ντετέκτιβ και ένας σερίφης είναι ένας σερίφης. Δεν μας ενδιαφέρουν γενικά οι ηθικές παραδηλώσεις της θέσης του, ούτε μας απασχολεί το ότι ενδεχομένως είναι μπάτσος με όλα τα σχετικά.

Για την ταινία μου χρειαζόμουν ένα επίπεδο αφαίρεσης ώστε να λειτουργήσει ένα κλειστό σύμπαν. Ακόμα, αν θεωρήσουμε ότι τα γουέστερν είναι η εποποιία της εξάπλωσης του δυτικού πολιτισμού στην φύση, βρίσκω ότι μια τέτοια φόρμα είναι επίκαιρη σήμερα.

Ζούμε μια αντίστροφη διαδικασία, με την υπόσχεση του μοντέρνου κόσμου να έχει διαψευστεί, ή να έχει εκφυλιστεί σε ένα παθολογικά ηλίθιο κυνήγι του κέρδους μέσα σε έναν καπιταλισμό «Mad Max».

Το σκηνικό μιας επαρχιακής ελληνικής πόλης, νομίζω, έκανε πρεμιέρα σε διεθνές κοινό. Ο γκρίζος ουρανός της ταινίας έρχεται σε κόντρα με την ηλιόλουστη εικόνα που έχουν για την Ελλάδα στο εξωτερικό και οι φιλόξενοι Έλληνες παρουσιάζονται εσωτερικά εξαγριωμένοι. Πώς υποδέχτηκαν την ταινία «Να Κάθεσαι και να Κοιτάς» οι Έλληνες θεατές στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πώς το φεστιβαλικό κοινό του Τορόντο και του Βερολίνου, όπου προβλήθηκε η ταινία;

Σε κάθε φεστιβάλ όπου ακολούθησε q&a, η ταινία έδωσε αφορμή για μια συζήτηση λιγότερο ή περισσότερο πολιτική. Νομίζω ότι αυτό που κυριάρχησε τόσο στην Θεσσαλονίκη όσο στο Τορόντο και στο Βερολίνο, ήταν μια συζήτηση πάνω σε θέματα φύλου και ταυτότητας φύλου και πάνω στον φασισμό ως πολιτική έκφραση αλλά και ως κοινωνικό υποκείμενο.

Αυτό που μου είναι δύσκολο να αποφύγω μέσα στον θόρυβο που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με την Ελλάδα, είναι ότι η ταινία αποτελεί και μια αντανάκλαση μιας διαβρωμένης και σε αποσύνθεση ελληνικής κοινωνίας.

Από την δική μου πλευρά δεν θεωρώ ότι αυτό είναι ελληνικό φαινόμενο. Τυχαίνει η Ελλάδα να είναι η αιχμή του δόρατος μιας σοβαρής κρίσης του καπιταλισμού.

Αλλά ούτε ο φασισμός, ούτε η διαφθορά έχουν ελληνική πατέντα. Στην πραγματικότητα τέτοια φαινόμενα και σε τέτοια κλίμακα δεν φυτρώνουν χωρίς τον έλεγχο μεγαλύτερων πολιτικών κέντρων.

Έχουμε αυτές τις μέρες τα γεγονότα στην Ουκρανία. Είναι εξόφθαλμη η πολιτική στήριξη στους εκεί νεοναζί από την Γερμανία και τις Η.Π., χωρίς να ξεχνάμε και τον Βενιζέλο που έσπευσε να αναγνωρίσει κυβέρνηση με συμμετοχή νεοναζί.

Πριν σπεύσουμε να βάλλουμε εναντίον της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να μιλήσουμε για την Ελλάδα ως κράτος, και φυσικά την Ευρωπαϊκή ένωση και το Βερολίνο.

Οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες παίρνουν τελευταία όλο και πιο συχνά το εισιτήριο για μεγάλα διεθνή Φεστιβάλ. Ποιο είναι το στοιχείο της νέας γενιάς σκηνοθετών –στην οποία ανήκετε- που νομίζετε ότι γοητεύει τα Φεστιβάλ ανά τον κόσμο και έχει διαμορφώσει αυτό το νέο κύμα ταινιών, όπου μικρές παραγωγές καταφέρνουν να διακρίνονται κι εκτός Ελλάδας;

Οι νέες ελληνικές ταινίες, είτε το επιδιώκουν οι δημιουργοί τους είτε όχι, δίνουν μια πολιτική απάντηση στο γιατί μας πήρε και μας σήκωσε. Στον βαθμό που αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα έχει ευρύτερη σημασία, οι ελληνικές ταινίες απασχολούν και τα διεθνή φεστιβάλ.

Από την άλλη υπάρχει και μια γενιά παραγωγών με πολύ καλύτερη γνώση του παγκόσμιου κινηματογράφου και σταθερό προσανατολισμό στην εξωστρέφεια των ελληνικών ταινιών, και την τεχνογνωσία για να το πετύχουν.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ