• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Αυτό που συμβαίνει μέσα σου, κρύβεται στη σιωπή σου»

29 Ιούν 2014 | Θέματα | 0 comments

Μετά την πολυβραβευμένη «Η Πόλη Των Παιδιών» ο Γιώργος Γκικαπέππας επιστρέφει με το «Silent» και μιλά στο cinemag.gr.
Συντάκτης: Πάνος Γκένας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Σε μια εποχή που ο λόγος, και ειδικά ο δημόσιος, είναι ανηλεώς παρών, μια «εκκωφαντική» σιωπή είναι ικανή να προκαλέσει εξελίξεις.

Τρία χρόνια μετά την πολυβραβευμένη «Η Πόλη Των Παιδιών», ο Γιώργος Γκικαπέππας επιστρέφει με το «Silent» και ταυτόχρονα στέκεται διερευνητικός στην προσφιλή του θεματική: τις οικογενειακές σχέσεις.

Στη νέα του ταινία, η κεντρική ηρωίδα – μια νεαρή σοπράνο – χάνει τη φωνή της εξαιτίας μιας σπάνιας ασθένειας, απομονώνεται στο κλειστό πατρικό σπίτι και αρνείται το περιβάλλον της.

Κανείς δεν ξέρει αν αδυνατεί ή αρνείται να μιλήσει. Η οικογένεια κλονίζεται και στέκεται αμήχανη μπροστά στο χαρισματικό, αλλά σιωπηρό παιδί που δημιούργησε.

Το «Silent» ξετυλίγεται σε πέντε κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο παίρνει το όνομά του από τα πέντε πρόσωπα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά της κεντρικής ηρωίδας με αντίστροφη χρονολογική σειρά γνωριμίας: η δασκάλα της στην Πολωνία, ο φίλος της μουσικός στην Αθήνα, η ηθοποιός αδελφή της, ο σκηνοθέτης θεάτρου πατέρας της και η καθηγήτρια πανεπιστημίου και συγγραφέας μητέρα της, ταυτισμένοι κι οι δύο με τη γενιά της διανόησης του Μάη του '68.

Το cinemag.gr μίλησε με τον σκηνοθέτη για την πορεία της ταινίας, την αφορμή πίσω από την ιστορία, τα μαθήματα που αποκόμισε από την «Πόλη των Παιδιών» και τις δυσκολίες τού να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα σήμερα. 

Σε τι στάδιο βρίσκεται η παραγωγή της καινούργιας ταινίας σας;

Στην τελική προετοιμασία. Πρόβες, δοκιμές, αλλαγές, αυτοσχεδιασμοί και αγωνία. Παρακάμπτω λεπτομέρειες για οικονομικές δυσκολίες γιατί σε λίγο θ' αρχίσει ν' ακούγεται κλισέ, ενώ είναι η βασική αιτία για τη δύσπνοια και τη βίαιη εξάσκηση του μυαλού να παραμένει αμετακίνητο στο στόχο του.

Καταπιάνεστε για άλλη μια φορά με τις οικογενειακές σχέσεις. Η οικογένεια τελικά απελευθερώνει ή δεσμεύει τα μέλη της;

Η οικογένεια είναι ένας δεσμός από μόνος του. Νομίζεις ότι έχεις φύγει και εκ των υστέρων ανακαλύπτεις ότι δεν έχεις φύγει ακριβώς.

Η αθάνατη ελληνική οικογένεια «φυλακίζει» τα παιδιά της σε ντουβάρια νομίζοντας ότι τα προστατεύει ενώ τα έχει φορτώσει με ενοχές.

Η βορειοευρωπαϊκή οικογένεια σπρώχνει τα παιδιά της στην ελευθερία κι αυτά μετά γυρνάνε και λένε «δεν μ' αγάπησες»…

Δεν ξέρω τελικά ποιος φταίει ή αν φταίει. Κατά κάποιο τρόπο τους ανθρώπους από τους οποίους προέρχεσαι δεν τους γνωρίζεις ακριβώς, τους μαθαίνεις σιγά σιγά ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνεις και τα μάτια και το μυαλό σου αλλάζουν. Και όσο όλα αλλάζουν, αλλάζουν όψη κι εκείνοι.

Ο καθένας από μας είναι ένα παζλ από πρόσωπα, ενέργειες και αναλογίες. Κουβαλάμε τον πατέρα μας, τη μάνα μας, τ' αδέλφια μας.

Κανείς δεν είναι ακριβώς υπεύθυνος. Κανείς δεν γεννήθηκε πατέρας, ούτε και μάνα, μεταφέρει αυτό που έμαθε, όπως και κανένα παιδί δεν γνωρίζει πώς ακριβώς να φερθεί.

Ύπάρχουν άνθρωποι που φτάνουν 35-40 και ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι αυτό που τους συμβαίνει προέρχεται από μια αδυναμία απογαλακτισμού, μια αιώνια εφηβεία που είναι ακριβώς το αντίθετο απ' αυτό που πίστευαν, μια τεράστια εξάρτηση που αγνοούν τελικά.

Οι «άλλοι» μέσα μας είναι ένα αξεπέραστο κεφάλαιο που επηρεάζει βαθιά την εξέλιξή μας χωρίς να το γνωρίζουμε.

Η ανθρώπινη ύλη είναι τραυματική από τη φύση της γιατί μεταφέρει στη σύνθεσή της ιδιότητες που δεν τις επιλέξαμε και μόνο αν αναρωτιέσαι για τη συμπεριφορά σου, έχει πιθανότητες να δεις καθαρά και να εξελιχθείς. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν.

Στην ταινία, επικεντρώνεστε σε ένα δίπολο: τη σιωπή και το λόγο. Πόσο ηχηρή μπορεί να γίνει η σιωπή και πόσο κενός ο λόγος;

Τίποτα πιο σιωπηρό από την αλήθεια. Η σιωπή μας κρύβει τα πάντα μας και την αλήθεια μας, όσα γνωρίζουμε και κυρίως όσα δεν γνωρίζουμε. Ο λόγος άλλοτε απελευθερώνει και άλλοτε ψυχαναγκάζει. Και λέει και ψέματα.

Ένα δίχρονο παιδί που αρχίζει να γεύεται τη φωνή του και «μιλάει» ασταμάτητα, τη στιγμή που θα το ρωτήσεις «γιατί το έκανες αυτό;», αμέσως σωπαίνει γιατί η φωνή του δεν είναι πια χαρά, γιατί ο λόγος δεν έχει καμιά σχέση με τη φωνή.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα παιδιά είναι οι πιο σκληροί κριτές γιατί το πρώτο που αντιλαμβάνονται είναι η συμπεριφορά των άλλων και πόσο αυτή διαφέρει από το λόγο τους.

Γι' αυτό και δεν ακούν όταν τους λένε το σωστό, όπως και τραυματίζονται ανεξίτηλα όταν οι άλλοι δεν κατεβαίνουν στο χαμηλό τους ύψος για να δουν ποιο είναι τελικά το υποκειμενικό τους πλάνο: θεόρατοι άνθρωποι που κάνουν μάθημα υστερίας.

Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται να κρύβει την αλήθεια του, είτε γιατί ντρέπεται είτε γιατί φοβάται, και αυτό που συμβαίνει μέσα του κρύβεται στη σιωπή του.

Μεγαλώνοντας εκπαιδεύεται στο να το εκφράζει ή να το μεταφράζει. Η γλώσσα μπαίνει στη ζωή του αλλά και πάλι, αυτό που λέει με λόγια δεν είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει μέσα του. Ο λόγος και το θέατρο του λόγου είναι συνυφασμένα.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατάφεραν ποτέ στη ζωή τους να εκφράσουν αυτό που κρύβουν μέσα τους, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να επιχειρηματολογούν και να μιλούν ωραία. Η μπλοκαρισμένη έκφραση δεν σημαίνει αναισθησία, όπως και η ικανότητα λόγου δεν σημαίνει απαραίτητα ευαισθησία.

Η ηρωίδα στην ταινία χάνει την ικανότητά της να τραγουδάει και αυτονομείται από τη διανοούμενη οικογένειά της. Η τραυματική της σιωπή γίνεται πεδίο μάχης για τους άλλους που επιμένουν να συνομιλούν μαζί της και να της χρεώνουν άρνηση. Η σιωπή της μεταφράζεται ως αντίδραση.

Από τον Μάη του '68 κι έπειτα, η ελευθερία του λόγου (και δικαίως ως ένα βαθμό) έγινε ταυτόσημη με την ελευθερία. Τώρα αν αναρωτηθούμε γιατί, ενώ οι άνθρωποι σήμερα μιλούν ελεύθερα, δεν κατάφεραν να βρουν την αληθινή τους ελευθερία, είναι μεγάλη ιστορία.

Η σύγχρονη εποχή έφτιαξε τον talking head, τον τύπο ανθρώπου «μιλάω, άρα υπάρχω» και δεν είναι τυχαίο. Η ομιλία πήρε τη θέση της δράσης, αντικατέστησε τη δράση.

Παντού γύρω μας η εντολή είναι «μίλα, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι, γιατί δε μιλάς; γιατί δε μου μιλάς; μίλα μου, πάρε τηλέφωνο, απάντησε, διατύπωσε με σαφήνεια τη σκέψη σου, υπερασπίσου, δικαιολογήσου, είσαι δυσλεκτικός;» και μετά από λίγο σκάει κι η βόμβα: «να μη μιλάς άμα δεν έχεις τίποτα να πεις».

Τέλος ο λόγος μετά, το στόμα δεν θέλει ν' ανοίξει. Ένα είναι σίγουρο, ότι το όριο ανάμεσα στη λύτρωση και στο βάρος του λόγου ήταν και παραμένει να είναι εντελώς ασαφές.

Πώς συνδέεται η φαντασία και ο ρεαλισμός στο σενάριο του «Silent»;

Στα πρώτα σχεδιάσματα του σεναρίου υπήρχαν πολλές φανταστικές σκηνές, οι οποίες προσέγγιζαν πιο διεισδυτικά το σιωπηρό κόσμο της ηρωίδας. Στο τελευταίο στάδιο του σεναρίου οι φανταστικές σκηνές είναι ανύπαρκτες. Όλα συμβαίνουν στ' αλήθεια. Ακόμα και στο μυαλό της. Όλα είναι στον ενεστώτα.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα συνομιλούν υποτίθεται με ένα σιωπηρό πρόσωπο ενώ στην πραγματικότητα το τιμωρούν για τη σιωπή του.

Προτίμησα την αμιγώς ρεαλιστική αφήγηση γιατί εκεί μέσα βρίσκονται όλα, όσα φανερώνονται και κυρίως όσα κρύβονται.

Τι διδαχθήκατε από την εμπειρία της «Πόλης των Παιδιών»; Η δεύτερη ταινία σάς βρίσκει περισσότερο ειλικρινή και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση;

Προσπαθώ να είμαι περισσότερο ειλικρινής και νιώθω λίγο πιο ώριμος. Είδα πολλά από τα λάθη που έκανα στην πρώτη μου ταινία. Η «Πόλη των Παιδιών» εξακολουθεί να είναι είναι μια πολύ ζωντανή εμπειρία μέσα μου. Δεν ξέρω, μπορεί να ήταν και η ένταση της πρώτης φοράς.

Πάντως διδάχθηκα να μην σταματάω να φτιάχνω σενάρια, να εμπλέκω στην περιπέτεια κι άλλους ανθρώπους, να μη στέκομαι στις δυσκολίες. Αν μπεις εκεί χάθηκες, δεν ξανακάνεις σινεμά.

Η «Πόλη των Παιδιών» και η αναγνώρισή της μού έδειξε ένα δρόμο. Το πιο δύσκολο όμως νιώθω ότι είναι να βρεις όχι πώς να κάνεις κινηματογράφο, αλλά τι κινηματογράφο θες να κάνεις.

Να βρεις το δικό σου μονοπάτι και τη δική σου γλώσσα σε μια χώρα που δεν νοιάζεται και τόσο αν το ελληνικό σινεμά βραβεύεται διεθνώς.

Το έχω ξαναπεί ότι δεν είναι ηρωισμός που τα καταφέρνουμε, είναι μια τρέλα που στο τέλος αποδεικνύει αν άξιζε και αν είχαμε όντως κάτι στ' αλήθεια να πούμε ο καθένας με τον τρόπο του.

Εγώ θέλω να κάνω ένα σινεμά ανθρωποκεντρικό και ψυχολογικό, που βασίζεται στη δουλειά μου με τους ηθοποιούς και εκφράζει το στοχασμό μου για την εποχή που ζω και τους ανθρώπους γύρω μου. Κι εμένα μαζί.

Μ' αρέσουν οι ιστορίες που έχουν να κάνουν με το σώμα σε μια εποχή που το σώμα πνίγεται και καταπιέζεται από καινούργιες ανάγκες κι η ψυχή δεν φτερουγίζει, δεν ελευθερώνεται.

Η εποχή μας είναι ασώματη. Γι' αυτό και είναι κατά βάθος δειλή.

Στην «Πόλη των Παιδιών» έδειξα περιπτώσεις μιας σωματικής συνθήκης, τη σχέση έρωτα και εγκυμοσύνης σε μια πνιγμένη πόλη, τώρα στο «Silent», βλέπω ανθρώπους να μην αποδέχονται ότι η σιωπή είναι υγιής, απέναντι σε ένα πλάσμα που αδυνατεί καν να μιλήσει.

Η σιωπή αντιμετωπίζεται ως ψυχική ασθένεια στα μάτια αμήχανων ενοχλημένων ανθρώπων που έμαθαν μόνο να μιλάνε.

Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κινηματογράφο πλέον;

Δεν ξέρω αν όσοι επιμένουμε να κάνουμε σινεμά στην Ελλάδα είμαστε καλά ή όχι. Πιθανότατα είμαστε υπέρμαχοι της ρήσης του Μπουκόφσκι «αν αγαπάς κάτι πάρα πολύ, άσ'το να σε σκοτώσει», επιβεβαιώνοντας την Κάλλας που απαντούσε ότι δεν είναι θέμα θέλησης αλλά αγάπης.

Τι φιλοδοξίες έχετε για το «Silent»;

Να μπορέσω να το τελειώσω με το καλό. Το αν καταφέρω να κάνω κάτι αξιόλογο ή όχι, θα φανεί. Προς το παρόν απολαμβάνω την πίστη και την ανοχή των συνεργατών μου και κυρίως των ηθοποιών μου.

Silent

Ηθοποιοί

Διδώ, νεαρή σοπράνο: Κίκα Γεωργίου

Ιωάννα, μητέρα της: Ανέζα Παπαδοπούλου

Σπύρος, πατέρας της: Μάνος Βακούσης

Αγγελική, αδελφή της: Ηλέκτρα Νικολούζου

Μάνος, φίλος της: Όμηρος Πουλάκης

Anna, δασκάλα της: Ιωάννα Μαυρέα

Ειδικές Εμφανίσεις

Φωνίατρος: Κώστας Μπερικόπουλος

Ψυχίατρος: Γιώργος Ζιόβας

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ