Με το που τελείωσε η προβολή του «Xenia» στις Κάννες, τον περασμένο Μάιο, ένα πράγμα ήθελα να κάνω: να χορέψω. Να χορέψω και με το μέσα μου – ολόκληρος. Οι θεατές χειροκροτούσαν και φώναζαν «μπράβο» (κι ανάμεσά τους ο διευθυντής του Φεστιβάλ, Τιερί Φρεμό, όρθιος) και ο ίδιος ο Πάνος Κούτρας χαμογελούσε με εκείνη την ιδιόμορφη συστολή που έχει ακόμη κι όταν του κάνεις ένα απλό καθημερινό κοπλιμέντο. Το απολάμβανε με στυλ.
Έξι μήνες μετά, η ταινία κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες, ενώ έχει ήδη προβληθεί στη Γαλλία και Ιταλία, έχει πάρει εξαιρετικές κριτικές, και συμμετάσχει στα Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι και Τορόντο.
Το βασικό προτέρημα του «Xenia» είναι ότι δεν μπορείς να το ταξινομήσεις εύκολα. Είναι ταινία δρόμου και ιστορία ενηλικίωσης, δραματική κομεντί, ευφορικό μελόδραμα και μουσικό ρομάντζο. Παίρνει ανοιχτή θέση για το μεταναστευτικό και την ομοφυλοφιλία, και κοιτάζει την Ελλάδα με ορθάνοιχτα μάτια – με καθαρότητα, ειλικρίνεια, ευκρίνεια, χιούμορ και τόλμη. Σπάνιος ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων.
Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στην Ελλάδα, ο Πάνος Χ.Κούτρας μιλά για όλα στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ που κυκλοφορεί. Κυριολεκτικά για όλα: για το σινεμά, τα παιδικά του χρόνια και τα πρώτα του όνειρα, τα ναρκωτικά, τις σπουδές του στο Λονδίνο και το Παρίσι, την οικογένειά του, τους γκέι και τις μόνιμες σχέσεις, τη μετανάστευση, την εκκλησία και τους χρυσαυγίτες, το ταξίδι του «Xenia» στις Κάννες και τη Γαλλία, το έμφραγμα που έπαθε, τη ζωή και το θάνατο, τα σημερινά του όνειρα, τον έρωτα.
Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα. Την υπόλοιπη, χορταστική συνέντευξη αναζητήστε την στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ – με εξώφυλλο τους πρωταγωνιστές του «Xenia» βέβαια.
Ας ξεκινήσουμε από το «Xenia». Ποια ήταν η αρχική ιδέα;
Η πρώτη ιδέα ήταν ότι ήθελα έντονα να κάνω ένα teenage film. Ισως επειδή μπήκα βαρβάτα στη μεσαία ηλικία, ίσως επειδή είχα κι εγώ μια εφηβεία πολύ δυνατή και έντονη. Θέλω να πω ότι τα πάντα για μένα τελείωσαν όταν ήμουν 18 ετών. Ολες τις ιδέες μου, όλες τις θέσεις μου, τις ολοκλήρωσα εκεί. Κι από εκεί και πέρα απλά προσπαθώ να τις διαχειριστώ. Ενας από τους λόγους που ήθελα να κάνω αυτή την ταινία ήταν γιατί είχα ξεχάσει πως ήμουν νέος, οπότε ήταν και λιγάκι…
…ένας τρόπος να ανακαλέσεις τη νεότητά σου;
Ναι, μία τελευταία, απελπισμένη κίνηση να μην ξεχάσω τη νεότητά μου.
Οπότε και το θέμα του ξενοδοχείου Xenia προέρχεται φαντάζομαι από αυτή τη νεότητα.
Συγγνώμη, δεν ολοκλήρωσα. Είμαι φλύαρος, το ξέρεις… Λοιπόν, η εφηβεία είναι το ένα θέμα. Το δεύτερο είναι ότι ήθελα να κάνω μία ταινία για το μεταναστευτικό. Ηταν κάτι το οποίο με απασχολούσε πάρα πολύ, προσωπικά.
Είναι, όμως, και λίγο road movie.
Είναι λίγο «faux road movie», διότι το πρώτο της κομμάτι διαδραματίζεται στην Αθήνα και όλο το τρίτο κομμάτι στη Θεσσαλονίκη. Μόνο το δεύτερο κομμάτι είναι στο δρόμο. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια ταινία για τον χρόνο. Ένα teenage film για τον χρόνο και για το μεταναστευτικό.
Επανέρχομαι στο θέμα του ξενοδοχείου.
Το θέμα του ξενοδοχείου μπήκε γιατί το είδα μπροστά μου, το θυμάμαι μικρός.
Είχες μείνει σε Xenia όταν ήσουν μικρός, με την οικογένειά σου; Είχες κάνει διακοπές σε Xenia;
Ναι. Σε παρεμφερές Xenia, δεν θυμάμαι αν ήταν αυθεντικό Xenia, αλλά παρεμφερές σίγουρα. Ολα αυτά ορίζουν μία Ελλάδα που δεν υπάρχει πια, αλλά και μία νιότη που δεν υπάρχει πια για μένα. Οπότε, αν θέλεις, το Xenia ταιριάζει με την επιθυμία μου να μιλήσω για έναν χρόνο που έφυγε για πάντα, ανεπιστρεπτί. Και κατά κάποιον τρόπο προσπάθησα να τον ξαναζήσω. Ενας σκηνοθέτης, μέσα από τις ταινίες που φτιάχνει, έχει την τύχη να ξαναζήσει κάτι που έζησε στο παρελθόν ή να ζήσει κάτι που δεν έχει ζήσει ποτέ.
Ήταν δύσκολο γύρισμα;
Ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου, για εκατό λόγους που θα πάρει όλο το τεύχος του ΣΙΝΕΜΑ να τους απαριθμήσω. Πραγματικά ήταν μία πολύ περίπλοκη ταινία. Ολες οι ταινίες μου ήταν δύσκολες, βέβαια, όμως αυτή τη φορά δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω από την αρχή τις δυσκολίες που θα συναντούσα.
Ποιο είναι για σένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι στη δημιουργία μιας ταινίας;
Η συγγραφή του σεναρίου. Το να κάθεσαι στον καναπέ σου και να σκέφτεσαι τρέλες. Καλά, δεν το συζητώ, είναι τέλειο!
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έλεγε ότι γι’ αυτόν ήταν το γύρισμα. Ζούσε μόνο για να γυρίζει.
Όχι, εγώ είμαι σαν τον Χίτσκοκ. Δηλαδή, μισώ το γύρισμα. Αν κάποιος άλλος κάνει το γύρισμα, θα χαρώ πολύ. (γελάει) Λέω ψέματα… Γιατί το γύρισμα προσφέρει στιγμές μεγάλης αδρεναλίνης, κάτι που ως πρώην τζάνκι το εκτιμώ: νιώθεις την αδρεναλίνη να ανεβαίνει.
Το μοντάζ;
Το μοντάζ το λατρεύω, είμαι εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ, το παρακολουθώ από την αρχή μέχρι το τέλος.
Πώς είσαι με τους συνεργάτες σου; Τους ακούς, δηλαδή, ή τους τρελαίνεις;
Και τα δύο. (γελάει) Δεν μπορείς, όμως, να μην ακούς τους συνεργάτες σου! Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Δεν γίνεται αλλιώς. Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ να κάνω κάτι μόνος μου, με τρομάζει η μοναξιά αυτή.
Στο γύρισμα πώς είσαι; Είσαι δύσκολος, είσαι απαιτητικός;
Δεν μπορώ να σου πω εγώ, θα πρέπει να ρωτήσεις τους συνεργάτες μου. (γελάει)
Τι λένε οι συνεργάτες σου;
Υπάρχουν συνεργάτες οι οποίοι, αν τους ρωτήσεις –και το ξέρω– με λατρεύουν και λένε: «δεν υπάρχει καλύτερος» και «είναι θεός» και τέτοια. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι που λένε ότι είμαι ένας κέρβερος.
Πού βρίσκεται η αλήθεια;
Τώρα τι να σου πω… Είναι αλήθεια και τα δύο φαντάζομαι. Σίγουρα… Δεν το σκέφτομαι. Και νομίζω ότι υπάρχει πολλή φιλολογία γύρω από το πώς δουλεύουν οι σκηνοθέτες στο γύρισμα, παραπάνω απ’ ό, τι πρέπει.
Με τους ηθοποιούς σου πώς δουλεύεις; Τους δείχνεις πώς θέλεις να παίξουν;
Ναι, το δείχνω καμιά φορά. Και μετά τους λέω: «Τώρα κάντε το σωστά, μην το κάνετε γελοία, όπως σας το έδειξα, γιατί αν μπορούσα να το κάνω μόνος μου θα το έκανα εγώ».
Έχεις δουλέψει αρκετά με ερασιτέχνες, όπως η Μίνα Ορφανού στη «Στρέλλα», με πρωτοεμφανιζόμενους, όπως ο Κώστας Νικούλη, ο Νίκος Γκέλια και η Ρομάνα Λόμπαχ στο «Xenia»…
…και με πολύ πεπειραμένους, όμως, όπως η Θέμις Μπαζάκα, ας πούμε, που την λατρεύω.
Πώς τους αντιμετωπίζεις, λοιπόν;
Οι ηθοποιοί είναι το καλύτερό μου. Ίσως γιατί με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Ολα τα υπόλοιπα τα βρίσκω λίγο βαρετά. Δηλαδή, πραγματικά βαριέμαι. Εγώ χρειάζομαι το human touch και χρειάζομαι τη σκέψη και χρειάζομαι το διάλογο και χρειάζομαι να είμαι με κάποιον. Αυτό. Και αυτό απαντάει και στο ερώτημά σου για το πώς δουλεύω. Χρειάζομαι το διάλογο. Είτε αυτός ο διάλογος είναι διαλεκτικός, είτε αυτός ο διάλογος είναι φασαρία.
Το «Xenia» προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών –στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα– και αμέσως μετά βγήκε στις γαλλικές αίθουσες. Αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο. Εγώ, δηλαδή, δεν θυμάμαι πόσες άλλες ελληνικές ταινίες προβλήθηκαν τόσο γρήγορα στο εξωτερικό – πριν καν προβληθούν στην Ελλάδα.
Νομίζω ποτέ. Να βγει στη Γαλλία πριν βγει στην Ελλάδα.
Πώς αισθάνεσαι τώρα; Τι κρατάς μέσα σου από όλα αυτά: το κόκκινο χαλί, τους φωτογράφους, τις καταπληκτικές κριτικές;
Αυτήν την ερώτηση θα την απαντούσε καλύτερα ένας ηθοποιός: «Πόσο χαίρεται;». Οσο διαρκεί το χειροκρότημα. Δεν υπάρχει παραπάνω. Αυτό. Δύο λεπτά διαρκεί ένα χειροκρότημα; Τρία λεπτά; Αυτό είναι, μετά τελειώνει.
Θέλω να πω, δεν ζω τη ζωή μου έτσι. Δεν μου λέει τίποτα. Χαίρομαι, αλλά όχι παραπάνω. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή σκέφτομαι πώς θα τελειώσω τις δουλειές μου να πάω διακοπές και πώς θα πληρώσω τη ΔΕΗ – διότι έχω ένα μεγάλο πρόβλημα με τη ΔΕΗ και πέρασα ένα μήνα κάνοντας διακανονισμούς.
Σκέφτομαι, επίσης, το επόμενο σενάριο – δεν θέλω να μένω πίσω. Ποτέ στη ζωή μου δεν το έκανα και ίσως και γι’ αυτό ζω. Γιατί μου έχουν συμβεί και πολύ κακά πράγματα στη ζωή μου επίσης.
Μια καλή κριτική, όμως, δεν κρατάει μόνο όσο ένα χειροκρότημα. Μένει. Και για το «Xenia» γράφτηκαν εκθειαστικές κριτικές και από μεγάλα έντυπα – και από τη Liberation και από τη Le Monde και από το Hollywood Reporter.
Κοίτα να δεις, χαίρομαι πάρα πολύ, αλλά ξέρω ότι είναι και μία τύχη όλο αυτό. Τα πράγματα στη ζωή πρέπει να σου καθίσουν. Καμιά φορά κάθονται, καμιά φορά δεν κάθονται. Σε άλλους κάθονται πιο πολύ, σε άλλους κάθονται λιγότερο. Πιστεύω ότι το «Xenia» είναι μία καλή ταινία, αλλά ήμουν και τυχερός – έκατσε.
Θέλεις να πεις ότι υπάρχει πολλή τύχη στη δημιουργία;
Όχι στη δημιουργία, στην αναγνώριση του έργου, όμως, η τύχη είναι ένας παράγοντας σοβαρός. Τύχη; Συγκυρία; Θέλεις να το πεις αλλιώς; Ναι, τώρα το λέω τύχη, χρησιμοποιώ μία πολύ ευρεία λέξη, μπανάλ κάπως, περικλείει τα πάντα. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή δεκάδες εξαιρετικές ταινίες που για κάποιο λόγο δεν επιλέχθηκαν στις Κάννες, για μία ψήφο. Μου έχει συμβεί στη δεύτερη ταινία μου (σ.σ. την «Αληθινή Ζωή» του 2004), η οποία έμεινε εκτός Καννών για μία ψήφο. Κατάλαβες τι θέλω να σου πω; Οπότε μου έχει συμβεί και το άλλο, και ξέρω πώς είναι.






