Το 20ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας φέτος έλαβε περισσότερες από 200 συμμετοχές για μικρού μήκους ταινίες. Από αυτές επιλέξαμε τις 65 για να τις παρουσιάσουμε σε ένα διαγωνιστικό τμήμα που δίνει ελπίδα για το μέλλον του ελληνικού σινεμά. Το cinemag.gr σας συστήνει – με τυχαία σειρά – τις βραβευθείσες ταινίες και τους νέους δημιουργούς τους.
«ΙΙ» του Ευθύμη Kosemund Σανίδη
Η ταινία που κέρδισε το πρώτο βραβείο του διαγωνιστικού τμήματος των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας είναι ένα μινιμαλιστικό αφηγηματικά, σκονισμένο δοκίμιο πάνω στον χρόνο και στην απόσταση που δημιουργεί.
Ένας ηλικιωμένος γαμπρός περπατάει στον ανοιχτό ορίζοντα προς μία νύφη που τον περιμένει. Συναντιούνται μα η απόσταση μεταξύ τους αρχίζει και πάλι να μεγαλώνει.
Ένα αφαιρετικό και αποσπασματικό παραμύθι σαν το «ΙΙ», μπορεί εύκολα να σταθεί σαν μια μικρού μήκους ταινία ή κάποια κομμάτια της (εσκεμμένα) έμειναν έξω;
Δεν αντιλαμβάνομαι το «ΙΙ» απαραίτητα ως ένα παραμύθι, καθώς δεν είμαι πεπεισμένος για το φανταστικό χαρακτήρα της ταινίας. Δεν ήταν μία εύκολη ταινία στο στήσιμο, ακριβώς εξαιτίας της αφαιρετικής της διάθεσης.
Κατά το στάδιο της ανάπτυξης αλλά και καθ’όλη την προπαραγωγή υπήρξε πολλή σκέψη και συζητήσεις με τους στενούς μου συνεργάτες σχετικά με το τι πρέπει να δειχθεί και τι όχι, πάντα σε σχέση με αυτό που είχα στο μυαλό μου.
Θεωρώ πως για να λειτουργήσει κάτι αφηρημένα, πρέπει να έχει αποκρυσταλλωθεί πολύ καλά ένας πυρήνας, μία κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, προσπάθησα να εμπιστευθώ και την διαίσθησή μου και να πάρω κάποιες αποφάσεις χωρίς να πρέπει να εξηγήσω το γιατί στον εαυτό μου.
Το επιδιώκω αυτό γενικότερα τελευταία, κάποιες φορές με καταλαμβάνει ένας ψυχαναγκασμός, αλλά εν προκειμένω δυσκολεύτηκα αρκετά αφού το «ΙΙ» είναι η πρώτη μου ταινία και αυτό σίγουρα μετρίασε την αυτοπεποίθησή μου.
Όπως και σε κάθε άλλη ταινία, μοιραία, κάποια κομμάτια μένουν εκτός. Το σενάριο, η σκηνοθεσία, το μοντάζ και όλα τα δημιουργικά και παραγωγικά μέρη που ουσιώνουν την ταινία συνιστούν μία αλυσίδα επιλογών και ως τέτοια, και ένα σύνολο θυσιών.
Η ταινία ακολουθεί έναν ρυθμό αργό, δίνοντας ένα στίγμα ροής από σκηνοθετικής πλευράς. Πόσο ενδιαφέρον ήταν να δουλέψεις με τους ηθοποιούς πάνω σε αυτόν το ρυθμό;
Ζούμε σε ένα κόσμο που όλα λειτουργούν με υπερβολικά ταχείς ρυθμούς, τουλάχιστον για μένα. Δεν μου αρέσει αυτός ο κόσμος, επομένως στις ταινίες μου θέλω να δημιουργώ άλλες συνθήκες, πιο συμβατές με τη ψυχοσύνθεση και τις ευαισθησίες μου.
Η δουλειά με τους ηθοποιούς στο βηματισμό, τα βλέμματα και τις αντιδράσεις έγινε σε μεγάλο βαθμό πριν τα γυρίσματα, στην Αθήνα, αλλά το περιβάλλον του γυρίσματος και η διαμονή εκεί όρισαν το δικό τους ρυθμό και η -λιγότερο ή περισσότερο- φορμαλιστική μας επένδυση έγινε σταδιακά βιωματική.
Το γύρισμα έξω από την Αγία Τριάδα ήταν περιπέτεια, το χαρήκαμε πολύ, θυμάμαι την επιστροφή στην Αθήνα αργά το βράδυ, ήμασταν όλοι κουρασμένοι αλλά ταυτόχρονα νιώθαμε μία φοβερή ενέργεια – νομίζω πως αυτό σχετίζεται με ένα συντονισμό, μεταξύ μας, με το τοπίο, με το συμβάν που δεχτήκαμε, με το ρυθμό, που δεν είμαι σίγουρος αν τον δίνουμε εμείς λαμβάνοντας μία ενσυνείδητη απόφαση ή αν τον δεχόμαστε κάπως πιο μυστικά.
Η βράβευσή σου, τόσο στο Σεράγεβο, όσο και στη Δράμα και στην Αθήνα πόσο μπορεί να βοηθήσει την ταινία από δω και πέρα ή κάποιο επόμενό σου σχέδιο;
Σίγουρα η συμμετοχή της ταινίας σε σημαντικά φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και τα βραβεία, τοποθετούν την ταινία στο χάρτη και την βοηθάνε να βρει ένα κοινό και να ολοκληρωθεί.
Πέραν αυτού, θεωρώ πως όλα αυτά είναι σε ένα βαθμό συγκυριακά, έχουν να κάνουν με τις εκάστοτε επιτροπές, το γενικότερο κλίμα και τη διάθεση που επικρατεί στο χώρο μία δεδομένη περίοδο, τις άλλες ταινίες κ.λπ.
Είναι τίτλοι, αλλά σίγουρα σημαίνουν πως η ταινία άγγιξε και έφτασε σε κάποιους ανθρώπους και αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να ζητήσω. Κάπου-κάπου, βοηθάνε στα επόμενα κινηματογραφικά σχέδια, αλλά έχω ακούσει τόσες ελληνικές ιστορίες που δείχνουν το αντίθετο που είμαι προσγειωμένος σχετικά με το τι πρέπει να περιμένω.
Κατά το παρόν είμαι στο δεύτερο έτος μου στη Le Fresnoy – Studio National des Arts Contemporains, όπου και ετοιμάζομαι για το τρίτο στη σειρά πρότζεκτ αφού, η δεύτερη μικρού μήκους μου, «Odette», βρίσκεται ήδη στα τελευταία στάδια ολοκλήρωσής της.
Ποιες είναι οι κινηματογραφικές σου επιρροές;
Δεν θεωρώ πως επηρεαζόμαστε από τον κόσμο συνειδητά, επομένως δεν θα μπορούσα πραγματικά να τις γνωρίσω. Πέραν αυτού, ο Κόσμος για μένα είναι μία αδιαχώριστη εμπειρία και δύσκολα μπορώ να μιλήσω μόνο για σινεμά.
Έχοντας πει αυτό, με συνεπαίρνει και με συγκινεί το σινεμά του Ρεϊγάδας, της Λουκρέσια Μαρτέλ, του Μπρουνό Ντουμόν, ο Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν, το «Aurora» του Κρίστι Πιούι, το «Mat i Syn» του Σοκούροβ, ο Σιλβέστερ Σταλόνε, το «Jurassic Park» (έπαθα αμόκ όταν το είδα ως παιδί, είχα ψύχωση με τους δεινοσαύρους), μοιραία το αμερικάνικο σινεμά με το οποίο μεγάλωσα, η κίνηση του Sensory Ethnography Lab, το «Etre et Avoir» του Νικολά Φιλιμπέρ, οι «Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας» του Παναγιωτόπουλου, η «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ, ο Ντράγιερ και ο Μπρεσόν, το ριμέικ του «The Razor’s Edge» με τον Μπιλ Μάρεϊ, ο «Καθρέφτης» του Ταρκόφσκι, οι Γάλλοι ρομαντικοί ποιητές, το γερμανικό ιδεαλιστικό πνεύμα και ο Φρίντριχ, ο Θορώ, ο Χάιντεγκερ και ο Αξελός, η κλασική μουσική, οι θρησκευτικοί αρχιτεκτονικοί χώροι, η Ελιζαμπέττα, βασική μου συνεργάτιδα, οι επισκέψεις που κάναμε με τον πατέρα μου στα βιντεοκλάμπ όταν ήμουνα παιδί και άλλα πολλά.






