Στον «Αστακό» ο Γιώργος Λάνθιμος (και ο σεναριογράφος του Ευθύμης Φιλίππου) μοιάζει ιδιαίτερα ευαίσθητος και ρομαντικός ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει όλα τα στερεότυπα του ρομαντισμού. Θα έλεγε κανείς ότι η ταινία αυτή είναι μια τολμηρή επίθεση σε κάθε στερεότυπο: αφηγηματικής δομής, ύφους και ιδεών. Το σημαντικότερο στερεότυπο, ωστόσο, που τίθεται σε καθολική αμφισβήτηση είναι το στερεότυπο του ζεύγους, όπως αυτό αναπαράγεται στην τέχνη τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια.
Ο Λάνθιμος τοποθέτησε την νέα του ταινία σε ένα παράξενο δυστοπικό μέλλον, το οποίο όμως διατηρεί αυτούσια όλα τα στοιχεία του δικού μας πολιτισμού. Εκεί, όλοι οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να ζουν σε ζεύγη.
Αν κάποιος χωρίσει, ή χάσει το ταίρι του, μεταφέρεται σε ένα ξενοδοχείο – φυλακή για να βρει ένα καινούργιο ταίρι μέσα σε 45 ημέρες, διαφορετικά τον μεταμορφώνουν σε ζώο της επιλογής του.
Με λίγα λόγια η κοινωνία της ταινίας διατείνεται ότι χωρίς σύντροφο δεν μπορείς καν να ανήκεις στο ανθρώπινο είδος. Οι Αρχές δηλαδή σε υποχρεώνουν να έχεις ένα ταίρι. Και για αυτό το λόγο το ιδιόμορφο ξενοδοχείο – φυλακή – αναμορφωτήριο έχει σκοπό να σε εκπαιδεύσει στην υποκρισία του ζευγαρώματος – διότι περί υποκρισίας πρόκειται.
Αυτό που σου ζητούν είναι να ταιριάξεις με κάποιον σύμφωνα με ένα αναγνωρίσιμο εξωτερικό χαρακτηριστικό. Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για το ουσιαστικό ταίριασμα αλλά για την εξαναγκαστική συμπόρευση δύο ανθρώπων. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι ταιριάζουν αν ανοίγει συχνά η μύτη τους, αν κουτσαίνουν, αν έχουν μυωπία και άλλες παρόμοιες ανόητες ομοιότητες.
Μέσα στον μικρόκοσμο του ξενοδοχείου ο έρωτας και οι σχέσεις δεν έχουν τίποτα κοινό με αυτό που ξέρουμε. Με χειρουργικό τρόπο ο Λάνθιμος ανατέμνει το σώμα των σχέσεων και βγάζει στην επιφάνεια τα μικρά κομμάτια της αλήθειας που δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε. Μας μιλάει για την φρίκη της μοναξιάς αλλά και για την υποχρεωτική προσαρμογή σε μια κοινωνία ζευγαριών και μας δείχνει ότι η επιθυμία του έρωτα δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο κοινωνικό πλέγμα που αναπαράγει μια καταστροφική κανονικότητα.
Ο βασικός του ήρωας (Κόλιν Φάρελ) καταφέρνει τελικά να δραπετεύσει από αυτό το μικρόκοσμο και να ενωθεί με τους αντάρτες «Μοναχικούς» που ζουν στο δάσος. Πιστεύει ότι εκεί θα είναι ελεύθερος και αποδεσμευμένος από τα στερεότυπα του ξενοδοχείου. Εκεί όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα χειρότερο στερεότυπο, το στερεότυπο της μοναξιάς. Εκεί, το ζευγάρωμα απαγορεύεται αυστηρά και ο έρωτας είναι καταδικασμένος.
«Μοναχικοί» είναι αυτοί που επαναστάτησαν εναντίον της υποκρισίας του ξενοδοχείου και της κοινωνίας. Αυτοί που συνειδητοποίησαν το ψεύδος του ζευγαρώματος και είναι σίγουροι ότι η αγάπη δεν υπάρχει.
Είναι οι τρομοκράτες της μοναξιάς.
Κι όμως μέσα σε αυτό, το εξίσου σκληροπυρηνικό περιβάλλον, ο ήρωας θα ερωτευτεί μια γυναίκα (Ρέιτσελ Βάις) που κι αυτή έχει διαφύγει και κρύβεται.
Οι αρχετυπικοί αυτοί άνθρωποι της ταινίας, μοναχικοί και ερωτευμένοι, απελπισμένοι διεκδικητές της ελευθερίας τους, δεν μπορούν να σωθούν πουθενά.
Είναι στα αλήθεια ερωτευμένοι όμως; Η αγάπη που φαίνεται ότι νιώθουν είναι αληθινή αγάπη; Και τι ακριβώς συμβαίνει στην τελευταία εξαιρετική και αινιγματική σεκάνς της ταινίας;
Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Και τελικά γιατί κανείς δεν είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει; Η ερώτηση μένει εκκρεμής και το διφορούμενο φινάλε μας πλουτίζει με νέες ερωτήσεις. Ο καθένας ας δώσει την απάντηση που αντέχει.






