Το περιστατικό παραλίγο να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στην Κίνα και την Κορέα, με την δεύτερη να απολογείται δημοσίως για το συμβάν. Οι συνθήκες του δυστυχήματος σόκαραν τους Κορεάτες με την κυβέρνηση να δημοσιεύει μια δήλωση όπου δήλωνε την θλίψη της για τις ενέργειες του πληρώματος, τις οποίες χαρακτήρισε απάνθρωπες και εγκληματικές.
Στην Ν. Κορέα, ο όρος ΔΝΤ-νουάρ έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει ταινίες όπως «Ο Επισκέπτης» και «Μέντα Καραμέλα», οι οποίες παρουσιάζουν τον τρόπο που οι καθημερινοί Κορεάτες συνειδητοποιούν την μοίρα τους, όπως αυτή υπαγορεύεται από πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις εκτός των συνόρων της χώρας. Το συγκεκριμένο φιλμ εντάσσεται επίσης στην συγκεκριμένη κατηγορία.
Η ταινία διαδραματίζεται το 1998, τρία χρόνια πριν τα πραγματικά γεγονότα, όταν ο καπετάνιος Κανγκ Τσουλ Τζου, τσακισμένος οικονομικά από την ασιατική κρίση, αναγκάζεται να μεταφέρει Κινέζους μετανάστες στην Ν. Κορέα.
Το ταξίδι αποδεικνύεται «χωρίς επιστροφή» για τον Κανγκ και το πλήρωμα, των οποίων η υποκριτική ευγένεια απέναντι στους μετανάστες εξαφανίζεται άμεσα μόλις τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά. Καθώς μια πυκνή ομίχλη καλύπτει το πλοίο, τα περιστατικά βίας αυξάνονται και μια αλλόκοτη μανία φαίνεται να κυριεύει τους ναυτικούς: τον φαλακρό λοστρόμο Χο Γιανγκ, τον τεχνίτη Κιουνγκ Γκου, τον αρχιμηχανικό Γουάν Χο και τον σεξομανή βοηθό του, Τσανγκ Γουκ.
Ο μοναδικός που φαίνεται να διατηρεί μια δόση ανθρωπιάς είναι ο Ντονγκ Σικ, του οποίου ο έρωτας για μια μετανάστρια, την Χονγκ Μάε, τον κάνει να στραφεί ενάντια στο υπόλοιπο πλήρωμα.
Σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας ο Σουνγκ Μπο Σιμ, ο οποίος στο ντεμπούτο του δημιουργεί ένα τρομακτικό φιλμ, κυρίως λόγω του ωμού ρεαλισμού που το χαρακτηρίζει. Το στοιχείο αυτό ξεκινάει από την απεικόνιση της ζωής των εργαζομένων στο ψαροκάικο, οι οποίοι είναι μια ομάδα φτωχών και μίζερων ανθρώπων που κατοικούν μάλιστα στο καΐκι, ζώντας μια εξίσου μίζερη ζωή, τόσο στη θάλασσα, όπου δουλεύουν ουσιαστικά ολημερίς, όσο και στη στεριά, με τους περισσότερους να μένουν μέσα λόγω έλλειψης χρημάτων ή να ασχολούνται με πόρνες.
Επιπλέον, η απεικόνιση της γενικότερης φτώχειας της εποχής είναι έκδηλη, τόσο στο περιβάλλον που εκτυλίσσεται η ταινία, όσο και στους διαλόγους, όπου συχνά αναφέρονται τα υπέρογκα ποσά που έβγαζαν όσοι ασχολούνταν με το συγκεκριμένο επάγγελμα τα προηγούμενα χρόνια.
Κατά συνέπεια, οι ενέργειες του καπετάνιου και η συγκατάβαση του πληρώματος για στροφή στην παρανομία δικαιολογούνται σε μεγάλο βαθμό από τον σκηνοθέτη, σε αντίθεση όμως με την διαφθορά των αρχών και την τελική κατάληξη.
Η ταινία ξεκινάει ουσιαστικά ως κοινωνικό δράμα, αλλά από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται σε ένα κλειστοφοβικό και βίαιο θρίλερ, με την ομίχλη που κατακλύζει το πλοίο να συνεισφέρει τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα.
Γενικότερα μπορούμε να πούμε πως ο Σουνγκ έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και στους δύο τομείς με εξαίρεση το ρομάντζο που προαναφέραμε, το οποίο μοιάζει παράταιρο με τα γεγονότα που εκτυλίσσονται, όπως άλλωστε και η ερωτική σκηνή ανάμεσα στους δύο. Αιτία βέβαια για την ύπαρξη του θέματος είναι η παρουσία του Παρκ Γιου Τσουν ως Ντονγκ Σικ, ο οποίος αποτελεί «είδωλο» (pop idol) στην Κορέα, με την δημοτικότητά του να φτάνει μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία, και ο σκηνοθέτης ήθελε να «επενδύσει» πάνω του για καθαρά εμπορικούς λόγους.
Φωτογραφία με τους πραγματικούς διασωθέντες
Από το υπόλοιπο επιτελείο των ηθοποιών ξεχωρίζει ο Κιμ Γιουν Σέοκ ως καπετάνιος Κανγκ Τσουλ Τζου. Παρουσιάζει έναν χαρακτήρα, ο οποίος αρχικά φαίνεται έρμαιο της πολιτικοοικονομικής κατάστασης, στη συνέχεια όμως και στην στιγμή της κρίσης μετατρέπεται σε ένα αδίστακτο και τρομακτικό ον, καταλήγοντας στο τέλος η πιο τραγική φιγούρα της ιστορίας. Στο πρόσωπό του ο σκηνοθέτης κατέδειξε το πόσο αδυσώπητη μπορεί να γίνει η ανθρώπινη φύση και ο Σέοκ απεικόνισε αυτήν την αντίληψη με τον καλύτερο τρόπο.
Αν και κάπως υπερβολική στην απεικόνιση της βίας, όπως συνηθίζεται άλλωστε στον κορεάτικο κινηματογράφο, έχουμε να κάνουμε με μία ρεαλιστική ταινία, η οποία καταδεικνύει πως το μεταναστευτικό είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα, του οποίου η λύση βρίσκεται ακόμα μακριά.






