Από την μικρού μήκους ταινία της «And No More Shall We Part» που εμπνεύστηκε από το ομώνυμο τραγούδι του Nick Cave (η ταινία προβλήθηκε στο Διαγωνιστικό τμήμα Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας), μέχρι τη συμμετοχή της στο «Μαύρο Λιβάδι» του Βαρδή Μαρινάκη και τον θεατρικό «Γλάρο» του Κώστα Φιλίππογλου, η Σοφία Γεωργοβασίλη είναι μία σκηνοθέτις, ηθοποιός, σεναριογράφος, ζωγράφος, που δοκιμάζεται σε πολλαπλά επίπεδα.
Στη νέα ταινία της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Μικρή Άρκτος» υποδύεται την Όλγα, μία νεαρή κοπέλα που εμπλέκεται σε ένα love story εγκλωβισμένων ανθρώπων που θέλουν να αγαπηθούν, αλλά χάνουν τον δρόμο τους. Το πρώτο αστέρι της Μικρής Άρκτου όμως, το πιο φωτεινό αλλά και το πιο μοναχικό, είναι αυτό που μπορεί να δείξει τον δρόμο σε κάθε περιπλανώμενο εραστή.
Η «Μικρή Άρκτος», μία από τις πλέον αναμενόμενες ελληνικές ταινίες της χρονιάς, αποτελεί την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της Ελισάβετ Χρονοπούλου μετά το «Ένα Τραγούδι δεν Φτάνει» (2003) και το «Ο Αννίβας Προ των Πυλών» (2011), και ξετυλίγεται μέσα από τα εξαίσια μονοπλάνα της δημιουργού, μία αρκετά τολμηρή επιλογή κινηματογράφισης.
Το cinemag.gr συνομίλησε με τη Σοφία Γεωργοβασίλη για τη «Μικρή Άρκτο» και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τις δυσκολίες των γυρισμάτων, για το ελληνικό σινεμά, αλλά και για την αυθύπαρκτη, αγνή αγάπη.
Η «Μικρή Άρκτος» είναι εξ' ολοκλήρου γυρισμένη με υποκειμενικά πλάνα, ένας εξαιρετικά σπάνιος τρόπος να κάνεις σινεμά. Μιλησέ μας για την εμπειρία του να παίζεις μπροστά στην κάμερα, χωρίς τη βοήθεια των αντιδράσεων ενός άλλου ηθοποιού.
Εξαιρετικά δύσκολη εμπειρία αλλά πολύτιμη. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει άλλη ταινία εξ’ολοκλήρου γυρισμένη σε υποκειμενικό πλάνο πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρχε καμιά πηγή έμπνευσης ή τεχνικής του πως γίνεται. Το ότι δεν υπήρχε αντίκρυσμα και δη απτό, ενώ σεναριακά υπάρχει απέναντί μου κάποιος, ήταν πρωτόγνωρο και περίεργο.
Η πρώτη μέρα γυρίσματος ήταν για μένα ο απόλυτος τρόμος. Κοιτούσα μια κάμερα σε μέγεθος σχεδόν ψηφιακής κι έπρεπε να πάρω απόφαση πως αυτός θα είναι ο συμπρωταγωνιστής μου σε όλη την ταινία και άρα έπρεπε να προσαρμόσω τις ανάγκες που είχα, για ένα βλέμμα πχ, σ’αυτή τη συνθήκη. Ηταν τρελλό. Την απόφαση την πήρα ευτυχώς γρήγορα, δεν είχαμε και πολλές μέρες στη διάθεσή μας.
Φοβήθηκες καθόλου μήπως η ερμηνεία σου πλησίαζε τη θεατρική πρόζα;
Πάντα το φοβάσαι αυτό στο σινεμά, οι ισορροπίες είναι λεπτές και η εκπαίδευσή μας με την κάμερα μηδαμινή. Ομως η Ελισάβετ υπήρξε η οδηγός μου σ’ αυτό κι ο Γιάννης ήταν πολύ βοηθητικός όσο μπορούσε να με πλησιάσει. Ηταν και για κείνον αρκετά δύσκολο, να “υπάρχει” χωρίς να φαίνεται.
Πόσο βοήθησαν οι πρόβες το τελικο αποτέλεσμα; Ποιες ήταν οι ευκολίες-δυσκολίες που αντιμετώπισες;
Βοήθησαν κυρίως στο να βρεθεί ένα εσωτερικό νήμα στην ιστορία της Ολγας. Κάναμε αρκετές συζητήσεις για το τραύμα που φέρει κάποιος και πως το διαχειρίζεται αλλά και για το πόσο αφήνεις να σε πλησιάσει κάποιος όντας τραυματισμένος. Οι δυσκολίες ήταν κυρίως τεχνικές όπως προείπα αλλά και εσωτερικές γιατί είχε απαιτητικές συναισθηματικά σκηνές.
Οι ευκολίες ήταν πως το γύρισμα έγινε σ’ ένα μεγάλο μέρος του σ’έναν χώρο, στο σπίτι της Ολγας, οπότε είχαμε και τον χρόνο να τον οικειοποιηθούμε και το ότι το συνεργείο ήταν μικρό σε αριθμό ατόμων που πάντα το προτιμάς, οταν πας γύρισμα τις σκηνές, απο τον χαμό ενός πολυπληθούς συνεργείου.
Η ταινία παρακολουθεί στενά την επίπονη προσπάθεια δυο ανθρώπων ν' αγαπηθούν. Η Ελλάδα της κρίσης γεννά αισθήματα αγνής αγάπης;
Είναι δύσκολο να συνδυάσω τέτοιου είδους πλαίσια με την αγνή αγάπη και να σκεφτώ πως και αν λειτουργεί μέσα σ’ αυτά. Η αγνή αγάπη είναι αυθύπαρκτη και ομολογουμένως σπάνια. Αυτό που σίγουρα βλέπω να συμβαίνει μέσα σ’αυτήν την κρίση είναι μεγαλύτερη σημασία στις ανθρώπινες αξίες, το κομμάτι της αλληλεγγύης είναι εδώ πιο πολύ απο ποτέ, όπως και μεγαλύτερη σημασία στο είναι κι όχι στο φαίνεσθαι.
Μετά την εμπειρία της σκηνοθεσίας πως σου φάνηκε η μετάβαση στην υποκριτική; Έχεις νέα σχέδια που αφορούν την ιδιότητά σου ως σκηνοθέτη;
Μία μικρού μυθοπλασίας έχω σκηνοθετήσει μέχρι στιγμής κι ένα video dance στα πλαίσια ενός διαγωνισμού. Η μία ιδιότητα τροφοδοτεί την άλλη και αγαπώ και τις δύο εξίσου για διαφορετικούς λόγους την κάθε μία. Ετοιμάζω την δεύτερη μικρού μήκους μου αυτό τον καιρό, σε παραγωγή της Haos Films, με αρκετή δυσκολία καθώς τα χρήματα δε μας φτάνουν αλλά με πολύ καλή διάθεση.
Παρά τις επιτυχίες του ελληνικού σινεμά στο εξωτερικό, στην Ελλάδα οι συνθήκες παραγωγής δεν έχουν βελτιωθεί. Πως αντιμετωπίζει ένας ηθοποιός την κατάσταση σε προσωπικό/επαγγελματικό επίπεδο;
Υπάρχουν περιπτώσεις, όχι πάντα, που σε επίπεδο παραγωγής σε αντιμετωπίζουν με λιγότερο σεβασμό και σπανίως υπάρχει αξιοπρεπής αμοιβή. Το πρόβλημα είναι ότι οι ηθοποιοί είναι πολλοί και οι ταινίες λίγες, έτσι γίνεται μια μάχη αρκετά άνιση. Υπάρχουν αρκετοί που δουλεύουν δωρεάν γιατί είναι κι ένας τρόπος να αποκτήσεις παρουσία στον χώρο. Είναι άδικο αλλά το καταλαβαίνω.
Υπήρχαν κάποιοι -ες που κατηγόρησαν την ταινία ως αντι-φεμινιστική. Ποια είναι η θέση σου;
Νομίζω πως ένα μεγάλο μέρος του διακυβεύματος του φεμινισμού είναι η ισότητα των φύλων σε κοινωνικό-πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, δε βρίσκω πουθενά στοιχεία στην ταινία τα οποία να δηλώνουν κάποια ανισότητα. Αντιθέτως ο άντρας είναι άνεργος ενώ η κοπέλα δουλεύει και συντηρείται μόνη της. Η Ελισάβετ είναι εξ’ορισμού φεμινίστρια, μια γυναίκα που σκηνοθετεί, γράφει, μοντάρει και διαχειρίζεται ένα ολόκληρο συνεργείο. Θα ήταν ατόπημα να κάνει μια ταινία αντιφεμινιστική και γνωρίζοντάς την δε θα το επέτρεπε.
Η «Μικρή Άρκτος» είναι μία ανατρεπτική ιστορία αγάπης. Ποιες είναι οι πέντε αγαπημένες σου ανατρεπτικές, κινηματογραφικές ιστορίες έρωτα;
«Turkish Delight» του Πολ Βερχόφεν, «Swedish Love Story» του Ρόι Άντερσον, «Η Μαμά και η Πουτάνα» του Ζαν Εστάς, «Blue Valentine» του Ντέρεκ Σίανφρανς και «Ένας Χωρισμός» του Ασγκάρ Φαραντί.
Η Μέριλ Στριπ είχε δηλώσει πως κάθε καλός ηθοποιός ξέρει ότι η λέξη αγάπη προφέρεται πάντα με ερωτηματικό. Συμφωνείς μ' αυτό;
Δε νομίζω
Η «Μικρή Άρκτος» κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 10 Μαρτίου
«Μικρή Άρκτος»
Παραγωγή: Ελισάβετ Χρονοπούλου, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου
Σενάριο, Σκηνοθεσία, Μοντάζ : Ελισάβετ Χρονοπούλου
Ηθοποιοί: Γιάννης Κοκιασμένος, Σοφία Γεωργοβασίλη, Διώνη Κουρτάκη
Οργάνωση Παραγωγής: Κωνσταντίνα Βούλγαρη
Διεύθυνση Παραγωγής: Μάνος Παπαδάκης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χρήστος Αλεξανδρής
Ηχοληψία, Σχεδιασμός ήχου : Στέφανος Ευθυμίου
Σύμβουλος Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος: Κατερίνα Σωτηρίου
Μακιγιάζ: Δήμητρα Γιατράκου






