• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ πριν το Χόλιγουντ

10 Ιούν 2016 | Θέματα | 0 comments

Μια σύντομη ματιά στην πρώιμη φάση της καριέρας του μεγάλου σκηνοθέτη και τα σε μεγάλο βαθμό άγνωστα φιλμ που γύρισε στην Αγγλία, πριν το Χόλιγουντ τον κερδίσει για πάντα.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Ο διασημότερος σκηνοθέτης που έβγαλε ο κλασικός κινηματογράφος και, γιατί όχι, ο καλύτερος. Τον αποκάλεσαν «μετρ του τρόμου», αν και ουσιαστικά έκανε μόνο δύο αυθεντικά θρίλερ τρόμου («Ψυχώ», «Φρενίτις»).

Ήταν όμως αναμφίβολα ο μετρ του σασπένς εννοώντας με αυτό όχι μόνο τα συναισθήματα αγωνίας και φόβου που προκαλούσαν ορισμένες σκηνές των ταινιών του, αλλά το γεγονός ότι ο Χίτσκοκ, σε όλο το ώριμο έργο του, αρέσκονταν να παίζει με το θεατή, να τον οδηγεί σε λάθος πίστες, να τον θέτει μπροστά σε μυστήρια, να τον κάνει συνένοχο των επιθυμιών των ηρώων του, να του ενεργοποιεί τον πόθο για την περαιτέρω εξέλιξη της μυθοπλασίας και να τον κρατά για λίγο σε εκκρεμότητα, σε αναμονή, ώστε ο θεατής να παραδοθεί με μεγαλύτερη ευκολία στην ηδονή της κινηματογραφικής αφήγησης.

Ακολουθεί μια σύντομη ματιά στην πρώιμη φάση της καριέρας του και τα σε μεγάλο βαθμό άγνωστα φιλμ που γύρισε στην Αγγλία, πριν το Χόλιγουντ τον κερδίσει για πάντα.

 

Ο Ένοικος (1926)

Από το 1925 ως το 1929 ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γύρισε συνολικά εννιά ταινίες, από τις οποίες μόνο τρεις αντέχουν στη δοκιμή του χρόνου. Ο Ένοικος (1926), που ο σκηνοθέτης θεωρεί ως την πρώτη πραγματικά Χίτσκοκική ταινία, είναι ένα θρίλερ, με έναν μυστηριώδη ένοικο, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για μια σειρά φόνων που τρομοκρατούν το Λονδίνο.

Αν και δραματουργικά είναι ολότελα ξεπερασμένη, σκιαγραφεί το κατεξοχήν θεματικό μοτίβο όλου του χιτσκοκικού έργου: ένας αθώος κατηγορείται για κάτι που δεν έκανε, εξαιτίας ορισμένων ατυχών συμπτώσεων και παρερμηνειών που τον ταυτίζουν με τον Άλλο. Ο ίδιος ο Χίτσκοκ διευκρινίζει ότι ήθελε να δώσει μια χριστιανική χροιά στα πάθη του ήρωα, πράγμα που γίνεται εμφανές στη σκηνή όπου κρεμιέται με τις χειροπέδες από την άκρη κάποιων κάγκελων και απειλείται να λιντσαρισθεί από το πλήθος.

Μεγαλύτερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει, πάντως, το Ρινγκ (1927), μια κωμική ιστορία ζηλοτυπίας στο χώρο του λονδρέζικου μποξ, την οποία ο Χίτσκοκ κινηματογράφησε με εξαιρετικά ευρηματικό τρόπο, αφήνοντας την ίδια την εικόνα να μιλήσει και χρησιμοποιώντας όσο γίνεται λιγότερους μεσότιτλους.

 

Εκβιασμός (1929)

Το ίδιο ακριβώς παρατηρούμε στη Γυναίκα του Αγρότη (1928), όπου ο Χίτσκοκ ικανοποιεί τον πόθο του να αποδώσει με καθαρά κινηματογραφικά εκφραστικά μέσα ένα θεατρικό έργο. Ωστόσο, καμία από αυτές τις δουλειές δεν συγκρίνεται με τον Εκβιασμό (1929), που γυρίστηκε πρώτα ως βωβή ταινία και στη συνέχεια της προστέθηκε ήχος. Θεματικά πρόκειται για μια ιδιότυπη εκδοχή του χριστιανικού μύθου του “αίροντα τις αμαρτίες του άλλου”, μόνο που στη θέση του θρησκευτικού στοιχείου, υπάρχει το σεξουαλικό! Η κεντρική ηωρίδα, Άλις, ποζάρει γυμνή στο ατελιέ ενός έκφυλου ζωγράφου, τον οποίο και σκοτώνει όταν αποπειράται να την βιάσει.

Ένας αλήτης, που την είδε να βγαίνει από το ατελιέ, επιχειρεί να την εκβιάσει. Ο αρραβωνιαστικός της Άλις, όμως, αστυνομικός στο επάγγελμα, εξαφανίζει τα ενοχοποιητικά στοιχεία και απειλεί τον εκβιαστή. Το πραγματικό θύμα στον Εκβιασμό δεν είναι ο δολοφονημένος, ούτε η ηρωίδα, αλλά ο δυστυχής αλήτης, ο οποίος επωμίζεται τις αμαρτίες του ζεύγους. Όλοι οι ήρωες, εξάλλου, κουβαλούν επάνω τους το σημάδι ενός ηθικού δισυπόστατου: οι ρόλοι τους εναλλάσσονται, το θύμα γίνεται θύτης, ο θύτης θύμα, ο εκβιαστής εκβιαζόμενος, κλπ. Ο Χίτσκοκ επιβάλλει στον θεατή την ιδέα ότι καθένας μας είναι εν δυναμει φονιάς, με την ίδια λογική που στα μετέπειτα φιλμ του, και κυρίως στο "Σιωπηλός Μάρτυς", θα υποβάλλει την ιδέα ότι είμαστε όλοι ηδονοβλεψίες!

 

Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά (1934)

Ο Χίτσκοκ γνώρισε την πρώτη του παγκόσμια επιτυχία με το κατασκοπικό θρίλερ Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά (1934) το οποίο είναι και η μοναδική του ταινία που ξαναγύρισε ο ίδιος σε ριμέικ το 1956. Ένα ζευγάρι τουριστών στην Ελβετία πληροφορείται τυχαία την επικείμενη δολοφονία ενός πολιτικού προσώπου. Οι συνωμότες απαγάγουν το παιδί τους και οι ήρωές μας αναζητούν το κρυσφήγετό τους στο Λονδίνο, όπου και θα γίνει η δολοφονία στην διάρκεια ενός κονσέρτου στο Άλμπερτ Χολ.

Ο Χίτσκοκ έχει πει ότι “η πρώτη εκδοχή έγινε από έναν ταλαντούχο ερασιτέχνη, ενώ η δεύτερη έγινε από έναν επαγγελματία” και ίσως να έχει δίκιο. Για πρώτη φορά, ωστόσο, σε ταινία του συναντάμε συγκεντρωμένα σχεδόν όλα τα μόνιμα θέματά του: η απαγορευμένη γνώση, η τιμωρία της περιέργειας, η περιπέτεια και δοκιμασία των ηρώων ως πορεία προς την εξιλέωση, ο υποβλητικός χώρος του θεάτρου (όχι μόνο το Άλμπερτ Χολ, αλλά και η εκκλησία όπου διεξάγεται μια ψεύτικη λειτουργία), και ο θετικός παράγοντας της γυναίκας στη δράση.

 

Τα 39 Σκαλοπάτια (1935)

Πολύ πιο ολοκληρωμένη σε προθέσεις είναι η επόμενη ταινία του, τα 39 Σκαλοπάτια (1935), ενδεχομένως και η καλύτερη της δεκαετίας του ‘30, που αποτελεί την αγγλική περίοδο του σκηνοθέτη. Ο κεντρικός ήρωας Ρίτσαρντ δέχεται να φιλοξενήσει μια άγνωστη γυναίκα ονόματι Αναμπέλα στο σπίτι του. Αντί όμως να περάσει μια ερωτική βραδιά μαζί της, αυτή τον μυεί σε έναν μυστηριώδη κόσμο κατασκόπων με πολλά αναπάντητα ερωτήματα.

Αν τα αρχικά κίνητρα του Ρίτσαρντ προς την Αναμπέλα ήταν ερωτικά, από τη στιγμή που πληροφορείται το μυστήριο, ο πόθος του μετατοπίζεται και γίνεται περιέργεια, μια έμμονη ιδέα να φτ΄σαει στην άκρη του μυστηρίου. Όταν λοιπόν η Αναμπέλα δολοφονείται, ο Ρίτσαρντ δεν έχει άλλο τρόπο να λύσει την περιέργειά του παρά να γίνει ενεργό μέλος της δράσης. Θα πρέπει να αποποιηθεί την ταυτότητά του και να συμπεριφερθεί ως ηθοποιός: και πραγματικά θα μεταμφιεστεί ως γαλατάς, άνεργος μηχανικός, πολιτικός (καταδιωκόμενος, θα μπει στην αίθουσα ενός πολιτικού μίτινγκ, όπου και θα εκφωνήσει λόγο) και θα παραστήσει ακόμα και τον ερωτευμένο, μέχρι να οδηγηθεί στη λύση του μυστηρίου, η οποία θα γίνει τελετουργικά στο χώρο ενός θεάτρου.

 

Η Ταβέρνα της Τζαμάικα (1939)

Ακολούθησαν δυο άλλες ταινίες κατασκοπικού χαρακτήρα με μικρότερο ενδιαφέρον (Μυστικός Πράκτορας, Σαμποτάζ), όπως και μια νέα έκδοχη του κυνηγημένου ήρωα για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, μέσα σε ένα καθαρά αστυνομικό πλαίσιο αυτή τη φορά (Νέος και Αθώος, 1937) και η πιο διασκεδαστική ταινία της περιόδου με τον τίτλο «Η Κυρία Εξαφανίζεται» (1938).

Η αγγλική περίοδος θα κλείσει με ένα θρίλερ εποχής, την Ταβέρνα της Τζαμάικα (1939), που δεν είναι από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του σκηνοθέτη, στάθηκε όμως μεγάλη επιτυχία. Με το φιλμ αυτό ο Άγλλος μετρ ένιωσε ότι έκλεισε έναν κύκλο στην καριέρα του. Πάντα πίστευε ότι στην Αμερική υπήρχε μεγαλύτερο επαγγελματικό πνεύμα από τα αγγλικά στούντιο κι όπως ήταν περφεξιονίστας στην δουλειά του, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρόκληση να δουλέψει στο Χόλιγουντ, αποδεχόμενος μια πρόσκληση του παραγωγού Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ. Και εκεί όχι μόνο ήταν ένας από τους λίγους Ευρωπαίους δημιουργούς που επιβίωσαν χωρίς να κάνουν σχεδόν κανέναν συμβιβασμό, αλλά ουσιαστικά η ώριμη περίοδος του έργου του μόλις είχε ξεκινήσει.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ