Ένα από τα καλύτερα δείγματα του είδους, αν όχι το καλύτερο, το «I Saw the Devil» του Τζι Γουν Κιμ, είναι μία ταινία που αν και δεν έχει προβληθεί στη Ελλάδα, εντούτοις έχει αποκτήσει το δικό της φανατικό κοινό στη χώρα. Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται.
Η Τζου Γιαν, αρραβωνιαστικιά του ειδικού πράκτορα Σου Χιουν, δολοφονείται άγρια από έναν σαδιστή εγκληματία, τον Κιουνγκ Τσουλ. Όταν μετά από λίγες μέρες η αστυνομία ανακαλύπτει κομμάτια από το τεμαχισμένο σώμα της κοπέλας, σε ένα ποτάμι της περιοχής, ο πατέρας της, Τζανγκ, ο οποίος είναι αρχηγός της αστυνομίας, δίνει στον Σου Χιουν μία λίστα με τους υπόπτους για τον φόνο. Εκείνος τότε παίρνει άδεια από την υπηρεσία του και ρίχνεται με τα μούτρα στην έρευνα για τον δράστη.
Σχεδόν άμεσα καταλήγει στον Κιουνγκ Τσουλ, έναν οδηγό σχολικού λεωφορείου, αντί όμως να τον συλλάβει, αποφασίζει να πάρει την εκδίκηση του αργά αργά. Κάπου εκεί ξεκινά ένα αδυσώπητο κυνήγι ανάμεσα στους δύο, με τους ρόλους του κυνηγού και του κυνηγημένου να εναλλάσσονται συνεχώς και κανέναν από τον περίγυρο των δύο να μην είναι ασφαλής.
Η ιστορία ως εδώ ίσως να μην μοιάζει και τόσο ιδιαίτερή, αναλογιστείτε όμως πως μιλάμε μόλις για το πρώτο εικοσάλεπτο μιας ταινίας που διαρκεί 140 λεπτά, κατά τα οποία η δράση και οι ανατροπές δεν σταματούν σχεδόν ποτέ. Ουσιαστικά η πλοκή είναι τόσο συγκλονιστική και ιδιαίτερη, που οποιαδήποτε πληροφορία θα αλλοιώσει την εμπειρία. Συγκρατείστε μόνο την λέξη εκδίκηση, γιατί για πρώτη φορά θα δείτε ανθρώπους να οδηγούνται σε τέτοιο οριακό σημείο εξαιτίας της.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Τζι Γουν Κιμ, δημιουργεί ένα πραγματικό κινηματογραφικό αριστούργημα που αποθεώνει το γκροτέσκ. Αρχικά παρουσιάζει μία μάχη καλού ενάντια στο κακό, αλλά όσο η διαδικασία της εκδίκησης παρατείνεται, τόσο τα όρια μεταξύ των δύο σταματούν να είναι διακριτά, με αποτέλεσμα ο θεατής να αμφιβάλλει για το ποιος είναι τελικά το τέρας. Παράλληλα, μιας και αρχικά ο Σου Χιουν φαίνεται να έχει όλο το δίκιο με το μέρος του, πετυχαίνει να κάνει αποδεκτές, ενέργειες που κανονικά θα θεωρούνταν εντελώς αποτρόπαιες, μιας και αυτές μοιάζουν με απόδοση δικαιοσύνης. Όμως μόνο στην αρχή.
Η γραφική απεικόνιση βίαιων και σαδιστικών σκηνών είναι αρκετά έντονη και συχνή, αλλά ουσιαστικά χρησιμοποιείται για να κατακρίνει την βία και τον σαδισμό, αναδεικνύοντας το πόσο αποκρουστικές είναι σαν έννοιες, ιδιαίτερα όταν γίνονται πράξη. Η τεχνική αυτή δεν είναι πρωτότυπη, αλλά για πρώτη φορά παρουσιάζεται σε τέτοιο ακραίο βαθμό. Όλη η βία που εμφανίζεται σχεδόν χωρίς διακοπή, κάνει το φιλμ δύσκολο στην παρακολούθηση από το μέσο θεατή, αλλά στην ουσία δεν απευθύνεται σε αυτόν. Χαρακτηριστικό είναι πως οι κορεάτικες αρχές ανάγκασαν τον Κιμ να περικόψει κάποιες σκηνές, οι οποίες ήταν εξαιρετικά βίαιες, για να του επιτρέψουν να το κυκλοφορήσει στη χώρα. Η διεθνής έκδοση που υπάρχει σε dvd και blu ray πάντως δεν έχει περικοπές.
Οι δύο πρωταγωνιστές Μπιουνγκ Χουν Λι και Μιν Σικ Τσόι, δίνουν ένα πραγματικό ρεσιτάλ, σε μία από τις εντυπωσιακότερες μονομαχίες ένας εναντίον ενός στην ιστορία του κινηματογράφου. Μια συζήτηση για το ποιος είναι ο πραγματικός νικητής στο τέλος, νομίζω πως θα κρατούσε για πάντα.
Ο Κιμ έχει μεταπηδήσει ήδη στο Χόλιγουντ. Η πρώτη του ταινία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού υπήρξε το «Μη μου Χαλάς τη Μέρα», με τον Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, το οποίο αποδείχθηκε κατώτερο των προσδοκιώνυ αναμενομένου. Θα του δοθεί πάντως μία ακόμη ευκαιρία με την μεταφορά του κόμικ του Εντ Μπρούμπεϊκερ, «Coward».






