Η κλασσική πλέον ταινία «Όλα τα Πρωινά του Κόσμου» (1991) του Αλέν Κορνό μιλάει για τη μουσική ως παρηγοριά και διέξοδο αλλά και μοναδικό τρόπο έκφρασης μύχιων σκέψεων και συναισθημάτων ̇η εμμονική, όμως, αφοσίωση σε αυτή μπορεί να γίνει νοσηρή και να καταλήξει σε εγκλεισμό, απομόνωση και μισανθρωπισμό. Μια ταινία ιδιαίτερη, που -αν και απευθύνεται περισσότερο σε μουσικά μυημένο κοινό- δύσκολα αφήνει κάποιον ανεπηρέαστο.
Για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αφοσίωση και στην εμμονή μιλάει και το πολυβραβευμένο «Χωρίς Μέτρο» (2014) του Ντάμιεν Σαζέλ, που βάζει το θεατή στον ανταγωνιστικό και αμείλικτο κόσμο του μουσικού πρωταθλητισμού. Τι γίνεται στην περίπτωση που ένας δάσκαλος αντιμετωπίζει τους μαθητές του σαν άλογα κούρσας και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, για να τους κάνει πρωταθλητές; Η κορυφή μπορεί να είναι γλυκειά αλλά το ψυχολογικό τίμημα για να την κατακτήσει κάποιος είναι τεράστιο. Διαλέγεις και παίρνεις.
Μία άλλη ταινία που επίσης αγγίζει το θέμα της διδασκαλίας είναι «Το Έπος του κ.Χόλαντ» (1995) του Στίβεν Χέρεκ, όπου ένας μουσικός ξεκινά να διδάσκει από ανάγκη και καταλήγει να γίνει η μεγάλη αγάπη της ζωής του ̇μια αγάπη που κάποιες φορές λειτουργεί σε βάρος του ρόλου του ως πατέρα απέναντι στον κωφάλαλο-τραγική ειρωνεία- γιο του αλλά και ως αντιστάθμισμα σε αυτό. Στο τέλος όμως της διαδρομής, διαπιστώνει πως μαζί με τη δική του ζωή άλλαξε και τη ζωή πολλών άλλων, με τρόπο που ούτε καν μπορούσε να φανταστεί.
Εστιασμένη στη μουσική ως μέσο διαπαιδαγώγησης είναι και η ταινία «Τα Παιδιά της Χορωδίας» (2004) του Κριστόφ Μπαρατιέ, όπου η μουσική «εισβάλλει» σε ένα σωφρονιστικό οικοτροφείο ανηλίκων και καταφέρνει αυτό που δε μπορούν τα λόγια και οι πράξεις ̇μαλακώνει τις ψυχές των παιδιών, τα κάνει να νιώσουν σημαντικά, τους δίνει κίνητρο. Η συμμετοχή στη χορωδία σημαίνει αποδοχή, εμπιστοσύνη και αναγνώριση. Η μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη βία και στη σκληρότητα. Έχει τη δύναμη να γκρεμίζει τοίχους και να αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Το ίδιο κι ένας εμπνευσμένος δάσκαλος.
Στο πολυβραβευμένο «Μαθήματα Πιάνου» (1993) της Τζέιν Κάμπιον, η ιδιαίτερη σχέση με το πιάνο της γίνεται το πάθος και ο μοναδικός τρόπος έκφρασης και εκτόνωσης μια κωφάλαλης γυναίκας. Είναι η μουσική αυτή που γεφυρώνει δύο αντίθετους κόσμους, τροφοδοτεί τον ερωτισμό και το ερωτικό πάθος, εκφράζει, μέσω της απουσίας ή της παρουσίας της, τον ψυχισμό της ηρωίδας. Και τελικά αποδεικνύεται πολύτιμος σύμμαχος στην αναζήτηση του εαυτού και της προσωπικής ευτυχίας της.
Για τη μουσική ως μέσο έκφρασης συναισθημάτων μιλά και το χαμηλότονο ιρλανδικό δράμα «Μια Φορά» (2006) του Τζον Κάρνεϊ, όπου δύο άνθρωποι που αγαπούν πολύ τη μουσική συναντιούνται τυχαία. Αυτό το συναπάντημα αποδεικνύεται πολλά περισσότερα από το μοίρασμα της κοινής τους αγάπης. Ανήμποροι, λόγω συνθηκών, να εκφράσουν όσα νιώθουν ο ένας για τον άλλον αφήνουν τη μουσική να το κάνει γι’αυτούς ̇μια μουσική βγαλμένη από την ψυχή δύο ανθρώπων που ξέρουν ότι η ιστορία τους είναι καταδικασμένη να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Η μελωδία της όμως θα μείνει για πάντα.
Μια μουσική, ωκεανός συναισθημάτων πλημμυρίζει και την ταινία «Ο Θρύλος του 1900» (1999) του Τζιουζέπε Τορνατόρε. Ένας άνθρωπος γεννήθηκε και μεγάλωσε πάνω σε ένα πλοίο και έζησε όλη τη ζωή του μέσα από τις νότες του πιάνου του. Προικισμένος με ένα θείο ταλέντο, μέσα από τη σχέση του με τη μουσική, βίωσε όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα και έκανε τα πιο μακρινά ταξίδια, κι ας μην πάτησε ποτέ το πόδι του στη στεριά. Μια ταινία για την ανείπωτη μοναξιά, τη μουσική ως καταφύγιο και τρόπο ζωής και την «πατρίδα» που τελικά για τον καθένα είναι κάτι διαφορετικό.
Μία άλλη πτυχή της μουσικής θίγει «Το Κορίτσι που Γυρίζει τις Σελίδες» (2006) του Ντένις Ντερκούρ, ένα κλιμακούμενο ψυχολογικό θρίλερ για τη ματαιοδοξία και την υπεροψία των καταξιωμένων μουσικών, την τεράστια ανασφάλεια και την αγωνία αποδοχής, την ασέβεια και αδιαφορία τους απέναντι σε ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτούς. Μια τέτοια «ασέβεια» μπορεί να γίνει αιτία να καταρρεύσει ένα παιδικό όνειρο. Και τότε, η επιθυμία για εκδίκηση μοιάζει μονόδρομος. H μουσική τελικά είναι πολύ προσωπική υπόθεση για όσους ασχολούνται με αυτήν.






