Η αναπάντεχη για πολλούς παρουσία της στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών, εκεί όπου ελάχιστα ντοκιμαντέρ επιλέγονται κάθε χρόνο, δικαιώθηκε και με το παραπάνω όταν έφτασε η στιγμή που «Η Τελευταία Παραλία» του Θάνου Αναστόπουλου («Όλο το Βάρος του Κόσμου», «Διόρθωση» και «Η Κόρη») και του Ιταλού κινηματογραφιστή Ντάβιντε Ντελ Ντέγκαν έκανε τον περασμένο Μάιο την παγκόσμια πρεμιέρα της. Τότε όλοι κατάλαβαν γιατί ένα φιλμ τεκμηρίωσης γύρω από μια παραλία της Τεργέστης που χωρίζει με έναν τσιμεντένιο τοίχο τις γυναίκες από τους άνδρες λουόμενους έχει κάθε λόγο να βρίσκεται στο κορυφαίο κινηματογραφικό ραντεβού. Πρωτίστως επειδή πραγματεύεται με θαυμαστή αφηγηματική ωριμότητα πολλά περισσότερα από ένα απλό χωροταξικό παράδοξο.

Από την προβολή της ταινίας στο 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας
Το ελληνικής συμπαραγωγής ντοκιμαντέρ που γοήτευσε το πρόσφατο Φεστιβάλ Καννών και αγκαλιάστηκε θερμά πριν λίγες μέρες από το κοινό των 22ων Νυχτών Πρεμιέρας εστιάζει επί έναν ολόκληρο χρόνο σε τούτη την παράξενη παραλία της άλλοτε κοσμοπολίτικης ιταλικής πόλης, τον τόπο καταγωγής του Ντελ Ντέγκαν και διαμονής τα τελευταία χρόνια του Αναστόπουλου. Καθώς ξεδιπλώνεται μεθοδικά η καθημερινότητα των ηλικιωμένων ως επί το πλείστον επισκεπτών της, εγείρονται προβληματισμοί για την Ευρώπη του σήμερα, ζητήματα ταυτότητας, διακρίσεων και διαχωρισμών, ενώ παράλληλα ξυπνούν ιστορικά βαρυσήμαντες μνήμες. Σε αυτό που μοιάζει να είναι το τελευταίο αθώο σύνορο σε μια Ευρώπη που υψώνει φράχτες και κλείνει σύνορα μπροστά στην προσφυγική τραγωδία, ο θεατής καλείται να αφεθεί στη γεμάτη χιούμορ και ειλικρίνεια ανθρωπολογική προσέγγιση των δύο σκηνοθετών, προκειμένου να αφουγκραστεί την υποκειμενική αλήθεια μιας ηπείρου που αλλάζει, όχι αναγκαστικά προς την κατεύθυνση που θα επιθυμούσαμε.
Η συζήτησή μας με τον Θάνο Αναστόπουλο, ασφαλώς, δε θα μπορούσε να μην αναφερθεί σε όλα τα παραπάνω, καθώς επίσης στην τελευταία και αυτονόητα ιδιαίτερη στιγμή της παρουσίασης της ταινίας στην πόλη όπου γυρίστηκε.
Η ταινία προβλήθηκε λίγες μόλις μέρες πριν στην Τεργέστη. Πώς την υποδέχθηκαν οι κάτοικοι και τι σχόλια εισέπραξες από τους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν σε αυτή;
Αυτή η προβολή ήταν η πιο συναισθηματική στιγμή αυτού του ταξιδιού των τριών τελευταίων χρόνων.
Ήταν η στιγμή που τόσο οι πρωταγωνιστές της ταινίας, όσο κι οι υπόλοιποι κάτοικοι της Τεργέστης θα έβλεπαν για πρώτη φορά την ταινία. Η προσμονή ήταν μεγάλη και η αγωνία μας ακόμα μεγαλύτερη. Ειδικά από τη στιγμή που γέμισε ασφυκτικά η αίθουσα κι άλλοι τόσοι έμειναν απέξω χωρίς να καταφέρουν να μπουν, το άγχος μας πολλαπλασιάστηκε γιατί δεν ξέραμε αν η ταινία θα άντεχε τόσες προσδοκίες.
Το φινάλε μας βρήκε αγκαλιασμένους στη σκηνή με τους πρωταγωνιστές μας σ' έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Αξέχαστο.
Ο τοίχος στην «Τελευταία Παραλία» μοιάζει με το τελευταίο αθώο σύνορο σε μία Ευρώπη που υψώνει φράχτες και θωρακίζει σύνορα. Προσωπικά πώς βλέπεις αυτόν τον ασυνήθιστο τοίχο; Ως ένα χωροταξικό παράδοξο, μιας μορφής κοινωνικό πείραμα, μία αλληγορία για τη σημερινή Ευρώπη, ενδεχομένως; Κοινώς, τι σημαίνει για σένα που έχεις περάσει εκεί χρόνο, τόσο με τον γιο σου όσο και με τον Ντάβιντε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Για αρχή να σημειώσω πως δεν έχω περάσει τόσες φορές με τον γιο μου εκεί. Συνήθως πήγαινε εκεί με την μητέρα του ή με τη γιαγιά του, όταν ήταν πιο μικρός και δεν κολυμπούσε ακόμα. Μαζί πηγαίνουμε σε άλλες παραλίες της Τεργέστης που θυμίζουν περισσότερο Ελλάδα απ' αυτήν. Παράδοξα λοιπόν, έχω περάσει περισσότερες φορές με τον Ντάβιντε στην παραλία, παρά με τον γιο μου.
Δυστυχώς αυτό που ξεκίνησε για μας το 2014 (με τα πρώτα μας γυρίσματα) σαν μια κωμωδία για τον τελευταίο τοίχο στην Ευρώπη κατέληξε το 2016 (στο τέλος του μοντάζ) να είναι μια μεταφορά για την κρίση του ευρωπαϊκού πνεύματος και η απαρχή καινούργιων τοίχων που υψώνονται. Πρόκειται για μια τραγική ειρωνεία που δεν παύει να με αναστατώνει.
Θάνος Αναστόπουλος και Ντάβιντε Ντελ Ντέγκαν
Ζεις στην Τεργέστη αρκετά χρόνια και στη συζήτηση που ακολούθησε μετά την προβολή της «Τελευταίας Παραλίας» στις Νύχτες Πρεμιέρας, αναφερόσουν στην πόλη με την χαρακτηριστική αμεσότητα ενός ντόπιου. Τα ζητήματα της ταυτότητας και του «ανήκειν» ωστόσο πρωταγωνιστούν στην ταινία. Ήταν αυτά τα ζητήματα που σε απασχολούσαν εξαρχής όταν ξεκινούσες ή προέκυψαν στην πορεία;
Τα ζητήματα της ταυτότητας με έχουν απασχολήσει και σε άλλες ταινίες μου όπως το ντοκιμαντέρ "Πώς Σε Λένε;" (1998) (σε συν-σκηνοθεσία με την Στέλλα Θεοδωράκη) για την εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων στη Θράκη και επίσης στην δεύτερη ταινία μυθοπλασίας μου, τη «Διόρθωση» (2008). Σ'αυτές τις ταινίες όπως και στην «Τελευταία Παραλία» βρίσκω κοινές αφετηρίες και θεματικές γύρω από τις έννοιες της ταυτότητας, της ένταξης, των διαχωρισμών ή των αποκλεισμών. Την ίδια στιγμή, βλέποντας τον γιο μου να πρωτοπλατσουρίζει σ' αυτή την παραλία και ενθυμούμενος την δική μου παιδική ηλικία με τον πατέρα μου που ήταν χειμερινός κολυμβητής στο Καλαμάκι, σκεφτόμουν πόσο καθορίζουν την ταυτότητα μας οι τόποι της παιδικής ηλικίας.
Έτσι, γυρίζοντας αυτή την ταινία ένιωθα να επιστρέφω στην παιδική μου ηλικία γιατί αυτός ο τύπος κοινωνικής ζωής στην παραλία μου ήταν γνώριμος και συνάμα διαφορετικός, και ταυτόχρονα ένιωθα να εντάσσομαι σιγά σιγά κι εγώ σε μια καινούργια πόλη και σ' έναν καινούργιο τρόπο ζωής. Είναι η πρώτη ταινία που γυρίζω στην Ιταλία μετά από 7 χρόνια που ζω εδώ και ήταν για μένα μια ευκαιρία να γνωρίσω τους συμπολίτες μου και να με γνωρίσουν κι αυτοί. Ο Ντάβιντε που έχει γεννηθεί και περάσει την παιδική του ηλικία σ' αυτή την παραλία ήταν το μέτρο που χρειαζόταν η ταινία.
Από τα πλέον αξιοσημείωτα σημεία του ντοκιμαντέρ αφορά στη δεκτική στάση των λουόμενων απέναντι στον τοίχο που τους χωρίζει: σπανίως παραβιάζουν το σύνορο αυτό. Αλήθεια, πώς προέκυψε αυτός ο τοίχος και πόσο καιρό κρατάει αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ ανδρών και γυναικών;
Η παραλία δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η Τεργέστη αποτελούσε το κύριο λιμάνι της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Εγκαινιάστηκε το 1903 με έναν ξύλινο τοίχο που χώριζε άντρες από γυναίκες κι αν εξαιρέσουμε ότι με τα χρόνια ο τοίχος έγινε τσιμεντένιος κι ότι επεκτάθηκε η πλευρά των γυναικών σε βάρος των ανδρών, ούτε η κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, ούτε τα δέκα χρόνια μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που η Τεργέστη παρέμεινε ουδέτερη ζώνη πριν επιστρέψει στην Ιταλία, ούτε καν η πτώση του τείχους του Βερολίνου, δεν κατάφεραν ν'ανατρέψουν αυτό το παράλογο μνημείο που καθορίζει την ταυτότητα και την αίσθηση του ανήκειν για γενιές τριεστίνων.
Μένοντας μαζί τους για πάνω από ένα χρόνο κατάλαβα ότι από τους ορατούς τοίχους στους οποίους μπορούμε ν’ αντισταθούμε και να καταπολεμήσουμε, πιο επικίνδυνοι είναι οι αόρατοι τοίχοι, αυτοί που κρύβει ο καθένας μέσα του και μας εμποδίζουν να συναντηθούμε και να επικοινωνήσουμε.
Τι είναι εκείνο που σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στους ανθρώπους που γνώρισες στην παραλία και πώς εξελίχθηκε η σχέση σας στη διάρκεια των πολύμηνων γυρισμάτων;
Η εμπιστοσύνη τους. Πως αφέθηκαν μπροστά στις κάμερές μας χωρίς να νοιάζονται για τις πιθανές τους ατέλειες. Η σχέση που έχουν με τον εαυτό τους και το σώμα τους. Το πως φέρουν τα προσωπικά τραύματα και τα τραύματα της Ιστορίας. Ήταν ένα μεγάλο μάθημα.
Η «Τελευταία Παραλία» μιλά μεταξύ άλλων για τα όρια, τους κανόνες, ακόμα και τη ρευστή, υποκειμενικού χαρακτήρα έννοια της ελευθερίας. Με βάση αυτό, θα ήθελα να σε ρωτήσω για το πώς επαναπροσδιορίζονται κατά τη γνώμη σου τα όρια, οι κανόνες και η ελευθερία ενός δημιουργού όταν αποφασίζει να συνεργαστεί με έναν συνάδελφο.
Με τον ίδιο τρόπο που γεννιόνται όλες οι δημιουργικές σχέσεις. Με σεβασμό στην άποψη του άλλου, ακόμα κι αυτή που δεν εκφράζεται λεκτικά. Με την προδιάθεση ν' ακούς και να βλέπεις τον άλλο κι όχι μόνο τον εαυτό σου. Πρέπει να σημειώσω πάντως ότι από τη στιγμή που συμφωνήσαμε με τον Ντάβιντε (αρκετά νωρίς στα γυρίσματα) σε κάποιους βασικούς κανόνες οι οποίοι καθόριζαν τη θεματική, το ύφος και την κατεύθυνση της ταινίας, δεν χρειάστηκε να μιλάμε και ν’ αναλύουμε πια, μα μόνο να είμαστε υπομονετικοί και επίμονοι μέχρι το τέλος του μοντάζ.
Είναι μια ταινία δυο ανθρώπων που ένωσαν τα βλέμματα τους πάνω σ' ένα τοπίο και στους συνανθρώπους τους κι έχει νομίζω τη δύναμη που πηγάζει απ' αυτό το διπλό βλέμμα.
Η «Τελευταία Παραλία» προβάλλεται ήδη στις αίθουσες από την One from the Heart






