Την περασμένη Τρίτη, ολοκληρώθηκαν οι δράσεις του εργαστηρίου για νέους σκηνοθέτες/σεναριογράφους ταινιών μικρού μήκους «Μικρές Ιστορίες, Μεγάλες Ιδέες», που διοργάνωσε το Πρόγραμμα Δημιουργική Ευρώπη Media και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.
Ανάμεσα στους εισηγητές του εργαστηρίου βρέθηκε καλεσμένος στην Αθήνα ο Σίντνεϊ Νέτερ. Ιδρυτής του διεθνούς πρακτορείου πωλήσεων SND Films, που έχει κύριο αντικείμενο την πώληση διεθνώς βραβευμένων ταινιών μικρού μήκους, τηλεοπτικών ταινιών και ντοκιμαντέρ.
Στόχος της διάλεξής του ήταν να παρουσιάσει στους νέους δημιουργούς τις δυνατότητες των ταινιών μικρού μήκους στη νέα ανερχομένη ψηφιακή αγορά και πως μπορούν αυτές να αξιοποιηθούν μέσα στο πολύπλοκο περιβάλλον των διαφόρων δικαιωμάτων, διανομέων, πλατφορμών και αγοραστών.
Πώς ήταν η εμπειρία σας από την επαφή σας με τους νέους δημιουργούς στο σεμινάριο «Μικρές Ιστορίες, Μεγάλες Ιδέες»
Αρχικά βρήκα πολύ έξυπνη και ενισχυτική στις προσπάθειες των δημιουργών την πρωτοβουλία αυτού του προγράμματος. Αυτό που επιβεβαίωσε ίσως την χρησιμότητά του ήταν η διαπίστωση ότι τα σενάρια που διάβασα ήταν σα να χρειάζονταν λίγη ακόμη ώθηση για να αποκτήσουν μία πιο «αυθεντική» μορφή -βέβαια να σημειωθεί ότι διάβασα μόνο 6 και μπορεί η απόδοση στα αγγλικά να μην ήταν ακριβώς αυτό που σκέφτονται οι δημιουργοί στην μητρική τους γλώσσα-. Αλλά αυτή είναι και η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι δημιουργοί και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι δύσκολο πια να γραφτούν πρωτότυπες ιστορίες. Και είναι πολύ δύσκολο να γράψεις κωμωδία.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση στα σενάρια που διάβασα είναι η πληθώρα διαλόγων και η σοβαρότητα, αν όχι σοβαροφάνεια αυτών. Σε σημείο που αναρωτήθηκα «δε γελάνε πια οι Έλληνες;». Γιατί οι καλλιτέχνες, αν και τόσο νέοι παίρνουν τόσο στα σοβαρά τους εαυτούς τους;
Βέβαια, συναντάς πάντα κάποιες ιστορίες που μπορεί να γίνουν κάτι καλό και παρότι δεν μπορώ να πω ότι είμαι ειδικός σύμβουλος για τη συγγραφή σεναρίου, η εμπειρία μου μού έχει δείξει προς τα πού πρέπει να κινηθεί κάποιες φορές το σενάριο για να δώσει ο δημιουργός αυτό που θέλει στην ταινία του. Αυτή όμως είναι και η συμβολή και η χρησιμότητα ενός έμπειρου παραγωγού πίσω από την κάθε ταινία.
Σύμφωνα με την εμπειρία σας, συνήθως πιο επιτυχημένη μικρού μήκους ταινία θεωρείται κάποια που αφήνει ένα ανοιχτό τέλος στον θεατή ή κάποια που ακόμη και σε μικρό χρόνο καταφέρνει να δώσει μία ολοκληρωμένη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος;
Για μένα μία καλή ταινία, είτε μικρού είτε μεγάλου μήκους είναι αυτή που έχει συγκεκριμένο στόχο. Μία μικρού μήκους ταινία αναδεικνύεται όταν ακόμη και σε λίγο χρόνο κατορθώνει να έχει κλιμάκωση. Από την εμπειρία μου, το 99% όσων ταινιών μικρού μήκους έχουν ξεχωρίσει, βραβευτεί και συνεχίσει μία κάποια πορεία, έχουν αυτοτελή ύπαρξη. Δε σε ενδιαφέρει να δεις το σίκουελ για να δεις τι γίνεται μετά. Ούτε τη μεγάλη εκδοχή της ίδιας ταινίας.
Έχετε δει ελληνικές ταινίες μικρού μήκους;
Δυστυχώς όχι πολλές. Δεν έχουν φτάσει στα χέρια μου εκτός από μία την οποία «πουλάω» κιόλας. Είναι το «Dead End» της Τώνιας Μισιαλή. Την είδα στο Λοκάρνο και απ’ όσο ξέρω είχε βραβευθεί και στην Ελλάδα (Βραβείο Σκηνοθεσίας στο 19ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και Βραβείο 2ης Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Δράμας το 2013).
Κι όταν λέτε «πουλάτε», ποιοι είναι οι επίδοξοι αγοραστές μίας μικρού μήκους ταινίας; Πέρα από τη Φεστιβαλική ενδεχομένως πορεία μιας μικρού μήκους ταινίας, υπάρχει και μία εμπορική καριέρα που μπορεί να αποφέρει και έσοδα;
Ναι, βεβαίως! Υπάρχει αγορά, υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον και εμπορική εκμετάλλευση. Κύριοι ενδιαφερόμενοι και αγοραστές είναι τηλεοπτικά δίκτυα όπως το Canal+ (Γαλλία) και το Arte ( Γαλλία – Γερμανία) και άλλα συνδρομητικά τηλεοπτικά δίκτυα καθώς και VOD πλατφόρμες. Έχουν ειδικές «ζώνες» στο πρόγραμμά τους για μικρού μήκους ταινίες, και σε συνδρομητικά δίκτυα όπου δεν υπάρχουν διαφημίσεις, οι μικρού μήκους ταινίες χρησιμεύουν ως «διάλειμμα» ανάμεσα στις μεγάλου μήκους ταινίες. Και γι’ αυτό προτιμώνται οι ταινίες που είναι από 2 έως 15 λεπτά.
Έχει γίνει πλέον αντιληπτό σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη, (σιγά σιγά δραστηριοποιούνται στην Πορτογαλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία και αλλού) ότι και οι μικρού μήκους ταινίες έχουν κόστος και κόπο για να γυριστούν και αξίζουν οι δημιουργοί να απολαμβάνουν κάποια αμοιβή γι’ αυτήν τους την εργασία αλλά παράλληλα κι εγώ που τους τις βρίσκω και τις πουλάω πρέπει να έχω κάποιο κέρδος.
Μία επίσης ανερχόμενη αγορά είναι οι αεροπορικές εταιρίες όπως η KLM, η Air France, oι οποίες επίσης αγοράζουν μικρού μήκους ταινίες. Ενώ, σε πολύ μικρότερο βαθμό, αγοράζουν και κάποιες εταιρίες διανομής. Εγώ πουλάω κάποιες μικρού μήκους ταινίες σε διανομείς στην Γαλλία και τη Γερμανία. Μπορεί να πουλήσω 100 ή 200 ευρώ τα δικαιώματα μιας ταινίας μικρού μήκους για κάποιες προβολές και μετά από λίγο καιρό να έχει μαζέψει ένα υπολογίσιμο έσοδο. Και μπορείς να συνεχίσεις να την πουλάς για μερικά χρόνια, καθώς δεν κινδυνεύει τόσο από την επικαιρότητα ή την πειρατεία, όπως οι μεγάλου μήκους ταινίες.
Να υποθέσουμε ότι τα Φεστιβάλ είναι η κύρια πηγή όπου εντοπίζετε τις μικρού μήκους ταινίες που αργότερα διαθέτετε προς πώληση; Άρα, και ότι είναι διπλό το κίνητρο για έναν δημιουργό, εκτός από το να βραβευτεί η ταινία του να βρει και έναν πωλητή που θα τη διαθέσει στην αγορά;
Yπάρχουν παραγωγές που φτάνουν ανεξάρτητα στα χέρια μας, κυρίως από την Ολλανδία, όπου δραστηριοποιείται η εταιρία μου, τη Γαλλία και τη Γερμανία αλλά συνήθως από τα Φεστιβάλ επιλέγουμε τις ταινίες. Ο δημιουργός έχει καταρχήν το κίνητρο μέσα από ένα Φεστιβάλ να δείξει τη δουλειά του και να φτιάξει από τη μία πορτφόλιο για να βρει παραγωγούς για την επόμενη, μικρού ή μεγάλου μήκους ταινία του. Κι από την άλλη να χτίσει μία προσωπική σχέση με το Φεστιβάλ ώστε αργότερα να έχει περισσότερες πιθανότητες αυτό το Φεστιβάλ να τον εμπιστευτεί στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι περισσότεροι σκηνοθέτες μεγάλου μήκους, ακόμη και οι πιο επιτυχημένοι σε αυτό, πάντα θέλουν να κάνουν μεγάλου μήκους ταινίες.
Επίσης, μεγάλη αγορά για μικρού μήκους ταινίες υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και η μόνη τους ευκαιρία να μη βρεθούν μπροστά σε μία αχανή λίστα ταινιών μικρού μήκους από ολόκληρο τον κόσμο είναι οι επιλογές των Φεστιβάλ. Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να φτάσει μία ευρωπαϊκή ταινία μικρού μήκους στην αμερικανική αγορά, να προταθεί για Όσκαρ ή να επιλεγεί στα μεγάλα Φεστιβάλ της Αμερικής. Ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν ένα τμήμα ταινιών μικρού μήκους πετυχημένο σε ένα Φεστιβάλ; Υπάρχουν Φεστιβάλ με τμήματα μικρού μήκους που δεν είναι αντάξια των υπόλοιπων τμημάτων του Φεστιβάλ.
Εννοώ ότι το τμήμα μικρού μήκους του Φεστιβάλ των Καννών παραδείγματος χάριν, δεν είναι δυνατό και επισκιάζεται από τη λάμψη των άλλων τμημάτων που δε λειτουργεί ακριβώς όπως θα έπρεπε ως αγορά. Ενώ από την άλλη το Βερολίνο, μπορεί να μοιάζει σημαντικό για το πορτφόλιο ενός δημιουργού να συμμετάσχει η ταινία του στο διαγωνιστικό του τμήμα, αλλά δεν έχει σχεδόν καθόλου αγοραστική δύναμη. Στο Βερολίνο επιλέγονται συνήθως οι πιο πειραματικές ταινίες. Μπορεί αυτό κάτι να δείχνει για τους σκηνοθέτες τους αλλά δεν έχουν σχεδόν καμία εμπορική αξία.
Για μένα το πιο σημαντικό Φεστιβάλ με την πιο «δυνατή» αγορά στην Ευρώπη, ίσως και σε ολόκληρο τον κόσμο είναι το Clermont – Ferrand Short Film Festival της Γαλλίας. Και στην Αμερική το Φεστιβάλ του Παλμ Σπριγνκς που είναι κοντά στο Λος Άντζελες και η συμμετοχή μίας ταινίας σε αυτό σημαίνει αυτόματα το άνοιγμά της στην αμερικανική αγορά.
Θέλετε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα σκηνοθετών που φάνηκαν ήδη από τις μικρού μήκους ταινίες τους και μετά διέπρεψαν σε μεγάλου μήκους ταινίες;
Φυσικά, ένα παράδειγμα είναι ο Ισλανδός Grímur Hákonarson, που τον γνωρίσαμε από τα μικρά μήκους του, ξεχώρισε ειδικότερα με το «Wrestling», και λίγα χρόνια αργότερα, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Δεσμοί Αίματος» («Rams») το 2015 κέρδισε το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών.
Πιστεύετε ότι η εθνική παραγωγή ταινιών μικρού μήκους (σε ποσότητα και ποιότητα) είναι μία ένδειξη για τον Κινηματογράφο μιας χώρας;
Όχι απαραίτητα. Μπορεί μία χρονιά να είναι κακή σε παραγωγές μικρού μήκους αλλά οι μεγάλου μήκους ταινίες και οι ενέργειες που γίνονται για τον κινηματογράφο στη συγκεκριμένη χώρα να είναι σε άνθηση. Είναι και λίγο τυχαίο. Ωστόσο, όλα έχουν να κάνουν με το πόσα χρήματα επενδύονται στον κινηματογράφο. Για παράδειγμα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, για να πάρει ένας δημιουργός επιδότηση για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πρέπει να έχει κάνει ήδη μία μικρού μήκους. Τα κράτη που επενδύουν στις μικρού μήκους βλέπουν το Σινεμά τους να αναπτύσσεται έστω σιγά σιγά.






