Ο Καναδός σκηνοθέτης Κιμ Νουέν, με την τέταρτή του ταινία, «Η Μάγισσα του Πολέμου» («War Witch»), το 2012, κέρδισε μία ειδική μνεία από την Οικουμενική Επιτροπή του Διεθνούς Φεστιβάλ Βερολίνου και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Τέσσερα χρόνια μετά ταξίδεψε ως την Αρκτική για να γυρίσει μία διαφορετική ρομαντική ιστορία με τίτλο «Δύο Εραστές και Μία Αρκούδα».
Ένα ποιητικό road movie, με λυρισμό, σασπένς και ένα αντισυμβατικό χιούμορ, όπου τραύματα και όνειρα γίνονται ταυτόχρονα οι φωτεινοί συματοδότες στο ταξίδι δύο ερωτευμένων νέων. Ο Ντέιν Ντε Χάαν («Life») και η Τατιάνα Μασλάνι («Orphan Black»), είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της coming-of-age ερωτικής ιστορίας, που προσπαθούν να χωρέσουν στο ίδιο καταφύγιο μέλλον και παρελθόν, να νικήσουν εσωτερικούς δαίμονες, και να συνεχίσουν ένα ταξίδι όπου το άγνωστο μοιάζει να είναι ο πιο διέξοδος προορισμός κι ο έρωτας ο μόνος χάρτης στον οποίο μπορούν να χαράξουν την πορεία τους. Σύντροφος και συνοδοιπόρος τους, μία Αρκούδα!
Οι «Δύο Εραστές και Μία Αρκούδα» του Κιμ Νουέν, πριν ανοίξουν την Εβδομάδα Καναδικού Κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος αυτήν την Πέμπτη 2 Φλεβάρη, ξεκίνησαν την σπουδαία φεστιβαλική τους πορεία από το Φεστιβάλ Καννών και το Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών, όπου έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής και συνέχισαν με σταθμούς όπως το Φεστιβάλ του Τορόντο, του Αμβούργου, του Ρίο Ντε Τζανέιρο αλλά και της Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβρη.
«Δύο Εραστές και Μία Αρκούδα». Η ύπαρξη της Αρκούδας, ακόμη και στον τίτλο υπονοεί ότι δεν πρόκειται απλώς για μία ιστορία αγάπης;
Λοιπόν, θα έλεγα ότι είναι μία ιστορία αγάπης, όπου όμως το περιβάλλον από μόνο του μετατρέπεται σε έναν χαρακτήρα που καταδιώκει τους ήρωες. Και με φόντο αυτό το τοπίο, η Αρκούδα μπορούμε να πούμε ότι είναι κατά κάποιο τρόπο το πνεύμα του περιβάλλοντος.
Η Αρκούδα μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί σαν ένας από μηχανής Θεός, όπως λέμε στην ελληνική μυθολογία, που δίνει κίνητρο στον ήρωα να κάνει το επόμενο βήμα, ή είναι απλώς το υποσυνείδητο, το πνεύμα κάποιου χαρακτήρα;
Είναι ακριβώς αυτό! Ένας από μηχανής Θεός, και φαντάζομαι ότι ήταν εύκολο για έναν Έλληνα να το δει τόσο καθαρά (γέλια). Ωστόσο, με έναν μετα-σύγχρονο τρόπο, και καθώς διάβαζα τον Μουρακάμι και ανακάλυπτα τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τις Θεϊκές φιγούρες, όπως μία γιγαντιαία γάτα, με έκανε να σκεφτώ ότι και η Αρκούδα θα μπορούσε να πάρει μία μορφή θεότητας. Αλλά μία θεότητα με ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες, ακριβώς όπως συμβαίνει στην ελληνική μυθολογία. Έτσι και η δική μας Αρκούδα είναι λίγο γκρινιάρα και της αρέσει το ποτό!
Οι αλληγορίες, οι μεταφορές και άλλα ποιητικά χαρακτηριστικά χρησιμοποιούνται σκόπιμα στον αφηγηματικό τρόπο της ταινίας;
Ναι, νομίζω ότι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής αισθητικής παράχθηκε σκόπιμα. Ωστόσο, η ποίηση πολύ συχνά δεν βρίσκεται σε αυτά που αρχικά νομίζουμε όταν γυρίζουμε μία ταινία. Νομίζω ότι η ποίηση δημιουργείται από μόνη της όταν ακριβώς δεν την περιμένεις, ή όταν δίνεις χώρο σε αφηγηματικά «απρόοπτα» να συνδυαστούν με τη δική σου γραμμική αφήγηση.
Οι εσωτερικοί φόβοι των ηρώων είναι πάντα εκεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Μπορούμε πραγματικά να ξεφορτωθούμε τα βαθιά ριζωμένα θέματά μας, που γεννήθηκαν από την παιδική μας ηλικία;
Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα… Πιστεύω πως ναι, μπορούμε να διαχειριστούμε τους φόβους μας μόνο αν τους αντιμετωπίσουμε. Μερικούς από αυτούς καταφέρνουμε απλώς να τους εντοπίσουμε, να τους αναγνωρίσουμε και να τους αποδεχτούμε γιατί αυτοί μας κάνουν αυτό που είμαστε.
Η Αρκτική, το περιβάλλον όπου γυρίστηκε η ταινία είναι πολύ γοητευτικό και ταυτόχρονα τρομαχτικό και απόκοσμο. Πώς επιλέξατε αυτό το τοπίο για φόντο της ιστορίας σας;
Η ταινία είναι βασισμένη σε μία μικρού μήκους ταινία μυθοπλασίας που γυρίστηκε στην Αρκτική. Ως εκ τούτου γυρίσαμε και την ταινία εκεί. Υπάρχει κάτι σε αυτή την μεγάλη έκταση από παράδοξα που χαρακτηρίζουν αυτό το τοπίο, που μοιάζει με τον αντικατοπτρισμό των εσωτερικών μας φόβων, βασάνων, επιθυμιών και φιλοδοξιών. Υπάρχει επίσης κάτι εκεί για το πώς νιώθουμε καμιά φορά όταν είμαστε ερωτευμένοι. Όταν φτάνουμε σε σημείο να πονάμε, όπως πονάει το αβάσταχτο κρύο, για να νιώσουμε ζωντανοί.
Πόσο δύσκολο ήταν για ’σας και τους ηθοποιούς το γύρισμα σε αυτές τις αντίξοες κλιματικές συνθήκες;
Για την ακρίβεια ήταν μία μεταμφιεσμένη ευλογία. Κι αυτό γιατί οι ηθοποιοί δε χρειάστηκε να υποδυθούν ότι βρίσκονται σε ένα δυσμενές περιβάλλον. Ήταν πράγματι πολύ σκληρό και έκανε πολύ κρύο. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, μέρος της αυθεντικότητας των σκηνών έβγαινε αβίαστα από άποψη υποκριτικής, καθώς στο πραγματικό σκηνικό οι ηθοποιοί ήταν εκτεθειμένοι σε πραγματικό κρύο και πραγματικό άνεμο.
Θα μπορούσαμε να δούμε τον Ρόμαν, τον ήρωα της ταινίας «Δύο Εραστές και Μία Αρκούδα» σαν έναν σύγχρονο Ρωμαίο. Παράλληλα, η επόμενή σας ταινία τιτλοφορείται «Eye on Juliet» («Παρακολουθώντας την Ιουλιέτα»). Διακρίνουμε μία κρυφή αναφορά στον Σαίξπηρ ή είναι τυχαίο γεγονός;
Μα βέβαια! Φυσικά. Και τώρα ένα ερώτημα για εσάς: Σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, λόγω του εύρους των έργων του, ο Σαίξπηρ λέγεται πως ήταν μία κολλεκτίβα ανθρώπων που δούλευαν μαζί κάτω από μία ψεύτικη ταυτότητα. Εσείς, το πιστεύετε;…






