Έκανε το όνομά του συνώνυμο με τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ για να καταφέρει να αποτινάξει από πάνω του την ετικέτα του «υπαλλήλου της MGM» και να αναγνωριστεί ως ένας καθαρόαιμος δημιουργός. Παίρνοντας έτσι το αίμα του πίσω για όσους δεν μπόρεσαν να δουν πως, πέρα από το φαντασμαγορικό, έντονα μελοδραματικό και στιλιστικά αξεπέραστο έργο του, κρυβόταν ένας μεταμοντέρνος καλλιτέχνης που το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει το σινεμά μια συναρπαστική διαδρομή προς το όνειρο.
Το www.cinemag.gr του ετοίμασε το παρακάτω αφιέρωμα, συνοδεύοντάς το με σκηνές από τις καλύτερες ταινίες του.
Συνάντησέ με στο Σικάγο
Πέμπτο παιδί του Ιταλού Βίνσεντ Τσαρλς Μινέλι, ιμπρεσάριου ενός υπαίθριου θεάτρου και της Γαλλίδας Μίαν Λε Μπο, ηθοποιού των αυτοσχέδιων παραστάσεων του Minnelli Brothers' Tent Theater, ο μικρός Λέστερ Άντονι Μινέλι υπήρξε το μόνο μέλος της οικογένειας που έζησε μετά τη γέννα για να αντικρύσει την αλλαγή του αιώνα και να γνωρίσει τον κόσμο του θεάματος, μέσα από απομιμήσεις θεατρικών παραστάσεων του Μπρόντγουεϊ, και το πάθος των καλλιτεχνών του δρόμου.
Όταν δεν εμφανιζόταν στη σκηνή μαζί με την μητέρα του, περνούσε τους χειμώνες του σε συγγενικά σπίτια στο Σικάγο ή στο Οχάιο, περιμένοντας τους γονείς του να γυρίσουν από τις εξαντλητικές περιοδείες τους και γεμίζοντας το χρόνο του με βιβλία, μουσική και το ήδη ανεπτυγμένο ταλέντο του στο σχέδιο. Και μετά ήρθαν οι ταινίες.
Η σαρωτική δημοτικότητα του βωβού κινηματογράφου θα ανάγκαζε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τον περιοδεύοντα θίασό τους και να εγκατασταθούν μόνιμα στο Ντέλαγουερ του Οχάιο. Η αγροτική ζωή, όμως, δεν ταίριαζε στον μικρό Λέστερ που γρήγορα θα εγκατέλειπε τις σχολικές παραστάσεις, τη βιβλιοθήκη του πατέρα του και το αυτοσχέδιο ατελιέ που είχε εγκαταστήσει στο κοτέτσι του σπιτιού του γα να μετακομίσει στο Σικάγο.
Ό,τι ακολούθησε είναι αυτό που όλες οι βιογραφίες αλλά και η ίδια η αυτοβιογραφία του Μινέλι (κυκλοφόρησε το 1990 με τον τίτλο «I Remember It Well!») αρέσκονται να συνδέουν άρρηκτα και συχνά ειρωνικά με την μετέπειτα καριέρα του σκηνοθέτη που, αμέσως μετά από την αποφοίτησή του από το σχολείο, βρέθηκε να σχεδιάζει τις βιτρίνες ενός πολυτελούς καταστήματος με το όνομα Marshall Field.
Η κορυφαία σκηνή από το «Έναν Χορό για Σένα» («The Bandwagon», 1953)
Τέταρτος βοηθός του τμήματος διακόσμησης ενός καταστήματος του οποίου οι βιτρίνες θεωρούνταν «οι ωραιότερες στη χώρα, ακόμη κι από αυτές της Νέας Υόρκης», ο Μινέλι θα διοχέτευε αρχικά το ταλέντο του στη ζωγραφική. Έκανε το όνομα του γνωστό και βρέθηκε βοηθός του Πολ Σλόαν, ενός κοσμικού φωτογράφου που είχε χτίσει τη φήμη του με τις λαμπερές απεικονίσεις ηθοποιών και διασημοτήτων της εποχής, ακολουθώντας πιστά τα μοτίβα των αριστοκρατικών πορτρέτων του 16ου αιώνα.
Αποφασισμένος πως το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής του -να γίνει ένας μεγάλος ζωγράφος στο Παρίσι όπως ο Ντουσάμπ, ο Ερνστ, ο Νταλί- ήταν πιο άπιαστο και από το να πείσει τους συνεργάτες του για το εύρος των δυνατοτήτων του, κατάφερε να εισχωρήσει στον χώρο του θεάτρου ως σχεδιαστής κοστουμιών στην αλυσίδα θεάτρου των Μπάλμπαν και Κατζ, οι οποίοι ανέβαζαν θεατρικές παραστάσεις κάθε εβδομάδα συνοδεύοντας την έξοδο των καινούριων ταινιών στις αίθουσές τους. Μαζί τους θα έφτανε μέχρι τη Νέα Υόρκη, ακριβώς την εποχή του οικονομικού κραχ.
Τζιν Κέλι και Λέσλι Καρόν χορεύουν στο «An American in Paris» (1951)
Το τμήμα θεάτρου της Paramount στο οποίο δούλεψε αρχικά θα έπεφτε θύμα της ύφεσης, αλλά ο Μινέλι είχε ήδη το βιογραφικό που χρειαζόταν για να προσληφθεί ως ο βασικός σχεδιαστής κοστουμιών στο μεγαλύτερο τότε θέατρο του κόσμου: το χωρητικότητας 6.200 θεατών Radio City Music Hall. Θα αναβαθμιζόταν γρήγορα σε καλλιτεχνικό διευθυντή και έτσι θα του δινόταν η άδεια της παραγωγής και της σκηνοθεσίας δικών του παραστάσεων.
Το 1935 θα εγκατέλειπε το Radio City Music Hall για να σκηνοθετήσει την πρώτη ανεξάρτητη θεατρική του παράσταση, το «At Home Abroad» και ένα χρόνο αργότερα το περιβόητο «The Zigfield Follies» που θα έκανε το Χόλιγουντ να στρέψει το βλέμμα του σε αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση ενός αγνώστου ντεκορατέρ που έκανε το box office να υποκλίνεται σε κάθε νέα του παράσταση.
Μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας
Δύο δεκαετίες μετά, το γεμάτο παιχνίδια, πόρτες και ανοιχτό ψεύτικο ουρανό σπίτι που ονειρευόταν (ως γνήσια Μαντάμ Μποβαρί) ανάμεσα σε άλλα ο Βινσέντε Μινέλι ήταν επιτέλους δικό του. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα συνεργασίας με την Paramount το 1937 θα γινόταν μόνιμος κάτοικος της MGM και, κυρίως, ένας από τους πιο «αποδοτικούς» υπαλλήλους της, ειδικά σε μια εποχή που το σινεμά ήταν τα στούντιο και τα στούντιο ήταν το σινεμά.
Και ενώ η φιλμογραφία του θα πλήθαινε από εμπορικές επιτυχίες, πρωτοφανείς φαντασμαγορίες, ήρωες που ζούσαν ταυτόχρονα στον κόσμο της φαντασίας και της σκληρής πραγματικότητας, ο ίδιος ζούσε ερήμην του μύθου που θα πλεκόταν γύρω από την αινιγματική προσωπικότητά του.
Η Τζούντι Γκάρλαντ τραγουδάει το «Trolley Song» από την ταινία «Meet me in St. Louis» (1944)
Ενός μύθου που δεν εξαντλήθηκε στο πώς ένας εργάτης του Συστήματος κατάφερε να εισχωρήσει σχεδόν με κάθε ταινία του στις ετήσιες δεκάδες των καλύτερων ταινιών του Cahiers Du Cinema αλλά που απλώθηκε και στην προσωπική του ζωή, η οποία θα μπέρδευε πολλούς με την ακραιφνώς ομοφυλόφιλη ετεροφυλία της.
Ο ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν «ετεροφυλόφιλο που σιχαινόταν την ακατέργαστη έννοια του ανδρισμού, έτσι όπως αυτή επικρατούσε σε όλο το φάσμα της αμερικάνικης κοινωνίας», αλλά η πραγματικότητα βρισκόταν ακόμη πιο μακριά. Ο Βινσέντε Μινέλι ήταν ένας αυθεντικός δανδής που, αντί να ζει στον 18ο αιώνα, έτυχε να βρεθεί στο κέντρο μιας εποχής που λάτρευε για Θεό της την μαζική κουλτούρα, με αποτέλεσμα να μετουσιωθεί αυτόματα σε έναν καθαρόαιμο μοντερνιστή.
Και δεν θα σκεφτόταν κανείς ιδανικότερη εξωτερίκευση για έναν σύγχρονο δανδή από τον κόσμο του θεάματος, είτε αυτό περιλάμβανε να διακοσμεί βιτρίνες για την Μέρα των Ευχαριστιών είτε να σκηνοθετεί φαντασμαγορικά μιούζικαλ προορισμένα για εκατομμύρια θεατών.
Ανήκοντας σε μια κάστα καλλιτεχνών όπως ο Μαν Ρέι, ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο Τζάσπερ Τζόουνς, ακόμη και ο Άντι Γουόρχολ, που ξεκίνησαν την καριέρα τους είτε ως σχεδιαστές είτε ως διακοσμητές βιτρινών, ο Μινέλι έζησε τη ζωή του και κατασκεύασε το σύνολο του έργου του πιστός σε μια θεώρηση της «τέχνης για την τέχνη» και καταδικασμένος να κατηγορηθεί ως εστέτ.
Σε μια Αμερική που μπορούσε πια να βλέπει από ορόφους διψήφιων αριθμών τον εαυτό της, ο Μινέλι διένυσε απλά ολόκληρη τη διαδρομή μιας βιομηχανίας ονείρων με απαράμιλλο στυλ και, επιπρόσθετα, χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Πετυχαίνοντας, τελικά, το ακατόρθωτο: να κάνει ταινίες που δεν άνηκαν πουθενά. Οι θεωρητικοί μπορούσαν να ανιχνεύσουν επιρροές και το γνήσιο ταλέντο ενός μεγάλου καλλιτέχνη, την ίδια στιγμή που ο μέσος όρος των θεατών μπορούσε να απολαύσει το σινεμά έτσι όπως το είχε φανταστεί.
Φρανκ Σινάτρα, Σίρλεϊ Μακ Λέιν και Ντιν Μάρτιν στο σπουδαίο δράμα «Some Came Running» (1958)
Το αποτέλεσμα: μερικά από τα πιο σπουδαία μιούζικαλ της εποχής, μερικές από τις πιο σοφιστικέ κωμωδίες που γυρίστηκαν ποτέ και σίγουρα μερικά από τα πιο κλασσικά μελοδράματα που γνώρισε η δεκαετία του '50. Και την ίδια στιγμή ταινίες που στη βάση τους μιλούσαν πάντοτε για το ίδιο το σινεμά, τον κόσμο του θεάματος, τη ζωή σαν μια «παραξενιά» που όταν δεν μπορείς να αντέξεις μπορείς να την ξορκίσεις ποτίζοντας την με χρώμα, μουσική, έντονα πάθη και ανεξάντλητη φαντασία.
Οι κριτικοί της εποχής και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού ένιωσαν πως κάτι αναρχικό συνέβαινε στα αυστηρών αρχών κλιμάκια της MGM. Και φυσικά δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Οι Αμερικάνοι υπήρξαν σαφώς πιο συντηρητικοί αναγνωρίζοντας τη μοναδική ικανότητα του Μινέλι να περιγράφει την καθημερινή ζωή με εξέχοντα παραδείγματα το «Meet Me In St. Louis» και το «The Clock», αλλά θα απέρριπταν συλλήβδην τη στουντιακή ατμόσφαιρα που αναδυόταν έντονα στο έργο του.
Οι Βρετανοί ανακάλυψαν στα μιούζικαλ του την κορυφή της σοφιστικέ σκηνοθεσίας λαϊκών χορών και τραγουδιών με τον μετέπειτα σκηνοθέτη Λίντσεϊ Άντερσον να εξαιρεί τον πρώιμα camp «Πειρατή» ως ένα «τολμηρό πείραμα της έννοιας του τεχνητού με νούμερα καλογυαλισμένης ιδιοφυίας» αλλά και να απορρίπτει τον «Αμερικάνο Στο Παρίσι» σαν μια «επιστροφή στις συμβάσεις της παραδοσιακής μουσικής κωμωδίας».
Η ετυμηγορία θα ερχόταν από τους Γάλλους. Ο Αντρέ Μπαζέν θα μιλούσε για μια «ιδιοφυία του Συστήματος» προκαλώντας τους διχασμένους συναδέλφους του να πάρουν θέση για την υπόθεση Μινέλι. Οι περισσότεροι προτίμησαν να ξεμπερδέψουν κατηγοριοποιώντας τον ως έναν «αφελή σατιριστή του αμερικάνικου τρόπου ζωής». Ο Ζαν Ντομαρσί θα χαρακτήριζε το «Bad And The Beautiful» ως μια ευθεία «επίθεση στον αμερικάνικο καπιταλισμό, σκηνοθετημενή από έναν σύγχρονο Μπαλζάκ» ενώ ο Ζακ Ριβέτ θα εναντιωνόταν στην αποδοχή που φαινόταν να απολαμβάνει ο Μινέλι, δηλώνοντας πως «αν διευρύνουμε τόσο τη θεωρία του δημιουργού ώστε να συμπεριληφθεί ο Μινέλι, τότε έχουμε χάσει το νόημα».
«The Bad and the Beautiful» (1952): Μια από τις καλύτερες ταινίες του
Ο Φρανσουά Τριφό θα συνέχιζε να αδιαφορεί για την περίπτωση «Μινέλι» και ενώ ο Ζαν Λικ Γκοντάρ θα τον αποθέωνε σε κάθε ευκαιρία, το κλίμα απέναντι στην αξία του Μινέλι άρχισε να αλλάζει. Πρώτα στη Βρετανία το περιοδικό «Movie» θα τον τοποθετούσε στην κατηγορία των «σπουδαίων» μαζί με τον Χίτσκοκ και τον Χάουαρντ Χοκς και μετά, στην Αμερική, ο Άντριου Σάρις θα τον τοποθετούσε στη διάσημη λίστα με τους Αμερικάνους σκηνοθέτες, στην κατηγορία «η άλλη πλευρά του παραδείσου», γράφοντας: «Αν ο Μινέλι έχει ένα ελάττωμα αυτό είναι η αφέλεια του ότι το στυλ μπορεί να ξεπεράσει την ουσία και πως ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο είναι κάτι πιο σημαντικό από το πως είναι ο κόσμος στην πραγματικότητα. Πιστεύει περισσότερο στην ομορφιά απ' ό,τι στην Τέχνη.»
Πίσω από το σινεμασκόπ
Ο Μινέλι θα παρέμενε ατάραχος. Η θεωρητική ανάλυση του έργου του δεν είχε γι' αυτόν την παραμικρή σημασία. Μέχρι και το τέλος της ζωής του, το 1986, θα συνέχιζε να σκηνοθετεί με την ίδια αίσθηση του «επείγοντος» και του «μαγικού». Ευτυχισμένος για όσα τον είχαν απομακρύνει για πάντα από το ερασιτεχνικό πάλκο των γονιών του, θα ξεκινούσε κάθε πρωί για να περάσει τη μέρα του μέσα στα σετ της MGM ως ένας άψογος επαγγελματίας αφήνοντας τους κριτικούς να αναζητούν την «ιστορία» και τις κακές γλώσσες να διερευνούν με «κίτρινα» μέσα τη σεξουαλικότητά του.
Για έναν άντρα που παντρεύτηκε τέσσερις φορές στη ζωή του, με σημαντικότερη στιγμή της οικογενειακής του ευτυχίας ή δυστυχίας τη συμβίωσή του με την -αν μη τι άλλο ιδιοσυγκρασιακή- Τζούντι Γκάρλαντ, τίποτα δεν μπορούσε να είναι απλά ασπρόμαυρο ή έγχρωμο. Όπως και στις ταινίες του, όλα στην προσωπική του ζωή δεν μπορούσαν παρά να είναι υπερβολικά, παθιασμένα, φωτεινά και σκοτεινά την ίδια στιγμή.
Χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1986, η αποκάλυψη σε ένα άρθρο του Vanity Fair πως η Γκάρλαντ τον είχε «πιάσει» με τον κηπουρό τους στο κρεβάτι δεν είχε να προσθέσει κάτι στην ήδη περιπετειώδη σχέση τους. Ο Μινέλι ήταν ένας ακόμα ήρωας των ταινιών του που αναζητούσε το «όνειρο», εκείνη τη μικρή ή μεγάλη πόρτα που τον έκανε σε κάθε γύρισμα να εξουσιάζει το πολυπληθές τμήμα παραγωγής της MGM από τον γερανό που ο ίδιος εφηύρε και χάρισε σε όλους τους μετέπειτα δημιουργούς του κινηματογράφου.
O Μινέλι κερδίζει το Οσκαρ για το «Gigi» (1958)
Η κόρη τους, Λάιζα, θα γεννιόταν το 1946 για να ενσαρκώσει -τόσο στη ζωή της όσο και στην καριέρα της- ιδανικά το alter ego του ίδιου του πατέρα της (παίζοντας και στην τελευταία του ταινία «A Matter Of Time» το 1976), ο Μάρτιν Σκορσέζε θα υποκλινόταν αμετάκλητα στην «Τέχνη» του Βινσέντε Μινέλι και η γενιά του DVD θα απολάμβανε αμαχητί σε LCD οθόνες τις αποκατεστημένες κόπιες των ταινιών του.
Οι θεατές που ο ίδιος ο Μινέλι είχε προβλέψει πως ενδιαφέρονται πια μόνο για την βία και τον «Πόλεμο των Άστρων», μπορούν πια να απολαύσουν χωρίς το βάρος των περιστάσεων μέσα στις οποίες γεννήθηκε, ένα σινεμά απενοχοποιημένο, αποτέλεσμα της σκληρής προσπάθειας ενός ανθρώπου που, τελικά, έγινε κατανοητό μέσα στα χρόνια ότι χρειαζόταν το Σύστημα όσο τον χρειαζόταν κι αυτό. Αποδεικνύοντας πως πίσω από κάθε συναρπαστικό μύθο κρύβεται πάντα μια πεζή πραγματικότητα. Αρκεί να γνωρίζεις πώς να την σκηνοθετήσεις!






