«Η Πιο Ευτυχισμένη Μέρα στη Ζωή του Όλλι Μάκι» κυκλοφορεί εδώ και λίγες ημέρες στις ελληνικές αίθουσες. Και, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μας όπως μπορείτε να τη διαβάσετε στο παραπάνω λινκ, αποτελεί μια από τις μικρές κινηματογραφικές ανακαλύψεις της χρονιάς, πέρα από το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στις περυσινές Κάννες που δίκαια απέσπασε.
Το φιλμ του Φινλανδού Γιούχο Κουοσμάνεν πραγματεύεται πολλά κι ενδιαφέροντα, με έναν ειλικρινή, άμεσο και αφοπλιστικά αλέγρο τρόπο, περιστρεφόμενο γύρω από μια αληθινή ιστορία που -κατά την άποψή μας- καλό είναι να μην πολυσκαλίσετε στο ίντερνετ πριν σπεύσετε να γνωρίσετε τη φιλμική εκδοχή της στη μεγάλη οθόνη.
Το τρέιλερ της ταινίας
Γύρω από τον πραγματικό αγώνα ζωής του φέρελπι πυγμάχου Όλλι Μάκι στο Ελσίνκι των αρχών της δεκαετίας του ‘60, ο Κουοσμάνεν παίζει με αξιοθαύμαστη ισορροπία με τα διάφορα κινηματογραφικά είδη και προβληματικές πάνω στη διαφορά ευτυχίας και επιτυχίας, τον επαγγελματικό (πρωτ)αθλητισμό και τα κοινωνικά πρότυπα. Όμως καλύτερα να περάσουμε στον ίδιο τον Κουοσμάνεν και τη συζήτηση μαζί του.
Θα μπορούσες να μας πεις λίγα λόγια για την επιλογή κινηματογράφησης σε ασπρόμαυρο 16άρι φιλμ; Έγινε για να αποτίσεις φόρο τιμής στο παρελθόν;
Πρόθεσή μας ήταν να συνδυάσουμε την αίσθηση της δεκαετίας του ‘60 με το σύγχρονο στυλ κινηματογράφησης. Οπότε τα υλικά και τα σκηνικά ήταν παλιά, όμως η κίνηση της κάμερας και το ύφος είναι μοντέρνα. Θέλαμε να κρατήσουμε τις σκηνές αυτές ζωντανές, και η χρήση της κάμερας στο χέρι βοηθά ως προς το σκοπό αυτό.
Η ταινία σου είναι εν μέρει βιογραφική, έχει ως ένα βαθμό να κάνει με το μποξ, είναι και μια ιστορία έρωτα, ενώ χρησιμοποιεί το στοιχείο του φιλμ-μέσα-σε-φιλμ. Πώς όμως θα την περιέγραφες εσύ;
Οι αναφορές μας ήταν κυρίως τα ντοκιμαντέρ των αρχών της δεκαετίας του ‘60, του Πενεμπέικερ και των αδερφών Μέισλς καθώς και άλλα κλασσικά δείγματα του σινεμά βεριτέ, τα οποία είχαν πιθανώς επίδραση στο πώς σκεφτόμαστε αναφορικά με την περίοδο των ‘60s. Για εμάς ήταν σαν οι αδερφοί Μέισλς να συναντούν τους Νταρντέν.
Δεν ενδιαφερόμασταν για τον Όλλι ως μποξέρ, αλλά ως έναν περίεργο τύπο σ’ έναν κόσμο που δεν του ταιριάζει. Έτσι, ο στόχος μας κατά κάποιον τρόπο ήταν να καταγράψουμε αυτόν τον τύπο, να καταλάβουμε «τι σκέφτεται;». Νομίζω πως η οπτική αυτή δίνει μια αίσθηση ντοκιμαντέρ στην ταινία. Επίσης, γελούσαμε που βάλαμε να γυρίζεται ένα αληθινό ντοκιμαντέρ για το τι συνέβαινε εκείνη την εποχή. Επί της ουσίας, λέγαμε την αλήθεια σχετικά με όσα συνέβαιναν τότε στα παρασκήνια.
Όσο για το στοιχείο του φιλμ-μέσα-σε-φιλμ, σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε τους ήρωες. Συνήθως πρόκειται για έναν ρόλο που, αναρωτιέμαι, ποιος θα ήθελε άραγε να τον υποδύεται στην πραγματικότητα; Ο Όλλι τουλάχιστον, δεν ήθελε.
Υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο στην αληθινή ζωή του Όλλι Μάκι που σε ενέπνευσε ιδιαίτερα ώστε να κάνεις ταινία γι αυτόν;
Ήταν ο αγώνας που έχασε τόσο ταπεινωτικά, που όλοι τον αντιμετώπισαν σαν καταστροφή, ενώ ο ίδιος αργότερα έλεγε πως υπήρξε όντως η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του. Νομίζω πως σοφά διέκρινε πως η ευτυχία δεν είναι κατόρθωμα, αλλά η ελευθερία να είσαι αυτός που είσαι στην πραγματικότητα και το να γίνεις αποδεκτός ως τέτοιος.
Για ένα κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με την ιστορία του Μάκι, η ταινία μπορεί να φαντάζει σα να κοροϊδεύει ταινίες τύπου Ρόκι με τα κόντρα στα προγνωστικά νικηφόρα φινάλε. Και ακόμα κι ο τίτλος μοιάζει να εντείνει αυτού του είδους την ειρωνεία, ιδίως σε ό,τι αφορά το πώς πολλοί αντιλαμβάνονται μια επιτυχημένη ζωή και καριέρα. Οπότε θα ήθελα την οπτική σου πάνω στο ζήτημα, και ειδικότερα σε ό,τι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ένα κινηματογραφικό happy-end.
Μα κι εμείς έχουμε happy-end! Απλώς στην πραγματικότητα συνέβη μερικά χρόνια μετά τις σκηνές που εμείς δείχνουμε στην ταινία. Παρατήρησες μήπως τους πραγματικούς Όλλι και Ράιγια στην τελευταία σκηνή; Έγιναν εκείνο το «γερασμένο, χαρούμενο ζευγάρι» (σ.σ. αναφέρεται σε μια στιχομυθία του νεαρού ζευγαριού και το πώς ήθελε να καταλήξουν). Αλλά ναι, έχεις δίκιο, παίζουμε κόντρα στα προγνωστικά, γιατί αυτός ήταν ο Όλλι. Αυτός ήταν που όρισε εκείνη τη μέρα (σ.σ. της ήττας στον αγώνα) ως την πιο ευτυχισμένη του, και νομίζω πως ήταν ο μόνος (σ.σ. απ’ όλους τους τότε εμπλεκόμενους) που σκεφτόταν έτσι. Υπήρξε ένας εξαιρετικός μποξέρ που δε θέλησε ποτέ να ρίξει νοκ-άουτ κανέναν αντίπαλο, το αρνιόταν να το κάνει ακόμα και όταν το κοινό διψούσε να τον δει να το κάνει. Το οποίο κατά τη γνώμη μου αποτελεί κι ένα καλό μάθημα για τους σκηνοθέτες.
Είχες βρεθεί ξανά στις Κάννες με μικρού μήκους όπου είχες κερδίσει μάλιστα και βραβείο, ωστόσο η τελευταία σου ταινία θεωρήθηκε «αποκάλυψη». Πώς περιμένεις να επηρεάσει την καριέρα σου το πρόσφατο βραβείο στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα»;
Ελπίζω να μην την καταστρέψει. Η επιτυχία σε κάνει να αισθάνεσαι ωραία, αλλά δημιουργεί και φόβο μην τη χάσεις. Μου συνέβη και τότε με το βραβείο του cinefondation (σ.σ. μικρού μήκους τμήμα του Φεστιβάλ Καννών). Ένιωθα μετά πως έπρεπε να γράψω ένα αριστούργημα. Θυμάμαι να κάθομαι μόνος στο γραφείο μου βλέποντας την «Περσόνα» και το «Στάλκερ» και να τα συγκρίνω με τις δικές μου αδέξιες ιδέες. Ήμουν τυχερός που είχα έναν παραγωγό που με προέτρεψε να βγάλω το ρολόι απ’ τον καρπό μου. Είχα έτσι αρκετό χρόνο να καθαρίσει το κεφάλι μου, έπειτα βρήκα την ιστορία του Όλλι όπου ένιωσα πως μπορώ κι εγώ να αντιμετωπίσω τα ίδια συναισθήματα, μέσα απ’ την ανάπτυξη αυτού του είδους της ιστορίας.
Οπότε για μένα υπήρξε εξαιρετικά θεραπευτικό το να γράψω αυτό το σενάριο παρέα με τον Μίκο Μιλιλάχτι, απέναντι στο φόβο ενός απογοητευτικού αποτελέσματος. Ελπίζω να συνεχίσω να γελάω με την επιτυχία και όλα αυτά τα ηλίθια πράγματα που φέρνει μαζί της.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Weird Wave






