• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν ο Γουίλεμ Νταφόε κερδίσει υποψηφιότητα»: Ο Σον Μπέικερ μιλά στο cinemagazine

22 Δεκ 2017 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Ο Σον Μπέικερ, από τους αγαπημένους σκηνοθέτες των Νυχτών Πρεμιέρας και πιθανότατα ο σημαντικότερος νέος Αμερικανός δημιουργός, μιλά στο ΣΙΝΕΜΑ για το εξαιρετικό «The Florida Project», τα Όσκαρ και τον Γουίλεμ Νταφόε, αλλά και το πώς μπορείς να στήσεις μια πραγματικά διασκεδαστική ταινία δίχως να προσβάλλεις τη σκληρή θεματολογία της.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η αγάπη μας για τον Σον Μπέικερ και η πίστη μας στο σινεμά του κρατάει κάτι παραπάνω από δύο χρόνια, τότε που με αφορμή το «Tangerine» είχαμε την τιμή να τον φιλοξενήσουμε στις 21ες Νύχτες Πρεμιέρας για ένα αφιέρωμα στη σύντομη αλλά εξαιρετικά φρέσκια φιλμογραφία του. Μία πίστη που με ταινίες όπως το «The Florida Project», αναντίρρητα μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, δεν μπορεί παρά να εδραιώνεται, επιβεβαιώνοντας την πεποίθησή μας πως πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους (αν όχι ο σημαντικότερος) νέος δημιουργός που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Αμερική. (μπορείτε να διαβάσετε την άποψή μας για την ταινία εδώ).

Με αφορμή λοιπόν την κυκλοφορία του «The Florida Project», το οποίο πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του τον περασμένο Σεπτέμβρη στις Νύχτες Πρεμιέρας και πλέον ακούγεται όλο και περισσότερο για τα προσεχή Όσκαρ, συζητήσαμε με τον Σον Μπέικερ για την απίθανη πρωταγωνίστριά του, Μπρούκλιν Πρινς, το πώς αντιμετωπίζει την όλη φημολογία γύρω από την οσκαρική κούρσα, αν θα τον ενδιέφερε να αναλάβει κάποια μεγάλη παραγωγή και πόσο σύντομα σκοπεύει να επισκεφτεί ξανά την Αθήνα και το φεστιβάλ μας.

H Μπρούκλιν Πρινς αποδείχθηκε πραγματική αποκάλυψη στην ταινία, καθώς είναι ακόμα μία περίπτωση εντυπωσιακού πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού που μέσα απ’ τις ταινίες σου έχεις ανακαλύψει και συστήσει στο κοινό. Πόσο δύσκολο ήταν να την ανακαλύψεις;

…εσείς ήσασταν το πρώτο φεστιβάλ που μου έκανε αφιέρωμα: αυτό είναι πραγματικά ένα βήμα καριέρας, ένα μεγάλο βήμα και σημαίνει πολλά για μένα.

[Η Μπούκλιν Πρινς] είναι ως ένα βαθμό πρωτοεμφανιζόμενη, κουβαλούσε όμως ήδη κάποια εμπειρία. Είχε ήδη κάνει κάποια διαφημιστικά και το κυνηγούσε να παίξει κάπου, ενώ και η μητέρα της είναι ηθοποιός και δασκάλα υποκριτικής. Οπότε το όνομά της βρισκόταν στη βάση δεδομένων μιας τοπικής εταιρείας κάστινγκ στο Ορλάντο που λέγεται CrowdShot. Εμείς λοιπόν είχαμε απευθύνει κάλεσμα για ηθοποιούς εκεί, όπου προσεγγίσαμε πολλά παιδιά μέσω αυτής της εταιρείας, ενώ ψάχναμε και ταλέντα από γειτονικές κομητείες.

Μας πήρε λίγο καιρό να εντοπίσουμε την Μπρούκλιν, δεν την ανακαλύψαμε αμέσως. Δεν είχε εμφανιστεί στις δύο πρώτες οντισιόν, δεν ξέρω γιατί. Όταν ήρθε όμως ήταν πραγματικά απίστευτη, μας κέρδισε από τα πρώτα κιόλας λεπτά που την είδαμε και προσωπικά με έπεισε αμέσως ότι θα έπαιζε τελικά στην ταινία. Αλλά εδώ θα πω πως ήταν δύσκολο, πολύ απλά επειδή δεν επαναπαύτηκα, ξέρεις, γιατί πήραμε το χρόνο μας μέχρις ότου να βρούμε την ιδανική Μούνεϊ. Ήταν πολύ πολύ σημαντικό αυτό για την ταινία επειδή είναι μια ταινία που βασίζεται στους χαρακτήρες. Έτσι, θα έπρεπε [εκείνη που θα έπαιζε τελικά τη Μούνεϊ] να είναι απίστευτη. Οπότε, πήρε κάμποσο καιρό και μάλιστα είχα πει στους παραγωγούς μας πως ίσως θα έπρεπε να μεταθέσουμε λίγο χρονικά την παραγωγή προκειμένου να βρούμε την τέλεια Μούνεϊ – το καλό είναι πως αυτό δε χρειάστηκε τελικά.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με την Πρινς;

Η Μπρούκλιν φτάνει σε συναισθηματικά ύψη τέτοια που οι περισσότεροι ηθοποιοί δυσκολεύονται να φτάσουν. Τη θεωρώ εκπληκτική ηθοποιό, από τους καλύτερους που έχω δουλέψει ανεξαρτήτως ηλικίας.

Ήταν υπέροχο να δουλεύω μαζί της, είχε ήδη κάποια εμπειρία οπότε καταλάβαινε τη διαδικασία ενός γυρίσματος, πράγματα που βοηθάνε τον σκηνοθέτη: οι ικανοί ηθοποιοί ξέρουν πώς να επαναλάβουν το παίξιμό τους ανάμεσα στις λήψεις και εκείνη το ήξερε, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Ήταν έξυπνη, αστεία, ενθουσιώδης, είχε ενέργεια και αγαπούσε να δουλεύει σε σημείο να είναι στεναχωρημένη κάθε βράδυ που έπρεπε να σταματήσουμε και γυρίσει σπίτι. Επίσης είχαμε μαζί μας και μία εξαιρετική εκπαιδεύτρια υποκριτικής, τη Σαμάνθα Κουάν, η οποία δούλεψε εντατικά με την Μπρούκλιν.

Νομίζω πως είναι ένα πολύ συναισθηματικό παιδί και σκεφτήκαμε πως θα μπορούσε να μεταδώσει το συναίσθημα που ο ρόλος της Μούνεϊ απαιτούσε στο τέλος της ταινίας. Όμως δεν ήμασταν 100% σίγουροι για αυτό το κομμάτι, αλλά από την άλλη δεν θέλαμε και να προβάρουμε τη συγκεκριμένη σκηνή. Οπότε, ήταν ωραίο και ανακουφιστικό όταν μας έδωσε αυτή την τελική σκηνή που μας έδωσε, κατά την οποία φτάνει σε συναισθηματικά ύψη τέτοια που οι περισσότεροι ηθοποιοί δυσκολεύονται να φτάσουν. Επομένως, τη θεωρώ εκπληκτική ηθοποιό, από τους καλύτερους ηθοποιούς που έχω δουλέψει ανεξαρτήτως ηλικίας και ξέρω πως πλέον την περιμένει μια υπέροχη καριέρα.

Η ταινία φέρνει το κοινό σε επαφή με τη σκληρή καθημερινότητα μιας κοινότητας ανθρώπων που παλεύουν να μην καταλήξουν άστεγοι, την ώρα που βρίσκει τον τρόπο να είναι ιδιαίτερα ψυχαγωγική. Ήταν η επίτευξη αυτής της ισορροπίας η μεγαλύτερη πρόκληση που είχες να αντιμετωπίσεις εδώ;

… ας συνεχίσουμε να αναζητούμε νέα μέσα χωρίς να ξεφορτωνόμαστε τα παλιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεφορτωθούμε το παραδοσιακό φιλμ επειδή μπήκε στη ζωή μας το ψηφιακό

Ναι, έτσι νομίζω. Αυτό, μαζί με το να βγουν φυσικές οι ερμηνείες των πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών και των παιδιών, γιατί ασφαλώς και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Νομίζω αυτή η ισορροπία ήταν το δεύτερο σημαντικότερο πράγμα στην ταινία, η ισορροπία δηλαδή μεταξύ κωμωδίας και συγκίνησης, σχετικά με το πώς να κάνεις ένα διασκεδαστικό φιλμ όπου το κοινό μπορεί να γελάσει, χωρίς το γέλιο αυτό να αποτελεί προσβολή ή ασέβεια απέναντι στη συγκατάβαση που το θέμα της ταινίας απαιτεί.

Στην πορεία της ταινίας, η ισορροπία αυτή προέκυψε μέσα από ένα συνδυασμό πραγμάτων: το γράψιμο [σενάριο], το να υπολογίζουμε την ώρα του γυρίσματος αυτή την ισορροπία και ασφαλώς, μετά, στο post-production. Επίσης το στιλ έχει πολύ να κάνει με αυτό, ή το πόσο αργά ή γρήγορα μοντάρεις, το αν χρησιμοποιείς μουσική, γενικώς πολλά μπορούν να συμβάλλουν σ’ αυτή την ισορροπία. Εν τέλει όμως πρόκειται για τη δική μου υποκειμενική οπτική, επομένως ελπίζω πως ήμουν υπεύθυνος και έδειξα σεβασμό σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση [αυτής της κοινότητας]. Αλλά βεβαίως, αυτή είναι η δική μου οπτική και ελπίζω πως και οι υπόλοιποι θα το δουν έτσι.

Γύρισες το «Tangerine» με iPhone και με πολύ χαμηλότερο μπάτζετ σε σχέση με το «The Florida Project», όπου χρησιμοποίησες 35άρι φιλμ και μεγαλύτερο crew. Ως σκηνοθέτης, ποια απ’ αυτές τις δύο πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις απολαμβάνεις περισσότερο;

Χμ… πολύ δύσκολη ερώτηση γιατί – προφανώς – το να χρησιμοποιείς ημιεπαγγελματικό εξοπλισμό ή απλώς εξοπλισμό που προορίζεται για το ευρύ κοινό όπως ένα iPhone μου έδωσε μερικά πανέμορφα αποτελέσματα. Θυμάμαι πιο πριν είχα γυρίσει το «Take Out» σε τυπικής ευκρίνειας βίντεο (Standard Definition) και ξέρω πως δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω την ταινία αυτή με άλλη κάμερα, η οποία ήταν τέλεια για την περίσταση. Και ήταν το ίδιο πράγμα τότε που γύρισα το «Tangerine» με το iPhone, μπορούσα να φιλμάρω με ευελιξία αλλά και να παρακάμψω λεπτομέρειες που δε θα μπορούσα αν είχα χρησιμοποιήσει φιλμ 35άρι. Εξαρτάται λοιπόν από το τι αποτέλεσμα προσπαθείς να πετύχεις.

Δε με ενδιαφέρει [να αναλάβω μια παραγωγή μεγάλου μπάτζετ] … Ό,τι με ενθουσιάζει περισσότερο είναι μικρότερες ταινίες, ταινίες που βασίζονται στους χαρακτήρες.

Τώρα, σχετικά με το μέσο… το μέσο μερικές φορές είναι αυτό που σου υπαγορεύει το περιεχόμενο της ταινίας, το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον. Γιατί όσο πιο μικρές γίνονται οι κάμερες, το πιο εύκολα μπορείς να γίνεις ένα με το θέμα, να ενσωματωθείς στο σκηνικό και να έχεις ένα ευέλικτο γύρισμα, την ώρα βέβαια που αφαιρείς ποιότητα από την εικόνα. Από την άλλη όμως, το πώς ορίζουμε την ποιότητα της εικόνας είναι κάτι συζητήσιμο, γιατί κάποιος μπορεί να βρίσκει πιο όμορφο το ψηφιακό βίντεο από το φιλμ – προσωπικά δε θα το έλεγα αυτό αλλά κάποιοι άλλοι μπορεί. Άλλωστε «η ομορφιά επαφίεται στον παρατηρητή» («beauty is in the eye of the beholder»). Επομένως είναι πραγματικά ιδιαίτερα πολύπλοκο αυτό το ζήτημα, αν και προσωπικά πρεσβεύω την άποψη ότι μπορεί κανείς να βρει ομορφιά σε όλα τα μέσα.

Γι αυτό, ας συνεχίσουμε να αναζητούμε νέα μέσα χωρίς να ξεφορτωνόμαστε τα παλιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεφορτωθούμε το παραδοσιακό φιλμ επειδή μπήκε στη ζωή μας το ψηφιακό. Το φιλμ είναι ένα μοναδικό μέσο που δε μπορεί να αναπαραχθεί κατά την ταπεινή μου άποψη, θα ήθελα να παραμείνει ζωντανό και εν μέρει αυτός ήταν ένας λόγος που το γύρισα [«The Florida Project»] σε φιλμ, από τη στιγμή που είχαμε το μπάτζετ και τον χρόνο να το κάνουμε.

Την ταινία αυτή θα τη γύριζα με τον ίδιο τρόπο πάνω κάτω, είτε χρησιμοποιούσα 35άρι φιλμ είτε iPhone, επομένως το μόνο που μου προσέφερε το φιλμ ήταν μια πιο οργανική, χυμώδη όψη στην εικόνα, μαζί με την περισσότερη πειθαρχία και προσοχή [που απαιτεί από όλους όσοι βρίσκονται] στο πλατό. Έτσι, απόλαυσα πραγματικά που δούλεψα σε 35άρι και σίγουρα θέλω να δουλέψω ξανά με φιλμ. Θα δούμε…

Θα σε ενδιέφερε για την επόμενη ταινία σου να αναλάβεις μια παραγωγή με ακόμα μεγαλύτερο μπάτζετ;

Όχι, δε με ενδιαφέρει. Αρχικά νόμιζα πως θα με ενδιέφερε και νομίζω πως αυτό είναι κάτι που όλοι γενικώς συνιστούν να κάνεις, όμως προσωπικά δε με ενδιαφέρει και τόσο κάτι τέτοιο. Ό,τι με ενθουσιάζει περισσότερο είναι μικρότερες ταινίες, ταινίες που βασίζονται στους χαρακτήρες. Φιλμ από τη δεκαετία του ‘70, όπως εκείνα του Ρόμπερτ Όλτμαν, του Χαλ Άσμπι, του Τζέρι Σάτσμπεργκ, είναι αυτά που ακόμα και τώρα έχουν το μεγαλύτερο αντίκτυπο σε μένα.

Η οσκαρική κούρσα έχει ξεκινήσει και το «The Florida Project» φιγουράρει ήδη ως πιθανή υποψηφιότητα σε διάφορες κατηγορίες. Πώς νιώθεις για αυτό; Έχεις αγωνία; Θα σε έκανε απλά χαρούμενο αν η ταινία φτάσει στα Όσκαρ ή δε σε απασχολεί κάτι τέτοιο;

Αυτό είναι επίσης κάτι το παράξενο γιατί υπό καμία απολύτως έννοια δεν έκανα την ταινία αυτή έχοντας στο μυαλό μου τα Όσκαρ. Ποτέ δεν σκέφτηκα πως το φιλμ αυτό θα αρέσει στα μέλη της Ακαδημίας. Τώρα λοιπόν με εκπλήσσει πολύ που λαμβάνει την προσοχή [τους], αφού αρχίζεις μετά να σκέφτεσαι κάποια πράγματα που δεν πίστευες ποτέ ότι θα σε απασχολήσουν. Δεν είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη ταινιών που θα λάμβαναν την προσοχή της Ακαδημίας και ως εκ τούτου δεν το είχα σκεφτεί.

Θα ήμουν πάντως πολύ χαρούμενος αν ο Γουίλεμ [Νταφόε] κερδίσει υποψηφιότητα. Την αξίζει και θα ήταν υπέροχο γι αυτόν. Με νοιάζει για αυτούς [τους συνεργάτες του], εμένα προσωπικά δε με απασχολεί ιδιαίτερα. Κοίτα, όλο αυτό [με τα Όσκαρ] είναι μια ανέλπιστη χαρά για μένα. Έχω ήδη παίξει την ταινία στις Κάννες, στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών, μια ταινία που την έχουν επιλέξει όλοι αυτοί οι υπέροχοι διανομείς ανά τον κόσμο, επομένως όλο αυτό που συμβαίνει τώρα αποτελεί για μένα μια απροσδόκητη ικανοποίηση.

Ο Σον Μπέικερ στις Νύχτες Πρεμιέρας το 2015

Ήταν μεγάλη μας χαρά να σε υποδεχτούμε δύο χρόνια πριν στην Αθήνα, στο πλαίσιο των 21ων Νυχτών Πρεμιέρας. Να σε περιμένουμε να επιστρέψεις κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον;

Θα το λάτρευα να έρθω πάλι! Δεχθείτε με ξανά, σας παρακαλώ! Θα ήταν υπέροχο. Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας γιατί εσείς ήσασταν το πρώτο φεστιβάλ που μου έκανε αφιέρωμα: αυτό είναι πραγματικά ένα βήμα καριέρας, ένα μεγάλο βήμα και σημαίνει πολλά για μένα.

Ήταν το πρώτο φεστιβάλ που ήθελε να δείξει όλες τις ταινίες μου, κάτι που σήμαινε πολλά για μένα, οπότε θα ήταν υπέροχο να επιστρέψω, είτε ως μέλος της κριτικής επιτροπής είτε για να παρουσιάσω ταινία μου. Και ίσως, όταν κάνω άλλες πέντε ταινίες, να παρουσιάσω εκεί άλλο ένα αφιέρωμα!

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ